Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Σχετικά με το δεσμό, του Γκιγιέμ Μαρτίνεθ

(μετάφρ.: nathalie)



Ένα μωρό, στην κρίσιμη στιγμή του θηλασμού, κοιτά τη μητέρα του κάθε δέκα ρουφηξιές. Υποτίθεται πως σε τούτο το βλέμμα, σ' αυτή τη διασταύρωση βλεμμάτων, γεννιέται ο δεσμός. Ο θεαματικός δεσμός ανάμεσα στο μωρό και τη μητέρα. Είναι θεαματικός γιατί από το δεσμό τούτο, από την εμπειρία αυτή, θα γεννηθούν οι υπόλοιποι δεσμοί μιας βιογραφίας. Η θεαματικότητα του δεσμού τούτου είναι, έτσι, η θεαματικότητα του να είναι ο πρώτος. Αν είναι ο πρώτος, είναι κατηγορηματικός; Εξηγεί πώς παράγονται οι κατοπινοί δεσμοί; Τι πρέπει να κοιτά ένας ενήλικας προκειμένου να δημιουργήσει ένα δεσμό, και κάθε πόσο; Τι πρέπει να πράττει έτσι ώστε, κατά τη διαδικασία της διακοπής του κάθε δέκα μονάδες, να κοιτάζει κάποιον και να δημιουργήσει έναν ισχυρό δεσμό; Έχω μέρες που το σκέφτομαι. Δεν έχω φτάσει σε κανένα συμπέρασμα, εκτός απ' το ότι η απάντηση βρίσκεται στο μωρό, με τη μαμά του, να κοιτιούνται κάθε δέκα ρουφηξιές. Η απάντηση πρέπει να βρίσκεται εκεί, γιατί σ' αυτή την ομάδα των δύο, υπάρχει ένας ενήλικας, η μητέρα, που επίσης δημιουργεί ένα δεσμό. Επιπλέον, δεν είναι ο πρώτος της δεσμός, γι' αυτό και μπορούμε να υποθέσουμε πως η μητέρα αναπαράγει μια έννοια καθολική. Πώς δημιουργεί το δεσμό η μητέρα; Ως εκεί που φτάνω, μπορεί να το κάνει μόνο μέσω δύο κινήτρων. Γιατί έτσι το αποφασίζει, ή γιατί δεν μπορεί να το αποφασίσει, γιατί δεν μπορεί να αποφύγει να το κάνει.
Δεν είναι σπουδαία κίνητρα. Αλλά δεν υπάρχουν άλλα. Όλο αυτό δεν εξηγεί το βάθος ενός δεσμού, που μπορεί να είναι επιφανειακό ή έντονο. Αλλά εξηγεί την ευθραυστότητα της γέννησής του κι έτσι, την ευθραυστότητα της καταστροφής του. Οι δεσμοί γεννιούνται και πεθαίνουν από απόφαση, ή από την ανικανότητα απόφασης. Όπως το φύλλο ενός δέντρου, είναι [κι αυτοί] ένα περίπλοκο σχέδιο στην αδυναμία κατανόησής τους. Κι όπως το φύλλο ενός δέντρου, με την ίδια φυσικότητα που κατέχει η πρασινάδα του, οποιαδήποτε στιγμή καίγεται και πεθαίνει και πέφτει.

Πηγή

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Σχετικά με τα έπιπλα, του Γκιγιέμ Μαρτίνεθ

(μετάφρ.: nathalie)


Έχει όψη ανήκουστης ευαισθησίας και μου εξηγεί την ιστορία αυτή. Το '70 οι γονείς της είχαν μια μεγάλη ιδέα. Έστησαν ένα μαγαζί κι έκαναν την καλή. Πουλούσαν έπιπλα κατά παραγγελία. Φτηνά, αλλά κατά παραγγελία και ποιοτικά. Τους τα έπαιρναν απ' τα χέρια. Για πολύ λίγα χρήματα μπορούσες να έχεις ένα διαμέρισμα μ' έπιπλα για όλη σου τη ζωή. Η επιχείρηση ευημέρησε. Αλλά πριν λίγο καιρό έπρεπε να κλείσουν. Λόγω των ΙΚΕΑ;, της λέω. Όχι. Ήταν ανταγωνιστικοί. Άντεξαν το χτύπημα δίχως πρόβλημα. Άλλη αλλαγή τους έβλαψε. Ασαφής, αλλά πιο ριζοσπαστική. Σταμάτησε να πιστεύει κανείς σε έπιπλα αορίστου χρόνου όταν σταμάτησαν να είναι αορίστου χρόνου τα συμβόλαια, τα ενοίκια, τα σχέδια, τα πρόσωπα. Ξαφνικά, όλος ο κόσμος ήξερε ότι ζούσε σ' ένα ήσσονος σημασίας διαμέρισμα, με κάποιον ήσσονος σημασίας, με μια ήσσονος σημασίας δουλειά. Τα ήσσονος σημασίας διαμερίσματα δεν γεμίζουν με σημαντικά έπιπλα. Γεμίζουν μ' έπιπλα που αποσυναρμολογούνται και μετακινούνται εύκολα σε άλλο μέρος. Το να φεύγεις από ένα διαμέρισμα με κάποιο από τούτα τα σαθρά έπιπλα ήταν, έτσι, λιγότερο λυπηρό. Μετρίαζε το γεγονός ότι έπρεπε να εγκαταλείψει κανείς ένα διαμέρισμα στο οποίο είχε κάποτε αισθανθεί ότι, για ένα διάστημα, κάτι είχε υπάρξει αορίστου χρόνου και σημαντικό. Κατά κάποιον τρόπο, το γύρισαν στην αγορά σαθρών επίπλων από καθαρή άμυνα. Προκειμένου να αποφύγουν να σκέφτονται με στοιχήματα. Για να προσομοιώνουν ότι δεν είχες στοιχηματίσει, ή πως δεν είχε υπάρξει ένα μεγάλο στοίχημα.

Όταν τελειώνει την ιστορία της παράγεται μια σιωπή, στην οποία χωράει η βιογραφία μας. Το πρόσωπό της, τώρα που ξέρουμε πως ποτέ δεν έχουμε μιλήσει για έπιπλα, είναι ακόμα πιο ευαίσθητο. Είναι γωνιώδες, όμορφο και δύσκολο να το εκτιμήσεις. Μοιάζει σμιλεμένο με λεπίδα πάνω στο ξύλο. Όπως ένα σημαντικό έπιπλο. Ίσως το πρόσωπό μας να είναι πια το μοναδικό μας σημαντικό έπιπλο. Το μόνο που κουβαλάμε όταν τελειώνει το στοίχημα. Το να δραπετεύεις απ' τον παράδεισο είναι ίσως απλούστερο όταν δεν έχεις βρεθεί σ' αυτόν ποτέ, όταν, εν τέλει, έχεις κατασκευάσει επιμελώς τις αποδείξεις πως ο παράδεισος δεν υπάρχει.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Ήμασταν οι εκλεκτοί του ήλιου, του Βισέντε Ουιδόμπρο


(μετάφρ.: nathalie)



Ήμασταν οι εκλεκτοί του ήλιου
και δεν το αντιληφθήκαμε
ήμασταν οι εκλεκτοί του πιο ψηλού άστρου
και δεν ξέραμε ν' απαντήσουμε στο δώρο του
Αγωνία ανικανότητας
το νερό μας αγαπούσε
οι ζούγκλες ήταν δικές μας
η έκσταση ήταν ο δικός μας καθαυτό χώρος
η ματιά σου ήταν το σύμπαν πρόσωπο με πρόσωπο
η ομορφιά σου ήταν ο ήχος της χαραυγής
η αγαπημένη από τα δέντρα άνοιξη
Τώρα είμαστε μια μεταδοτική θλίψη
ένας θάνατος πρόωρος
η ψυχή που δεν ξέρει σε ποιο μέρος βρίσκεται
ο χειμώνας στα κόκκαλα δίχως μια αστραπή
κι όλα αυτά επειδή εσύ δεν ήξερες αυτό τι είναι η αιωνιότητα
ούτε κατάλαβες την ψυχή της ψυχής μου στο πλοίο της από σκοτάδια
στο θρόνο της από πληγωμένο αετό του απείρου.



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015, του Εσκάνταρ Αλχέετ

(μετάφρ.: nathalie)


Είμαι κουρασμένος και δεν είναι από, καπνίζω σχεδόν 3 στριφτά τη βδομάδα, δίνω περισσότερα ευχαριστώ απ' ότι ζητώ συγγνώμη, το ίδιο μου κάνει ο χρόνος που έχουμε (είτε είναι κλίμα είτε απόσταση), διατηρώ σε αλκοόλ τα συναισθήματα, τη θάλασσα ως μεταφορά, και τα πρόσωπα για στιγμές.

Κάποιος μίλησε για τ' αυτιά μου και είπε "διαταραχή ύπνου". αλλά ο ύπνος μου δεν είναι μια διαταραχή, και κάθε μέρα ξυπνάω με χανγκόβερ αλλά στο τρίτο τι σου συμβαίνει βάζω ένα καλιμότσο* και τότε όλα μου περνούν.

Η αγάπη μου δεν είναι δικιά μου, τα πρόσωπα ακόμη λιγότερο, και το μόνο που έχω είναι το ξένο χαμόγελο στην ίδια την ανάμνηση, οι λεπτομέρειες του γιγάντιου κόσμου που απαιτεί από εμένα καλύτερα αντί για περισσότερα.

Δεν έχω μέρες ελεύθερες αλλά νιώθω ελεύθερος κάθε μέρα, σκλάβος του να διαλέγω μια ζωή και να επιταχύνω, μερικές φορές θα σκότωνα για μια μέρα χωρίς τίποτα με κανέναν, μα ύστερα σκέφτομαι όλους αυτούς που βάζουν τα θεμέλια ώστε εγώ να χορεύω και δεν μπορώ γιατί δεν θέλω να σταματήσω.



*καλιμότσο: κόκκινο κρασί με κόκα κόλα

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Γκράφιτι, του Χούλιο Κορτάσαρ


(μετάφρ.: nathalie)



Στον Αντόνι Τάπιες


Τόσα πράγματα αρχίζουν και ίσως τελειώνουν σαν παιχνίδι, υποθέτω πως χάρηκες που βρήκες το σχέδιο πλάι στο δικό σου, το απέδωσες σε κάποια σύμπτωση ή σ' ένα καπρίτσιο και μόνο τη δεύτερη φορά αντιλήφθηκες ότι ήταν σκόπιμο και τότε το κοίταξες αργά, μέχρι που γύρισες αργότερα για να το κοιτάξεις εκ νέου, παίρνοντας, όπως πάντα, προφυλάξεις: ο δρόμος στην πιο μοναχική του στιγμή, κανένα περιπολικό στις πλαϊνές γωνίες, να πλησιάζεις με αδιαφορία και ποτέ να μην κοιτάς τ' απέναντι γκράφιτι από το άλλο πεζοδρόμιο ή διαγώνια, προσποιούμενος ενδιαφέρον για τη διπλανή βιτρίνα, φεύγοντας αμέσως.

Το ίδιο σου το παιχνίδι είχε αρχίσει από βαρεμάρα, δεν ήταν στ' αλήθεια μια διαμαρτυρία εναντίον της κατάστασης των πραγμάτων στην πόλη, την απαγόρευση της κυκλοφορίας, την απειλητική απαγόρευση αφισοκόλλησης ή γραφής στους τοίχους. Απλά σε διασκέδαζε να κάνεις σχέδια με χρωματιστές κιμωλίες (δεν σου άρεσε ο όρος γκράφιτι, τόσο κριτικού της τέχνης) και πότε πότε το να έρχεσαι να τα βλέπεις και με λίγη τύχη να παρίστασαι στην άφιξη του δημοτικού φορτηγού και στις άχρηστες βρισιές των εργαζομένων ενώ έσβηναν τα σχέδια. Ελάχιστα τους ενδιέφερε που δεν ήταν πολιτικά σχέδια, η απαγόρευση περιελάμβανε οτιδήποτε, κι αν κάποιο παιδί είχε τολμήσει να σχεδιάσει ένα σπίτι ή ένα σκυλί, θα το είχαν σβήσει εξίσου ανάμεσα σε βρομόλογα κι απειλές. Στην πόλη δεν ήξερε κανείς πια αρκετά σε ποια γωνιά βρισκόταν στ' αλήθεια ο φόβος` ίσως γι' αυτό σε διασκέδαζε να κυριεύεις τον δικό σου και κάθε τόσο να επιλέγεις ευνοϊκό τόπο και ώρα για να κάνεις κάποιο σχέδιο.

Ποτέ δεν είχες διατρέξει κίνδυνο γιατί ήξερες καλά να διαλέγεις, και στον χρόνο που περνούσε μέχρι να φτάσουν τα φορτηγά καθαριότητας ανοιγόταν για σένα κάτι σαν ένας χώρος πιο καθαρός, όπου σχεδόν χωρούσε η ελπίδα. Κοιτώντας από μακριά το σχέδιό σου, μπορούσες να δεις τον κόσμο που του έριχνε μια ματιά περνώντας, κανείς δεν σταματούσε εννοείται αλλά κανείς δε σταματούσε να κοιτάζει το σχέδιο, ενίοτε μια γρήγορη αφηρημένη σύνθεση σε δύο χρώματα, ένα προφίλ πουλιού ή δυο φιγούρες συνδεδεμένες. Μία μοναδική φορά έγραψες μια φράση, με μαύρη κιμωλία: Κι εμένα με πονάει. Δεν κράτησε ούτε δυο ώρες, κι αυτή τη φορά η αστυνομία προσωπικά την έκανε να εξαφανιστεί. Έπειτα απλά συνέχισες να κάνεις σχέδια.

Όταν το άλλο εμφανίστηκε πλάι στο δικό σου σχεδόν φοβήθηκες, ξαφνικά ο κίνδυνος γινόταν διπλάσιος, κάποιος ευχαριστιόταν όπως εσύ να διασκεδάζει στα πρόθυρα της φυλακής ή κάτι χειρότερο, και τούτος ο κάποιος λες και δεν ήταν αρκετό ήταν γυναίκα. Εσύ ο ίδιος δεν μπορούσες να το αποδείξεις, υπήρχε κάτι διαφορετικό και καλύτερο από τις πιο κατηγορηματικές αποδείξεις: ένα ίχνος, μια τάση για τις ζεστές κιμωλίες, μια αύρα. Ενδεχομένως όπως περπατούσες φαντάστηκες απλά γι' αποζημίωση` τη θαύμασες, φοβήθηκες γι' αυτή, ήλπισες να είναι η μοναδική φορά, σχεδόν προδώθηκες όταν αυτή ξανασχεδίασε δίπλα σε άλλο σου σχέδιο, όρεξη να βάλεις τα γέλια, να μείνεις εκεί μπροστά λες και οι αστυνομικοί ήταν τυφλοί ή ηλίθιοι.
Άρχισε μια διαφορετική εποχή, πιο αθόρυβη, πιο όμορφη κι απειλητική μαζί. Παραμελώντας τη δουλειά σου έφευγες οποιαδήποτε στιγμή με την ελπίδα να την εκπλήξεις, επέλεξες για τα σχέδιά σου τούτους τους δρόμους που μπορούσες να διατρέξεις σ' ένα μόνο γρήγορο δρομολόγιο` γύρισες στην αυγή, στο σούρουπο, στις τρεις το πρωί. Ήταν μια εποχή ανυπόφορης αντίφασης, η απογοήτευση του να βρίσκεις ένα νέο της σχέδιο μαζί με κάποιο από τα δικά σου και το δρόμο άδειο, κι αυτή του να μη βρίσκεις τίποτα και να νιώθεις το δρόμο ακόμα πιο άδειο. Μια νύχτα είδες το πρώτο της σχέδιο που ήταν μόνο του` το είχε κάνει με κόκκινες και μπλε κιμωλίες σε μια πόρτα γκαράζ, εκμεταλλευόμενη την υφή των φαγωμένων ξύλων και τις κεφαλές των καρφιών. Ήταν περισσότερο από ποτέ αυτή, το ίχνος, τα χρώματα, αλλά επιπλέον ένιωσες πως τούτο το σχέδιο είχε την ισχύ ενός αιτήματος ή μιας απορίας, ενός τρόπου να σε καλέσει. Γύρισες την αυγή, αφότου οι περιπολίες υποβιβάστηκαν στην κωφή τους αποχέτευση, και στην υπόλοιπη πόρτα σχεδίασες ένα γρήγορο τοπίο με πανιά και φράγματα` αν δεν το κοίταζε καλά θα είχε πει ένα παιχνίδι γραμμών στην τύχη, αλλά αυτή ήξερε να το κοιτάξει. Τούτη τη νύχτα δραπέτευσες για λίγο από ένα ζευγάρι αστυνομικών, στο διαμέρισμά σου ήπιες το ένα τζιν μετά το άλλο και της μίλησες, της είπες ό,τι σου ερχόταν στο στόμα σαν άλλο ηχητικό σχέδιο, σαν άλλο λιμάνι με πανιά, τη φαντάστηκες μελαχρινή και σιωπηρή, της διάλεξες χείλη και στήθη, την αγάπησες λιγάκι.
Σχεδόν αμέσως σου ήρθε ότι εκείνη έψαχνε μιαν απάντηση, πως θα γύριζε στο σχέδιό της όπως εσύ γύριζες τώρα στα δικά σου, και παρόλο που ο κίνδυνος ήταν κάθε φορά μεγαλύτερος μετά από τις επιθέσεις στην αγορά τόλμησες να πλησιάσεις στο γκαράζ, να γυροφέρεις το τετράγωνο, να πιεις ατέλειωτες μπύρες στο καφέ της γωνίας. Ήταν παράλογο γιατί εκείνη δε θα σταματούσε αφότου θα έβλεπε το σχέδιό σου, οποιαδήποτε από τις πολλές γυναίκες που πηγαινοέρχονταν θα μπορούσε να είναι αυτή. Στο ξημέρωμα της δεύτερης ημέρας διάλεξες έναν γκρι τοίχο και σχεδίασες ένα άσπρο τρίγωνο περικυκλωμένο από βούλες σαν φύλλα βελανιδιάς` από το ίδιο καφέ της γωνίας μπορούσες να δεις τον τοίχο (είχαν πια καθαρίσει την πόρτα του γκαράζ και μια περιπολία γύριζε και ξαναγύριζε σε μανία), το σούρουπο απομακρύνθηκες λίγο αλλά διαλέγοντας διάφορα σημεία οπτικής επαφής, μετακινούμενος από το ένα σημείο στο άλλο, αγοράζοντας μικροπράγματα στα μαγαζιά για να μην τραβήξεις την προσοχή υπερβολικά. Ήταν πια κλεισμένη νύχτα όταν άκουσες τη σειρήνα και οι προβολείς σου σάρωσαν τα μάτια. Υπήρχε ένα μπερδεμένο σύμπλεγμα πλάι στον τοίχο, έτρεξες ενάντια σε κάθε λογική και σε βοήθησε μόνο η τύχη ενός αυτοκινήτου που ενώ έκανε στροφή στη γωνία και ενώ φρέναρε μόλις είδε το περιπολικό, ο όγκος του σε προστάτεψε και είδες τη μάχη, ένα μαύρο μαλλί να τραβιέται από γαντοφορεμένα χέρια, τις κλωτσιές και τις κραυγές, το διακοπτόμενο όραμα κάποιου μπλε παντελονιού πριν τη σύρουν στο αμάξι και την πάρουν.

Πολύ αργότερα (ήταν φρικτό το να τρέμεις έτσι, ήταν φρικτό να σκέφτεσαι πως τούτο συνέβαινε εξαιτίας του δικού σου σχεδίου στον γκρι τοίχο) ανακατεύτηκες με άλλο κόσμο κι έφτασες να δεις μια σκιαγράφηση στα μπλε, τα ίχνη τούτου του πορτοκαλί που ήταν σαν τ' όνομά της ή το στόμα της, αυτή εκεί σε τούτο το ελαττωμένο σχέδιο που οι αστυνομικοί είχαν μουτζουρώσει πριν την πάρουν` έμενε αρκετό για ν' αντιληφθείς ότι είχε θελήσει να απαντήσει στο τρίγωνό σου με άλλο σχήμα, έναν κύκλο ή ίσως ένα σπιράλ, μια γεμάτη και όμορφη μορφή, κάτι σαν ένα ναι ή ένα πάντα ή ένα τώρα.
Το ήξερες πολύ καλά, σου περίσσευε χρόνος για να φανταστείς τις λεπτομέρεις αυτού που συνέβαινε στο κεντρικό αρχηγείο` στην πόλη όλο αυτό στάλαζε λίγο λίγο, ο κόσμος ήταν ενήμερος για τους φυλακισμένους, κι αν ενίοτε ξανάβλεπε ο ένας τον άλλο, θα είχαν προτιμήσει να μην ειδωθούν και όπως η πλειοψηφία, χάνονταν σε τούτη τη σιωπή που κανείς δεν τολμούσε να σπάσει. Το ήξερες πολύ καλά, τούτη τη νύχτα το τζιν δε θα σε βοηθούσε πέρα από το να δαγκώσεις τα χέρια σου, να ποδοπατήσεις τις χρωματιστές κιμωλίες πριν χαθείς στο μεθύσι και στο κλάμα.
Ναι, αλλά οι μέρες περνούσαν και δεν ήξερες πια να ζεις με άλλο τρόπο. Εγκατέλειψες ξανά τη δουλειά σου για να περιφέρεσαι στους δρόμους, να κοιτάς φευγαλαία τους τοίχους και τις πόρτες όπου εκείνη κι εσύ είχατε σχεδιάσει. Όλα καθαρά, όλα διαυγή` τίποτα, ούτε καν ένα ζωγραφισμένο από αθωότητα λουλούδι ενός σχολιαρόπαιδου που κλέβει κιμωλία στην τάξη και δεν αντιστέκεται στην ευχαρίστηση του να τη χρησιμοποιήσει. Ούτε εσύ μπόρεσες ν' αντισταθείς, κι ένα μήνα μετά ξύπνησες στο χάραμα κι επέστρεψες στην οδό του γκαράζ. Δεν υπήρχαν περιπολίες, οι τοίχοι ήταν τελείως καθαροί` ένας γάτος σε κοίταξε επιφυλακτικά από ένα κατώφλι όταν έβγαλες τις κιμωλίες και στο ίδιο μέρος, εκεί όπου αυτή είχε αφήσει το σχέδιό της, γέμισες τα ξύλα με μια πράσινη κραυγή, μια κόκκινη πυρκαγιά αναγνώρισης και αγάπης, τύλιξες το σχέδιό σου μ' ένα οβάλ που ήταν επίσης το στόμα σου και το δικό της και η ελπίδα. Τα βήματα στη γωνία σ' εκτόξευσαν σ' ένα πλούσιο αγώνα δρόμου, στο καταφύγιο μιας στοίβας από άδεια κουτιά` ένας διστακτικός μεθυσμένος πλησίασε σιγοτραγουδώντας, θέλησε να κλωτσήσει το γάτο κι έπεσε μπρούμυτα στα πόδια του σχεδίου. Έφυγες αργά, σίγουρος πια, και με τον πρώτο ήλιο κοιμήθηκες όπως δεν είχες κοιμηθεί για πολύ καιρό.
Τούτο το ίδιο πρωινό κοίταξες από μακριά: δεν το είχαν σβήσει ακόμα. Επέστρεψες το μεσημέρι: αδιανόητα σχεδόν συνέχιζε να είναι εκεί. Η αναταραχή στα προάστια (είχες ακούσει τα δελτία ειδήσεων) απομάκρυνε τις αστικές περιπολίες από τη ρουτίνα τους` στο σούρουπο το ξαναείδες όπως τόσος κόσμος το είχε δει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Περίμενες ως τις τρεις το πρωί για να επιστρέψεις, ο δρόμος ήταν άδειος και μαύρος. Από μακριά ανακάλυψες το άλλο σχέδιο, μόνο εσύ θα μπορούσες να το έχεις ξεχωρίσει τόσο μικρό πάνω και αριστερά από το δικό σου. Πλησίασες με κάτι που ήταν δίψα και τρόμος ταυτόχρονα, είδες το πορτοκαλί οβάλ και τις βιολετί βούλες απ' όπου φαινόταν να ξεπηδάει ένα πρησμένο πρόσωπο, ένα κρεμάμενο μάτι, ένα στόμα σακατεμένο με γροθιές. Ξέρω, ξέρω, αλλά τι άλλο θα είχα μπορέσει να σου σχεδιάσω; Τι μήνυμα θα είχε νόημα τώρα; Κάπως έπρεπε να σου πω αντίο και ίσως να σου ζητήσω να συνεχίσεις. Κάτι έπρεπε να σου αφήσω πριν επιστρέψω στο καταφύγιό μου όπου δεν είχα πια κανέναν καθρέφτη, μόνο μια τρύπα για να κρύβομαι μέχρι τέλους στο πιο απόλυτο σκοτάδι, θυμούμενος τόσα πράγματα κι ενίοτε, έτσι όπως είχα φανταστεί τη ζωή σου, φανταζόμουν ότι έκανες άλλα σχέδια, πως έβγαινες τη νύχτα για να κάνεις άλλα σχέδια.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Μια δική μου παιδική ηλικία, της Ντιάνα Μουτίκα

(μετάφρ.: nathalie)



Το πρώτο μου σπίτι ήταν ένα διαμέρισμα με μια ροζ, μαρμάρινη σκάλα κι έναν τεράστιο διάδρομο. Είναι προφανές ότι, ίσως, να μην ήταν τόσο μακρύς, αλλά ενός ή δύο χρονών δεν μπορούσα παρά να θαυμάσω το μεγαλείο του.

Στα δύο μου λίγα πράγματα ήξερα. Ήξερα ότι το σαλόνι είχε τραπέζια έξω, ότι πλάι στα τραπέζια έξω υπήρχαν άλλα τραπέζια έξω, ότι στα τραπέζια έξω στο πλάι υπήρχε ένας γάτος, ότι τα χέρια έχουν πέντε δάχτυλα και ότι οι εβδομάδες έχουν, επίσης, πέντε δάχτυλα.

Ο πατέρας μου έφευγε τις Δευτέρες για να δουλέψει και δεν επέστρεφε μέχρι που πια, η εβδομάδα, είχε κατεβάσει όλα της τα δάχτυλα. Αποφάσισα να κάνω το ίδιο, μου διηγούνται. Τις Δευτέρες κοιμόμουν με το χέρι τεντωμένο και μέρα τη μέρα κατέβαζα ένα δάχτυλο. Έτσι ήξερα ότι τη μέρα που θα κοιμόμουν με τη γροθιά κλειστή, κάτι καλό θα συνέβαινε.

Τώρα κλείνω τη γροθιά και τη σηκώνω όποτε μπορώ.


Φαντάζομαι έτσι, τώρα, πως κάτι καλό θα συμβεί.

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Βραδυκίνητα χρυσάνθεμα ατενίζουν μια γιορτή από φως, του Ροδρίγο Γκαρρίδο

(μετάφρ.: nathalie)


Κι έπειτα από κάθε πολιτισμό που κατοικεί σ' αυτές τις γαίες
το επίπεδο των πόλεων ανεβαίνει.
Το κατώφλι του 21ου αιώνα ανέρχεται πια
ως τις ίδιες τις πόρτες του Πλούτωνα.
Τα δικά μας τσιμέντα εδράζονται
στο σκορωφαγωμένο σχέδιο μιας ουδέτερης κοινωνίας.
Πού πάμε τόσο βιαστικά
αν ποτέ δεν μπορέσαμε να συμφιλιώσουμε το όνειρο;
Όταν εδώ δεν θα μπορεί κανείς πια να ζήσει
θα εισβάλλουμε στο χώρο με τις δικές μας καταθλίψες.
Στεναχωριέμαι σκεπτόμενος ότι ποτέ κανείς δεν είχε κάποιο σχέδιο.
Από τι δραπετεύουμε.
Γιατί αυτή η θηριώδης απόπειρα
να θάψουμε
τόσο γρήγορα
κάθε μοναδικό σπασμό της καρδιάς.



Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Το σπίτι με τις ρωγμές, της Βερόνικα Αράντα

(μετάφρ.: nathalie)

Τι ξέρεις γι' αυτή τη συγκράτηση,
τι ξέρεις γι' αυτό το σπίτι και τις ρωγμές του,
για κάθε αντικείμενο ή βιβλίο που άγγιξες
τα πρωινά μελέτης,
για την καλλιγραφία σου που είναι μνήμη.

Τι θα μπορούσες να μου πεις
για την επιθυμία μου για θάνατο
όταν πολλαπλασιάζεται στις ταράτσες
ή μπροστά σ' έναν κήπο με ντάλιες;

Αγάπη, οι έτοιμες φράσεις
δεν φτάνουν ποτέ στην ώρα τους.
Υπάρχουν μεσοδιαστήματα
σιωπής- αργίλου,
κατοχή που αρχίζει από την μη ταυτότητα.
Αυτό που συμβαίνει εκεί
είναι μόνο από το δέρμα σου προς τον ωκεανό.
Πηγή

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

άτιτλο, του Κάρλος Σάλεμ

(μετάφρ.: nathalie)


Υπάρχουν φιλιά που υψώνουν
παλάτια στον αέρα
ανάμεσα σε δυο στόματα
με μια πόρτα σε κάθε μεριά.

Αντιστοιχεί τότε
να τ' ανοίξει κανείς χωρίς φόβο
να διασχίσει το μεγάλο σαλόνι
στα σκοτεινά
με την καρδιά στο ένα χέρι
και στην άλλη το φακό
της αμοιβαίας επιθυμίας
να φωτίζει την απόσταση
της αγκαλιάς που έρχεται.   

Προτείνεται ν' αφεθούν απ' έξω
οι μνήμες ιστού αράχνης
οι αναμνήσεις
με γεύση στάχτης
και τα φαντάσματα άλλων κορμιών
μιας και για να διασχίσετε
το παλάτι ενός φιλιού
είναι απαραίτητο να νιώθετε καινούριοι.  

Είναι βολικό να φέρει κανείς προμήθειες
γιατί  οι πυξίδες έχουν λιώσει
και δεν μπορεί να προβλέψει
τη διάρκεια του ταξιδιού
μέχρι τον οριζόντιο ορίζοντα
των συναντήσεων. 
 
Το να διασχίζει κανείς το παλάτι συνήθως προκαλεί

τρομερή δίψα
που μόνο σβήνει
ή ανάβει ακόμα περισσότερο
έλα να μάθεις με καλές γουλιές ουίσκι

από το κακό.  
 
Ενίοτε θα μας ανακόψει
ο τρόμος

για το άγνωστο
το θράσος ενός πηγαδιού
ο δροσερός αέρας μιας αβύσσου.

Και μπροστά σ' αυτά δεν υπάρχουν οδηγίες.

Αλλά ορισμένοι συγγραφείς διαβεβαιώνουν
πως το να πέφτεις είναι μια μορφή
του ν' αρχίζεις να πετάς
και πως μπορεί να δει κανείς το σκοτάδι μόνο

με τα μάτια ανοιχτά.  

Επίσης μπορούμε

να μείνουμε έξω απ' το παλάτι
από αέρα
στην άλλη πλευρά των υποσχέσεων
της πόρτας 
ασφαλείς από τον κίνδυνο

της όρεξης
και της φλεγόμενης ευχαρίστησης 
των ανακαλύψεων.

Σε κάθε περίπτωση
πρέπει ν' αποφασίσει κανείς.


Ακούς τούτο τον ήχο
από ποτήρια που είναι γι' άδειασμα;

Είμαι εγώ.


Χτυπάω το κουδούνι.

Κι αν μου ανοίξεις
θα μπω. 

Πηγή

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Φόβος, του Χοσέ Γκαρθία Ομπρέρο

(μετάφρ.: nathalie)


Πέφτουν τα ρολά για ν' αποφύγουμε τους λεκέδες της νύχτας.
Ακούς να γαβγίζουν έξω τα σκυλιά του Κάρβερ;
Αυτά που πλησιάζουν τα σαγόνια τους, παρόλο που δεν δαγκώνουν:
δυο αλυσοπρίονα που επιμένουν να οσφραίνονται σε μας το τρέμουλο.
Σιωπηρή νύχτα, σταματημένη νύχτα, σκοτεινή νύχτα της ψυχής,
νύχτα της σκοτεινής σάρκας, σάρκας που διεκδικεί τον εαυτό της,
ενώ ο χρόνος πηδάει από αναπνοή σε αναπνοή`
ενώ τα τέσσερα αγγελάκια που πετούσαν τα όνειρα,
νευρικοί ελεύθεροι σκοπευτές τώρα στις γωνιές τους,
αναμένουν το κατάλληλο σήμα για να μας τινάξουν τα μυαλά.
Συνεχίζει έτσι ο γύρος του παιχνιδιού με τις μουσικές καρέκλες.
Κάποιος περιέγραψε σ'ένα ποίημα τη ζεστασιά των χεριών`
δεν ήταν το χέρι από τραπεζομάντηλο της μητέρας του Οτέρο
ούτε το πληγωμένο χέρι που λαχταρούσε ο Λόρκα,
ίσως το σταθερό χέρι που δεν βάστηξε την Σέξτον
ή το πιο όμορφο χέρι που επιθύμησε ο Κορτάσαρ.
Κάποια στιγμή έλεγε: "δώσε μου το χέρι σου",
παρέδωσέ μου ζέστη για να μου φωτίσεις στον κόσμο,
γιατί η ποίηση δε είναι καταφύγιο μα βροχή,
το κίτρινο πλαγκτόν που προηγουμένως υπήρξε ναυαγοσώστης.
Το ρολό όχι εξολοκλήρου κλειστό ανακοινώνει έναν ουρανό
ολόιδιο με τη  δυσωδία ενός εγκληματία.
Πού μπορώ να κρυφτώ όταν πλησιάσουν τη μουσούδα τους
και ο μόνος έγκλειστος είμαι εγώ;
 
Πηγή

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

In utero, του Ραφαέλ Τσαπάρρο Μαδιέδο

 (μετάφρ.: nathalie)


   Ο Κύριος Κερτ Κομπέιν, τραγουδιστής τον Nirvana, ήταν ένα ψάρι. Ένα θλιμμένο ψάρι, ένα ψαράκι φρικαρισμένο, χαμένο στο τεράστιο ενυδρίο γεμάτο με βρομόνερο των ημερών και των νυχτών. Ο Κερτ Κομπέιν αντιπροσώπευε όλη την αηδία που μπορείς να νιώσεις για τη βορειαμερικάνικη καταναλωτική κοινωνία. Ο Κομπέιν, ένας πάνκης εμπνεόμενος από τον Χέντριξ, ήταν ίσως ο τελευταίος των αναρχικών μιας γενιάς εξολοκλήρου κυριαρχούμενης από το νεοφιλελεύθερο κύμα στην ηθική στάση. Ο Κομπέιν ήταν 27 χρονών, πήγαινε κόντρα στους καλούς τρόπους στο τραπέζι και στο κρεβάτι, κόντρα στο να μη ξύνεις τη μύτη σου. Ο Κύριος Κομπέιν ήταν υποστηρικτής του να ξύνεις τα μπαλάκια σου δημοσίως και να φτύνεις μπροστά στους ισχυρούς της Βόρειας Αμερικής. Αυτές τις τελευταίες μέρες έφυγαν δύο από τους μεγαλύτερους. Ο Κύριος Τσαρλς Μπουκόφσκι, ο απρεπής συγγραφέας από την Καλιφόρνια, πιο απρεπής από τον Μίλλερ, και ο Κύριος Κομπέιν. Αμφότεροι μύγες στο πρωϊνό με βορειοαμερικάνικες βιταμίνες. Αμφότεροι στη μήτρα της αναρχίας. Αμφότεροι δυστυχισμένοι. Ο ένας, ο Τσαρλς, πιστός του σεξ και του αλκοόλ. Ο άλλος, πιστός της ηρωίνης και της μουσικής. Καταραμένοι ήρωες μιας καταραμένης κοινωνίας.
Ο Κομπέιν, όπως είχα ήδη πει, αντιπροσώπευε την τελευταία χειροβομβίδα του κατακερματισμού μιας γενιάς που πολύ σύντομα σταμάτησε να είναι νέα και ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις. Είναι η ίδια μου η γενιά, μια γενιά χωρίς ταυτότητα που από την εφηβεία της εκπαιδεύτηκε στις αξίες της παραγωγής και της αναπαραγωγής, μια γενιά που προκειμένου να πάει κόντρα στη γενιά του κόσμου που σήμερα είναι σαράντα και που ασχολήθηκε στα νιάτα της με την ανευθυνότητα, υποστήριξε τις σημαίες των γονιών [της γενιάς αυτής], τις σημαίες της υπευθυνότητας, τη σημαία του “clean image”, του “clean image” του όχι στα τσιγάρα, του ναι στην κουλτούρα του υγιούς μυαλού και σώματος, του “clean image” των ξεκάθαρων και ξεχωριστών σκέψεων, των ορθολογικών σκέψεων, των καλών λόγων και της καλής συμπεριφοράς. Ίσως χωρίς να το ξέρει, ο Κύριος Κερτ Κομπέιν είχε κάτι από Μπωντλαίρ, κάτι από Ρεμπώ. Ίσως χωρίς να το ξέρει ο κόσμος ήταν μικρός γι’ αυτόν. Αυτό για το οποίο ήταν όμως βέβαιος ο Κύριος Κομπέιν ήταν πως αυτόν τον ίλιγγο του κόσμου ήταν καλύτερο να τον διασχίσεις διαμέσου μιας κραυγής, διαμέσου μιας σύριγγας, διαμέσου μιας μήτρας, διαμέσου ενός κίτρινου τσιγάρου, διαμέσου του εύθραυστου κορμιού της πανκ γκόμενάς του Κόρτνεϊ Λαβ, διαμέσου μιας ηλεκτρικής κιθάρας. Ίσως χωρίς να το ξέρει, ο Κύριος Κομπέιν μας έκλεψε για πάντα τη Νιρβάνα.

La Prensa, Bogotá, 17 de abril de 1994, p. 26

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Θεωρία και Παραίσθηση του Δουβλίνου, του Χοσέ Ιέρρο

(μετάφρ.: nathalie)



                 I
            ΘΕΩΡΙΑ
Μια κενή στιγμή
δράσης μπορεί να κατοικηθεί μοναχά
από νοσταλγία ή κρασί.
Υπάρχει αυτός που τη γεμίζει με ζωντανές λέξεις,
με ποίηση (δράση
φαντασμάτων, κρασί με ενοχή).

Όταν η ζωή σταματά,
γράφεται το παρελθόν ή το αδύνατο
ώστε οι υπόλοιποι να ζήσουν εκείνο
που ήδη βίωσε (ή που δεν βίωσε) ο ποιητής.
Αυτός δεν μπορεί να δώσει κρασί,
νοσταλγία στους υπόλοιπους: μόνο λέξεις.
Αν μπορούσε να τους δώσει δράση...

Η ποίηση είναι σαν τον άνεμο,
ή σαν τη φωτιά, ή σαν τη θάλασσα.
Κάνει να δονούνται δέντρα, ρούχα,
αγκαλιάζει στάχυα, ξερά φύλλα,
επινοεί στο κυμάτισμά της τα αντικείμενα
που κοιμούνται στην παραλία.
Η ποίηση είναι σαν τον άνεμο,
ή σαν τη φωτιά, ή σαν τη θάλασσα:
δίνει την εντύπωση της ζωής
στο ακίνητο, στο παραλυμένο.
Και το κούτσουρο που καίγεται,
τα κοχύλια που τα κύματα φέρνουν ή φέρουν,
το χαρτί που αρπάζει ο άνεμος,
λαμπυρίζουν μια στιγμιαία ζωή
ανάμεσα σε δυο ακινησίες.

Αλλά αυτοί που είναι ζωντανοί,
οι παραφουσκωμένοι από δράση,
οι παλλόμενοι από νοσταλγία ή κρασί,
τούτοι... ευτυχισμένοι, μακάριοι,
διότι δεν χρειάζονται τις λέξεις
όπως το άλογο τρέχει, παρόλο που δεν φυσάει τον αέρα,
και πετάει ο γλάρος, παρόλο που είναι ξηρή η θάλασσα,
κι ο άνθρωπος κλαίει, και τραγουδά,
σχεδιάζει και χτίζει, ακόμα και χωρίς τη φωτιά.


                II
      ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ
Θυμάμαι τα δέντρα στο Δουβλίνο.
(Το να φαντάζεσαι και το να θυμάσαι
επικαλύπτονται και συγχέονται`
κατοικούν, συνυφασμένα, μια κενή στιγμή
με ολόιδιο συναίσθημα.
Το να φαντάζεσαι και το να θυμάσαι...)
Θυμάμαι τα δέντρα στο Δουβλίνο...
Κάποιος τα ζει και τα θυμάμαι εγώ.
Από τα δέντρα πέφτουν χρυσά φύλλα
πάνω στην άσφαλτο της Μαδρίτης.
Θροΐζουν κάτω απ' τα πόδια μου, πάνω στους ώμους μου,
χαϊδεύουν τα χέρια μου,
θα ήθελαν να μου στύψουν την καρδιά.
Δεν ξέρω αν θα το καταφέρουν...
Να φαντάζεσαι και να θυμάσαι...
Υπάρχει ένα λεπτό που δεν είναι δικό μου,
δεν ξέρω αν στο παρελθόν, στο μέλλον,
αν στο ανέφικτο... Και το χαϊδεύω, το κάνω
παρόν, φλέγον, με την ποίηση.
Δεν ξέρω αν το θυμάμαι ή το φαντάζομαι.
(Το να φαντάζομαι και το να θυμάμαι μου γεμίζουν
την κενή στιγμή).
Ξεπροβάλλω στο παράθυρο.
Έξω δεν είναι το Δουβλίνο αυτό που βλέπω,
μα η Μαδρίτη. Και, μέσα, ένας άντρας
χωρίς νοσταλγία, χωρίς κρασί, χωρίς δράση,
να χτυπάει την πόρτα.
Είναι ένα φάντασμα
που κυνηγά άλλο φάντασμα του παρελθόντος:
το φάντασμα του ανέμου, της θάλασσας,
της φωτιάς -ξέρεις πια για τι μιλώ-, φάντασμα
που θα μπορούσα να το κάνω να τραγουδήσει, να κάνω να δονηθεί
η καρδιά του, για να νιώσει ζωντανό.


Πηγή