Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Λ όπως Λογοτεχνία, Ζιλ Ντελέζ[i]

(Μετάφρ.: Nathalie)



  Η Παρνέ ξεκινά με την παρατήρηση ότι η λογοτεχνία και η φιλοσοφία αποτελούν τη ζωή του Ντελέζ, ότι διαβάζει και ξαναδιαβάζει “μεγάλη λογοτεχνία” <la grande littérature> και πραγματεύεται τους μεγάλους λογοτεχνικούς συγγραφείς ως στοχαστές. Ανάμεσα στα βιβλία του για τον Καντ και τον Νίτσε, έγραψε το Ο Προυστ και τα σημεία[ii] και στη συνέχεια δημοσίευσε τρεις επαυξημένες εκδόσεις του βιβλίου. Έχει γράψει για τον Κάρολ και τον Ζολά στο Logique du sens, για τον Μαζόχ, τον Κάφκα, τη βρετανική και την αμερικανική λογοτεχνία. Έχει κανείς την αίσθηση, λέει εκείνη, ότι είναι περισσότερο μέσω της λογοτεχνίας παρά μέσω της ιστορίας της σκέψης που αυτός εγκαινίασε ένα νέο είδος στοχασμού. Οπότε, ρωτά, ο Ντελέζ υπήρξε πάντοτε αναγνώστης;
  Ο Ντελέζ λέει ναι, παρόλο που σε κάποια στιγμή, υπήρξε πολύ πιο ενεργός αναγνώστης φιλοσοφίας, δεδομένου ότι ήταν κομμάτι της εκπαίδευσής του και δεν είχε χρόνο για μυθυστορήματα. Αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής του, διάβασε όλο και περισσότερα. Κάνει χρήση αυτών στη φιλοσοφία; ρωτά. Ναι, φυσικά` για παράδειγμα, σημειώνει ότι χρωστάει πολλά στο Φιτζέραλντ, ακόμη και στο Φώκνερ, παρόλο που δεν θεωρείται συχνά πολύ φιλοσοφικός συγγραφέας. <Ο Ντελέζ εδώ σημειώνει ότι δεν μπορεί να θυμηθεί ποιοι συγγραφείς είναι σημαντικοί για εκείνον.>
  Ο Ντελέζ συνεχίζει, λέγοντας ότι τα λογοτεχνικά διαβάσματά του μπορεί να εξηγηθούν ως μια συνάρτηση αυτού που συζητούσαν νωρίτερα: η ιστορία των ιδεών δεν είναι ποτέ μόνη` την ίδια στιγμή που καταγίνεται με το έργο της, μας κάνει να βλέπουμε πράγματα, δηλαδή υφίσταται μια διασύνδεση επί των παραστατών[iii]. Όποτε κάποιος βρίσκει κάτι παραστατό σε ένα μυθιστόρημα, υπάρχει μια αέναη επικοινωνία μεταξύ των εννοιών και των παραστατών. Υπάρχουν επίσης στυλιστικά προβλήματα που είναι κοινά στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Ο Ντελέζ προτείνει να θέσουμε το ερώτημα με σχετικά απλούς όρους: οι μεγάλοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες είναι μεγάλοι στοχαστές. Ξαναδιαβάζει πολύ Μέλβιλ και θεωρεί τον καπετάνιο Άχαμπ ένα μεγάλο στοχαστή` τον Μπάρτλμπυ επίσης, με τον δικό του τρόπο[iv].  Μας προκαλούν να σκεφτούμε με έναν τέτοιο τρόπο ώστε ένα λογοτεχνικό έργο ιχνηλατεί μονοπάτια διαλειπουσών εννοιών <en pointillé> τόσο μεγάλα όσο και αυτά των παραστατών.  Πολύ απλά, ισχυρίζεται, δεν είναι έργο του λογοτεχνικού συγγραφέα που δεν μπορεί να κάνει τα πάντα μεμιάς, αυτός/ αυτή είναι παγιδευμένος στα προβλήματα των παραστατών και στο να σε κάνει να δεις <faire voir>, να σε κάνει να αντιληφθείς <faire percevoir> και να δημιουργεί χαρακτήρες` ένα τρομακτικό έργο. Κι ένας συγγραφέας δημιουργεί έννοιες, αλλά συμβαίνει να επικοινωνούν άψογα, δεδομένου ότι κατά κάποιον τρόπο, η έννοια είναι ένας χαρακτήρας και ο χαρακτήρας παίρνει διαστάσεις έννοιας.
  Αυτό που ο Ντελέζ βρίσκει κοινό ανάμεσα στη “μεγάλη λογοτεχνία” και τη “μεγάλη φιλοσοφία” είναι πως αμφότερες αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της ζωής <ils témoignent pour la vie>, αυτό που νωρίτερα αποκάλεσε “δύναμη” αποτελεί μάρτυρα της ζωής. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγάλοι συγγραφείς δε χαίρουν πάντα άκρας υγείας. Υπάρχουν, μερικές φορές, περιπτώσεις σαν τον Βίκτωρ Ουγκώ που το κάνουν, οπότε δεν πρέπει να λέει κανείς ότι κανένας συγγραφέας δεν χαίρει άκρας υγείας, αφού κάποιοι το κάνουν. Αλλά γιατί, αναρωτιέται ο Ντελέζ, υπάρχουν τόσοι πολλοί λογοτεχνικοί συγγραφείς που δεν χαίρουν άκρας υγείας; Είναι διότι βιώνουν μια πλημμύρα ζωής <flot de vie>, είτε πρόκειται για την αδύναμη υγεία του Σπινόζα είτε για του Λώρενς. Αντιστοιχεί σε αυτό που ο Ντελέζ είπε νωρίτερα για το παράπονο: αυτοί οι συγγραφείς έχουν δει κάτι πολύ μεγάλο για τους ίδιους, είναι προφήτες, οραματιστές, ανίκανοι να το διαχειριστούν και αυτό τους τσακίζει. Γιατί ο Τσέχωφ είναι τσακισμένος σε τέτοιο βαθμό; “Είδε” κάτι. Οι φιλόσοφοι και οι λογοτεχνικοί συγγραφείς βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, θεωρεί ο Ντελέζ. Υπάρχουν πράγματα που καταφέρνουμε να δούμε, και με κάποιο τρόπο, ποτέ δεν επανερχόμαστε, ποτέ δεν επιστρέφουμε. Αυτό συμβαίνει συχνά στους συγγραφείς, αλλά γενικά, πρόκειται περί αντιλήψεων στα όρια του αντιληπτού, στα όρια του εφικτού. Άρα, μεταξύ της δημιουργίας ενός μεγάλου χαρακτήρα και μιας μεγάλης έννοιας, υπάρχουν τόσες πολλές συνδέσεις, ώστε κανείς να μπορεί να τα δει ωσάν να αποτελούν το ίδιο, κατά κάποιο τρόπο, εγχείρημα.
  Η Παρνέ ρωτά αν ο Ντελέζ θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα της φιλοσοφίας ή συγγραφέα με  τη λογοτεχνική έννοια. Ο Ντελέζ απαντά πως δεν γνωρίζει αν είναι συγγραφέας τη φιλοσοφίας, αλλά πως γνωρίζει ότι κάθε μεγάλος φιλόσοφος είναι ένας μεγάλος συγγραφέας. Η Παρνέ παρατηρεί ότι όταν κανείς είναι μεγάλος φιλόσοφος φαίνεται να έχει μια νοσταλγία για τη δημιουργία μυθοπλασίας, αλλά ο Ντελέζ λέει όχι, αυτό ούτε καν προκύπτει, είναι σαν να ρωτάς ένα ζωγράφο, γιατί δε δημιουργεί μουσική. Ο Ντελέζ παραδέχεται ότι θα μπορούσε κανείς να συλλάβει ένα φιλόσοφο που γράφει μυθιστορήματα` βέβαια, γιατί όχι; Ο Ντελέζ λέει πως δεν πιστεύει πως ο Σαρτρ ήταν μυθιστοριογράφος, παρόλο που προσπάθησε να γίνει και γενικότερα, ο Ντελέζ δεν μπορεί να σκεφτεί κάποιους πραγματικά μεγάλους φιλοσόφους, οι οποίοι να ήταν ταυτόχρονα και σημαντικοί μυθιστοριογράφοι. Αλλά από την άλλη πλευρά, ο Ντελέζ νιώθει ότι οι φιλόσοφοι έχουν δημιουργήσει χαρακτήρες,  κυρίως και κατ'εξοχήν ο Πλάτωνας` και σίγουρα ο Νίτσε, με το Ζαρατούστρα.  Άρα αυτές είναι διασταυρώσεις που συζητιούνται διαρκώς και ο Ντελέζ θεωρεί τη δημιουργία του Ζαρατούστρα τεράστια επιτυχία, τόσο πολιτικά όσο και λογοτεχνικά, όπως και τους χαρακτήρες του Πλάτωνα. Αυτά είναι σημεία για τα οποία κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν είναι έννοιες ή χαρακτήρες, και ίσως πρόκειται για τις πιο όμορφες στιγμές.
  Η Παρνέ αναφέρεται στην αγάπη του Ντελέζ για δευτερεύοντες λογοτεχνικούς συγγραφείς, όπως ο Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ και ο Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν, ρωτώντας για το αν πάντα καλλιεργούσε αυτή του την αγάπη. Εδώ, ο Ντελέζ καλύπτει το πρόσωπό του με το ένα χέρι, ενώ απαντά πως βρίσκει αληθινά αλλόκοτο το να αναφέρονται στον Βιλιέ ως δευτερεύοντα συγγραφέα <ο Ντελέζ γελάει>. Αν σκεφτείς αυτό το ερώτημα... <διακόπτει, σηκώνοντας τους ώμους του> Λέει πως υπάρχει κάτι αληθινά αισχρό, τελείως αισχρό... Θυμάται πως όταν ήταν αρκετά νέος, του άρεσε η ιδέα της ανάγνωσης του συνόλου του έργου, των απάντων ενός συγγραφέα. Ως αποτέλεσμα, δεν είχε μεγάλη αγάπη για τους δευτερεύοντες συγγραφείς, αν και ενίοτε η αγάπη του συνέπεφτε με αυτούς, αλλά για συγγραφείς που είχαν γράψει λίγα. Κάποια έργα είναι υπερβολικά τεράστια, κατακλυσμιαία για αυτόν, όπως του Ουγκώ, σε βαθμό που ο Ντελέζ ήταν έτοιμος να πει ότι ο Ουγκώ δεν ήταν ένας πολύ καλός συγγραφέας. Από την άλλη πλευρά, ο Ντελέζ ήξερε τα έργα του Πωλ- Λουί Κουριέ σχεδόν απ'έξω, εις βάθος. Άρα ο Ντελέζ παραδέχεται την προτίμησή του για τους αποκαλούμενους δευτερεύοντες συγγραφείς, παρόλο που ο Βιλιέ δεν είναι δευτερεύοντας συγγραφέας. Ο Ζουμπέρ ήταν επίσης ένας συγγραφέας που ήξερε εις βάθος` και ένας λόγος για τον οποίο ήξερε αυτούς τους συγγραφείς, παραδέχεται ότι μάλλον ήταν αισχρός: είχε γι 'αυτόν ένα ορισμένο κύρος το να είναι εξοικειωμένος με συγγραφείς οριακά γνωστούς... Αλλά αυτό ήταν ένα είδος μανίας, καταλήγει ο Ντελέζ και του πήρε αρκετά για να μάθει πόσο μεγάλος ήταν ο Ουγκώ και πως το μέγεθος του έργου δεν ήταν μέτρο.
  O Ντελέζ συνεχίζει στο ίδιο πνεύμα, συμφωνώντας πως στις λεγόμενες δευτερεύουσες λογοτεχνίες... Επιμένει ότι η ρωσική λογοτεχνία, για παράδειγμα, δεν περιορίζεται στον Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι, πως δεν μπορεί κανείς να αποκαλέσει τον Λέσκοφ δευτερεύοντα, μιας και υπάρχουν τόσα πολλά εκπληκτικά στον Λέσκοφ. Άρα αυτοί είναι μεγάλες διάνοιες. Μετά ο Ντελέζ λέει πως αισθάνεται πως δεν έχει να πει πολλά σε αυτό το σημείο για τους δευτερεύοντες συγγραφείς, αλλά αυτό για το οποίο είναι ευτυχής είναι για το ότι έχει προσπαθήσει να βρει σε οποιοδήποτε άγνωστο συγγραφέα κάτι που θα μπορούσε να του επιδείξει μια έννοια ή έναν αξιοσημείωτο χαρακτήρα. Αλλά ναι, λέει ο Ντελέζ` δεν έχει εμπλακεί σε καμιά συστηματική έρευνα <σ'αυτόν τον τομέα>.
  Η Παρνέ καταπιάνεται με αυτό αναφερόμενη ξανά στη δουλειά του για τον Προυστ, ως της μοναδικής ενδελεχούς εργασίας που αφιέρωσε ποτέ σε έναν μόνο συγγραφέα, παρόλο που η λογοτεχνία αποτελεί τέτοια αναφορά στη φιλοσοφία του. Οπότε η ίδια αναρωτιέται για το πως εκείνος δεν έχει αφιερώσει ένα ολόκληρο βιβλίο στη λογοτεχνία, ένα βιβλίο με σκέψεις <livre de pensée> για τη λογοτεχνία. Ο Ντελέζ λέει πως απλά δεν είχε το χρόνο, αλλά πως σκοπεύει να το κάνει. Η Παρνέ λέει πως αυτό τον έχει στοιχειώσει κι αυτός απαντά πως σκοπεύει να το κάνει γιατί το επιθυμεί. Η Παρνέ ρωτά για το αν θα είναι ένα βιβλίο κριτικής και ο Ντελέζ λέει πως αντί αυτού, θα είναι για το πρόβλημα του τι σημαίνει το γράψιμο, για τον ίδιο, στη λογοτεχνία. Λέει πως η Παρνέ γνωρίζει το σύνολο του ερευνητικού του προγράμματος, συνεπώς θα δουν αν έχει το χρόνο.
  Η τελευταία ερώτηση για το γράμμα Λ αναφέρεται στο γεγονός του ότι παρόλο που ο Ντελέζ διαβάζει πολλούς μεγάλους (κανονικούς) συγγραφείς, δεν μένει κανείς με την εντύπωση ότι διαβάζει πολλούς σύγχρονους συγγραφείς. Ο Ντελέζ λέει πως αντιλαμβάνεται τι εννοεί και πως μπορεί να απαντήσει γρήγορα: δεν είναι πως δεν του αρέσει να τους διαβάζει, είναι πως η λογοτεχνία είναι μια αληθινά εξειδικευμένη δραστηριότητα για την οποία θα πρέπει να έχει κανείς κατάρτιση <formation>, κάτι δύσκολο στη σύχρονη παραγωγή. Είναι ζήτημα γούστου, ακριβώς όπως οι άνθρωποι βρίσκουν νέους ζωγράφους` θα πρέπει να μάθει κανείς πως <να ζωγραφίζει>. Ο Ντελέζ λέει πως θαυμάζει πολύ ανθρώπους που πάνε σε γκαλερί και νιώθουν πως υπάρχει κάποιος που πραγματικά είναι ζωγράφος, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί, και εξηγεί το γιατί: του πήρε πέντε χρόνια, λέει, να καταλάβει -όχι τον Μπέκετ, αυτό έγινε κατευθείαν- αλλά τι είδους καινοτομία αντιπροσώπευε η γραφή του Ρομπ- Γκριγιέ. Ο Ντελέζ ισχυρίζεται πως έχει υπάρξει ένας εκ των ηλιθιοτέρων όταν μιλούσε για τον Ρομπ- Γκριγιέ στην αρχή.   Ο Ντελέζ δεν θεωρεί τον εαυτό του έναν εξερευνητή αυτού του πεδίου, ενώ στη φιλοσοφία είναι πιο σίγουρος γιατί είναι πιο ευαίσθητος όσον αφορά μια νέα ποιότητα και σε τι, από την άλλη πλευρά, είναι εντελώς τιποτένιο και περιττό. Στον τομέα του μυθιστορήματος, ο Ντελέζ λέει πως είναι αρκετά ευαίσθητος για να ξέρει τι έχει ήδη ειπωθεί και δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Όντως είχε μία ανακάλυψη με τον δικό του τρόπο, κάποιον που έκρινε πως ήταν ένας μεγάλος νέος μυθιστοριογράφος, ο Αρμάν Φαράτσι. [Στην "Εισαγωγή: Ρίζωμα" στo Mil Plateaux οι Ντελέζ και Γκουαταρί αναφέρονται στο βιβλίο του Φαράτσι La Dislocation, σαν ένα παράδειγμα (ανάμεσα σε αρκετά άλλα) ενός υποδείγματος νομαδικής και ριζωματικής γραφής.]
  Άρα, το ερώτημα που θέτει η Παρνέ, λέει ο Ντελέζ, είναι αρκετά συνετό, αλλά υποστηρίζει ότι δεν πρέπει κανείς να πιστέψει ότι, χωρίς εμπειρία, μπορεί να κρίνει ό,τι δημιουργείται. Αυτό που ο Ντελέζ προτιμά και αυτό που του φέρνει μεγάλη χαρά είναι όταν κάτι που ο ίδιος δημιουργεί έχει αντίκτυπο στο έργο ενός νεαρού ζωγράφου ή ενός νεαρού συγγραφέα. Μ'αυτόν τον τρόπο, ο Ντελέζ νιώθει ότι μπορεί να έχει κάποιου είδους επαφή με ό,τι συμβαίνει επί του παρόντος, με έναν άλλον τρόπο δημιουργίας. Ο Ντελέζ λέει πως η ανεπάρκειά του να κρίνει, αντισταθμίζεται με αυτές του τις συναντήσεις με ανθρώπους που απηχούν αυτό που εκείνος κάνει και αντίστροφα.
  Η Παρνέ λέει πως, για παράδειγμα, η ζωγραφική και ο κινηματογράφος ευνοούν αυτές τις συναντήσεις δεδομένου ότι εκείνος πηγαίνει σε γκαλερί και σε σινεμά, αλλά πως η ίδια αδυνατεί να τον φανταστεί να κάνει βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο και να κοιτάει βιβλία που βγήκαν μόλις τους προηγούμενους μήνες. Ο Ντελέζ λέει πως έχει δίκιο, αλλά πως αυτό συνδέεται με την ιδέα πως η λογοτεχνία δεν είναι πολύ ακμαία αυτή τη στιγμή, μια ιδέα που είναι προκατασκευασμένη στο μυαλό του, πως η λογοτεχνία είναι τόσο διεφθαρμένη από το σύστημα διανομής, των λογοτεχνικών βραβείων, που δεν αξίζει καν τον κόπο.


Πηγή


[i] Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί απόσπασμα από τη συνέντευξη του Ντελέζ στο γαλλικό τηλεοπτικό πρόγραμμα L'Abécédaire de Gilles Deleuze (Το αλφαβητάρι του Ζιλ Ντελέζ) που γυρίστηκε τα έτη 1988- 1989 σε παραγωγή Pierre- André Boutang, όπου κάθε εκπομπή αντιστοιχεί σε ένα γράμμα του γαλλικού αλφαβήτου. Η εκπομπή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο κανάλι Arte μετά το θάνατο του Ντελέζ το 1996, γιατί έτσι είχε συμφωνήσει ο ίδιος. Κι ένα άρθρο του Ντελέζ και τη λογοτεχνία: “Λογοτεχνία και ζωή” (μετάφρ.: Θοδωρής Χιώτης), Ποίηση (26), 2006.
[ii] Ζιλ Ντελέζ: Ο Προυστ και τα σημεία (μετάφρ.: Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλιέττα Ράλλη), εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1977
[iii] Για τη μετάφραση της λέξης percept ως παραστατό, συμβουλεύτηκα το Θεόδωρο Χιώτη.
[iv] Βλέπε και το κείμενο του Ντελέζ: “Bartleby, ou la formule”, 1989. Στα ελληνικά συμπεριλαμβάνεται ως επίμετρο στην έκδοση Μπάρτλμπυ ο γραφέας του Χέρμαν Μέλβιλ (μετάφρ.: Αθηνά Δημητριάδου), εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου