Εσύ στην παραλία
- να μαζεύεις-
και η απελπισμένη θάλασσα.
(μετάφρ.: nathalie)
Κάθεσαι σε κάποια τραπεζάκια έξω
να πιεις κάτι.
Λίγα μέτρα από σένα,
αγόρια και κορίτσια κάνουν πατίνι, κάνουν
σχοινάκι, παλεύουν…
Ανάβεις τσιγάρο,
καπνίζεις γαλήνια.
Στο τέλος έρχεται η μπύρα:
σωστή,
αφρώδης, δροσερή.
Κλείνεις τα μάτια
και “αυτό είναι ευτυχία”,
λες στον εαυτό σου.
Έπειτα τ’ ανοίγεις
και βλέπεις αυτόν τον καημένο γέρο
να ψάχνει τους κάδους αχρήστων.
(μετάφρ.: nathalie)
Το νερό από το ντουζ
κόντρα στο βρεγμένο σου
δέρμα.
Δεν υπάρχει μουσική
-ούτε μοντέρνα
ούτε κλασική-
που να το φτάνει αυτό,
αυτό που τώρα νιώθω,
αυτό που φαντάζομαι
ακούγοντάς το.