Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Ακούστε με φίλοι, του Μάρκος Άνα

(μετάφρ.: nathalie)

Ακούστε με φίλοι. Έχω δει
με τα μάτια νυσταγμένα
κάτι που θέλω να σας διηγηθώ.
Είναι ξημέρωμα. Ένας φυλακισμένος
απέναντί μου ξυπνάει.
Ανασηκώνεται πάνω σ' έναν αγκώνα
Στρίβει ένα τσιγάρο. Κάθεται.
Ενόσω καπνίζει έχει απών το
βλέμμα σαν κοιμισμένο το μέτωπο
(Ονειρεύεται τον άνεμο στο παράθυρο)
Πετάει το τσιγάρο. Γέρνει.
Βγάζει ένα κομμάτι ψωμί,
το τρώει αργά 
κι έπειτα... ξεσπά σε κλάμματα.
(Ίσως να μην έχει σημασία...
Εγώ σας το διηγούμαι)
Ξέρετε ήδη πως εμένα οι ταφόπλακες
με έχουν φθείρει ως τα κόκκαλα
της καρδιάς,
αλλά το να βλέπεις έναν άνθρωπο να κλαίει
είναι, πάντα, κάτι τρομερό.
Κι αυτός ο φυλακισμένος δεν είναι ένα δέντρο
που έχει κομματιαστεί. Παραμένει άθικτος.
Αλλά ξαφνικά έχει έρθει
κάθε τι "δικό του" στη συνάντησή του
αυτή τη γαλήνια νύχτα...
Με τον πόνο του στο στήθος μου
τον κοιτώ. Δεν μπορεί να με δει.
Τα μάτια του βρίσκονται πολύ μακριά.
Τα μάτια του κοντά, να κλαίνε
τόσο απαλά, τόσο βαθιά
που μόλις που θα κινηθούν ο αέρας
κι η σιωπή.
Ένας "συναγερμός" τον ταράζει.
(Tην αυλή
ακούγεται να διασχίζει η αλλαγή φρουράς).

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Επιτάφιος, του Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο

(μετάφρ.: nathalie)


Έχει πεθάνει
γαζωμένος από τα φιλιά των παιδιών του,
αθωωμένος από τα πιο γλυκά μπλε μάτια
και με την καρδιά του πιο γαλήνια από άλλες μέρες,
ο ποιητής Λεοπόλδο Πανέρο,
που γεννήθηκε στην πόλη Αστόργα
κι ωρίμασε τη ζωή του κάτω από τη σιωπή μιας βελανιδιάς.
Που αγάπησε πολύ,
ήπιε πολύ και τώρα,
τα μάτια του δεμένα,
περιμένει την ανάσταση της σάρκας
εδώ, κάτω απ'αυτήν την πέτρα.

Πηγή

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Σημαίες, του Πέπε Περέθα

 (μετάφρ.: nathalie)


Απ' όσο θυμάμαι δεν έχω ποτέ υψώσει κάποια σημαία. Δεν μου αρέσουν, καμιά εξ αυτών. Αλλά άν έπρεπε να διαλέξω μία, θα ήταν αυτή: τη φωτογραφία που πήρε από τη Γη ο δορυφόρος Cassini ενώ περνούσε από τον Κρόνο. Ένα μικροσκοπικό σημείο φωτός που μόλις ξεχωρίζει εν μέσω του απέραντου μαύρου. Τούτη θα ήταν η σημαία μου, κάποια που να μην εξυψώνει το μεγαλείο κανενός, ακριβώς το αντίθετο, να μας θυμίζει διαρκώς το πόσο μικροί είμαστε.