Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Το πολιτικό, μάλλον, γεννήθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο/ συνέντευξη με τη Νινόν Γκρανζέ

(συνέντευξη: lundimatin & La Maison de la Grève / μετάφραση: Nathalie)


Μετά από τις επιθέσεις του Νοέμβρη του 2015, ο Φρανσουά Ολλάντ πρόφερε έναν επίσημο λόγο ενώπιον του Κογκρέσου: κήρυξε τη Γαλλία σε πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία. Δύο μέτωπα ανοίγονται: από τη μια μεριά, η Γαλλία δεσμεύεται στον πόλεμο στη Συρία βομβαρδίζοντας έδρες του Ισλαμικού Κράτους. Από την άλλη, ο Πρόεδρος κήρυξε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης την εθνική επικράτεια. Η πληθώρα των αστυνομικών δυνάμεων συμπίπτει με την απαιτούμενη σύγχυση ανάμεσα στο Ισλάμ, τον πολιτικό ριζοσπαστισμό του Ισλαμικού Κράτους και τους μετανάστες. Αυτός ο στιγματισμός ενός ολόκληρου μέρους του πληθυσμού θυμίζει και αναβαθμίζει την εικόνα του εμφυλίου πολέμου. Πολιτική, κράτος έκτακτης ανάγκης, εμφύλιος πόλεμος, αυτή η κατάσταση φέρνει αντιμέτωπες αυτές τις δύο θεμελιώδεις έννοιες της Δύσης: Για ποιο πόλεμο μιλάμε; Έχουμε συναντηθεί με τη Νινόν Γκρανζέ, Maître de conférences πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο París 8. Έχει εργαστεί ιδίως πάνω στις έννοιες του πολέμου και του εμφυλίου πολέμου στη φιλοσοφία. Είναι η συγγραφέας των βιβλίων De la guerre civile (Armand Colin, 2009) και Oublier la guerre civile? Stasis, chronique d’une disparition (Vrin-EHESS, 2015).

Maison de la Grève: Ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια οριακή πολιτική έννοια. Πέρα από ένα συγκεκριμένο πόλεμο, περιγράφει μια ιδέα της ανθρώπινης φύσης. Είναι μια ιδέα του ανθρώπου που, στη "φυσική κατάσταση", θα ζούσε σε μια κατάσταση μόνιμης σύγκρουσης. Μπορείς να μας εξηγήσεις το σύνδεσμο ανάμεσα σε μια ανθρωπολογική ανάλυση ("τη φυσική κατάσταση") και μια πολιτική έννοια ("ο εμφύλιος πόλεμος"); Και πώς, από κοινού, αυτές οι δύο έννοιες, δικαιολογούν την κατασκευή ενός θεσμού όπως το νεωτερικό Κράτος;
  
Νινόν Γκρανζέ : Για τους φιλοσόφους, η φυσική κατάσταση έχει μια ανθρωπολογική έννοια, αλλά, επίσης, μια πολιτική. Όταν αναρωτιούνται: "τι είναι η ανθρώπινη φύση όσον αφορά ένα πολιτικό κράτος;", τότε θα υπήρχε μια προηγούμενη κατάσταση της κοινωνίας. Δηλαδή η φύση είναι αυτό που βάζει τέλος στο κοινωνικό συμβόλαιο για το Ρουσώ, το κοινωνικό σύμφωνο στο Χομπς. Είναι εκείνο ενάντια στο οποίο - και το "ενάντια" έχει όλες τις δυνατές έννοιες - στηρίζεται το σύνταγμα του Κράτους και ευρύτερα, του διαμορφωμένου, τυποποιημένου πολιτικού. Δεδομένου ότι τελικά, αυτό ισχύει για τη γέννηση οποιασδήποτε πολιτικής οργάνωσης που χρησιμοποιεί θεσμούς, διοικήσεις, κλπ. Είναι μια τυποποίηση των πολιτικών σχέσεων από την υποτιθέμενη -ή τιθέμενη-  προ-ύπαρξή του σε μια φυσική κατάσταση. Η προ- ύπαρξη γίνεται κατανοητή με τέλειο και αποκλειστικά λογικό τρόπο. Γιατί η φυσική κατάσταση δεν είναι η ιστορική προέλευση του Κράτους, είναι μια θεωρητική μυθοπλασία, κατασκευασμένη προκειμένου να καταλάβουμε. Παραθέτουμε προφανώς το Ρουσώ και τον Χομπς, αλλά υπάρχουν πολλές άλλες φυσικές καταστάσεις κι όχι μόνο στους φιλοσόφους του 17ου και του 18ου αιώνα. Φυσική κατάσταση υπάρχει στο Λουκρήτιο, για παράδειγμα. Κι αυτό που έχει ενδιαφέρον, είναι ότι πήρε μια μορφή ημιλογοτεχνική. Ξαφνικά, για να πουν τι είναι η ανθρώπινη φύση και να εξηγήσουν τη γέννηση του πολιτικού ή την ανάγκη γέννησής του, οι φιλόσοφοι διηγούνται μια ιστορία. Χρησιμοποιούν τον κήπο της Εδέμ, χρησιμοποιούν το χαμένο παράδεισο. Υπάρχει μια ολόκληρη δέσμη εικόνων που έχουν συγκεντρωθεί για να διηγηθούν μια ιστορία. Μα αυτή η ιστορία έχει ένα σκοπό, είτε είναι επεξηγηματική είτε αφαιρετική. Η φυσική κατάσταση αναλαμβάνει τη λειτουργία της εξολοκλήρου κατασκευασμένης υπόθεσης, από την οποία αφαιρείται κάτι. Τελικά, η φυσική κατάσταση έχει δώσει μια μορφή ακραίας πολιτικής ορθολογικότητας. Στις δικές μας κοινωνίες, αντικαθιστά, πτωχεύει αυτό που απόκειται στους μύθους προέλευσης.

Η φυσική κατάσταση είναι, λοιπόν, μια μυθοπλασία που έχει ως κύρια λειτουργία της, να επιστήσει την προσοχή ενάντια στον εμφύλιο πόλεμο, ενάντια στο χάος, ενάντια στην απουσία Κράτους. Τότε, η μυθολογία αυτή είναι κάτι περισσότερο από μια εξήγηση, είναι ένας ορισμός του ανθρώπινου είδους, μια οντολογία. Ποια ιδέα του ανθρώπου βρίσκεται πίσω από όλο αυτό;


Η φυσική κατάσταση είναι ένα μοντέλο. Από την άλλη μεριά, υπάρχει μια τάση να σκέφτεται κανείς πολύ, ακόμη και χωρίς να το αντιλαμβάνεται, σε χομπσιανούς όρους. Θεωρεί κανείς πως το Κράτος βρίσκεται εκεί για να εμποδίσει τον εμφύλιο πόλεμο, για να εμποδίσει την κοινωνία να ξαναπέσει στη φυσική κατάσταση, που, για το Χομπς, είναι η κατάσταση του πολέμου όλων εναντίων όλων. Για να ορίσει τη φυσική κατάσταση, ο Χομπς χρησιμοποιεί εικόνες που περιορίζονται στο άτομο. Κάνει λες και ο πόλεμος θα μπορούσε να αναχθεί σε μια διαμάχη μεταξύ δύο προσώπων. Δεν είναι αυτό το θέμα. Κι εδώ, πια, ο όρος του πολέμου δεν είναι πολύ σχετικός διότι ο διατομικός πόλεμος δεν αντιστοιχεί σε μια κατάσταση πολέμου. Το νεωτερικό Κράτος σχετίζεται με μια χομπσιανή έννοια και, γι' αυτό, προϋποθέτει πολεμικές σχέσεις ανάμεσα στον κόσμο. Ο Χομπς δεν περιορίζεται σ' αυτό, σίγουρα. Μα βρίσκω ενδιαφέρον  το ότι βλέπει κανείς το σημερινό κόσμο με μάλλον χομπσιανούς φακούς και που δεν αμφισβητεί ότι οι φυσικές, αυθόρμητες σχέσεις θα ήταν σχέσεις εχθρότητας, φόβου, σύγκρουσης, επιθετικότητας. Βρίσκω σκόπιμο, το να διακρίνει κανείς αυτά τα ανθρωπολογικά θεμέλια, που έχουν σχηματιστεί αποκλειστικά από σχέσεις δύναμης, σχέσεις αγριότητας και ακόμη και σκληρότητας, προτού αποφασίσει, πως ζει σε μια κατάσταση πολέμου ή εμφυλίου πολέμου. Αυτή είναι, μάλλον, η διαπίστωση που κάνω για τη σημερινή κοινωνία: προϋποτίθενται πολεμικές κοινωνικές σχέσεις, με μια ανθρωπολογική βάση, λαμβάνεται τοις μετρητοίς αυτό που είναι μια πρακτική ιστορία με σκοπούς επίδειξης στο Χομπς, δεν γίνεται αντιληπτό πως κατανοείται με κυριολεκτικό τρόπο αυτό που είναι μια λογική μεταφορά.

Ακολουθώντας το δρόμο της σκέψης αυτών των φιλοσόφων, πώς μεταφράζεται το βήμα ανάμεσα στη φυσική κατάσταση και στην ανθρώπινη οργάνωση σε νεωτερικό Κράτος;

Διαμέσου μιας μεγάλης ρήξης. Από την άλλη πλευρά, βρίσκουμε συχνά αναπαραστάσεις που αναπαράγουν τη βία αυτή: η ανοιχτή προσδοκία της φυσικής κατάστασης. Γιατί περνάει κανείς από τη μυθοπλασία, από την υπόθεση, στην κατασκευή, στο νεωτερικό Κράτος. Στο Ρουσώ, για παράδειγμα, η έξοδος από τη φυσική κατάσταση και η είσοδος στην ιστορία είναι σχεδόν αδύνατες λογικά. Είναι ένα πολύ σημαντικό λογικό άλμα. Μα η ρήξη είναι, εξίσου, χρονικής τάξης. Και ίσως όλες αυτές οι κατασκευές, στη ριζοσπαστικότητά τους, να είναι ένας τρόπος να μην αφήνεται κανείς να ενταχθεί στην απελευθερωμένη βία που συχνά αποδίδεται στον εμφύλιο πόλεμο. Είναι ένας τρόπος να διπλασιαστεί μια ορθολογικοποίηση που επιτρέπει την εξουδετέρωση των βιαιοτήτων των εμφυλίων πολέμων, νοούμενων ως αρχέγονων βιαιοτήτων. Γιατί ταυτόχρονα ο Χομπς, ο Σπινόζα, ακόμη και ο Ρουσώ και πολλοί φιλόσοφοι του φυσικού δικαίου, ζούσαν εξολοκλήρου σε αιώνες πολέμων, ευρωπαϊκών πολέμων, εξερχόμενοι από τους θρησκευτικούς. Υπάρχουν εμφύλιοι πόλεμοι παντού.

Ο εμφύλιος πόλεμος τότε γίνεται μια αντίληψη δύσκολο να αιχμαλωτιστεί, σαν να ήταν ένα είδος φορέα ανάμεσα στη μυθοπλασία της φυσικής κατάστασης και της κατασκευής του Κράτους. Αφορά, λοιπόν, το οικείο περιβάλλον του πολιτικού. Πώς να γίνει κατανοητός αυτός ο σύνδεσμος;

Το πολιτικό, υπό τη σημερινή του μορφή, μάλλον γεννήθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο. Αυτός είναι ταυτόχρονα αυτό που πρέπει να απωθηθεί, εκείνο ενάντια στο οποίο πρέπει να ληφθούν μέτρα ασφαλείας και μια έννοια που η εξουσία μπορεί να εκμεταλλευθεί. Αυτό που παίζεται με τη γέννηση του πολιτικού, από τη φυσική κατάσταση και το φάντασμα του εμφυλίου πολέμου, είναι ζήτημα συνακτικής εξουσίας. Εδώ, έχετε επίσης αυτό το είδος λογικής αδυνατότητας ενός πράγματος που γεννιέται από το τίποτα. Ή καλύτερα, για να το πω με άλλα λόγια, κάτι που εγκυμονεί τον εαυτό του. Αυτό είναι πολύ δύσκολο να αναπαρασταθεί, και γι' αυτό τόσο δύσκολο να γίνει αποδεκτό. Οι συντάκτες, τόσο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, όσο και κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, αποφάσισαν πως δεν μπορούν να επανεκλεγούν. Είναι ένας τρόπος για να γίνει ορατή η συντακτική εξουσία. Και είναι, τελικά, μια απάντηση στο ζήτημα της πρωταρχικής εξουσίας: η συντακτική εξουσία συλλαμβάνεται ως μια εναλλακτική στη βία` αυτό δεσμεύει μια έννοια της εξουσίας. Κατά βάθος, το ζήτημα της νεωτερικότητας, του νεωτερικού Κράτους, δεν είναι πρώτο. Η ιδιομορφία του νεωτερικού Κράτους δεν είναι επαρκής για να γίνει κατανοητός ο εμφύλιος πόλεμος στη θεωρητική του κατασκευή, στην υποθετική του κατασκευή, στη φανταστική του κατασκευή. Ο εμφύλιος πόλεμος υπάρχει για οποιαδήποτε πολιτική οντότητα, συνδέεται με κάθε σχηματισμό του πολιτικού. Και από τη διαμόρφωσή του, θα πρέπει να γίνεουν κατανοητές, ταυτόχρονα, η οργάνωση και η γέννηση του πολιτικού.

Ο εμφύλιος πόλεμος είναι συνήθως εξομοιωμένος με εικόνες χάους, βαρβαρότητας, θανάτου. Χρησιμοποιείται ως ισχυρό απωθητικό. Αυτή η εικόνα είναι συνεχής σε όλη την ιστορία ή υπάρχουν άλλες, φαντασιακές εικόνες του εμφυλίου πολέμου;

Αν διαβάσουμε τη Νικόλ Λορώ και αυτό που λέει αυτή για τον εμφύλιο πόλεμο έτσι όπως περιγράφεται από το Θουκυδίδη, δεν είναι το απόλυτο χάος, είναι η αντιστροφή όλων των αξιών. Είναι ο κόσμος βιωμένος ανάποδα, όπου όλες οι σχέσεις αντιστρέφονται, όπου οι λέξεις έχουν την αντίθετη έννοια, όπου η δειλία γίνεται θάρρος, όπου οι γυναίκες και οι σκλάβοι παίρνουν τα όπλα. Το φαντασιακό του εμφυλίου πολέμου δεν είναι αποκλειστικά ένα χάος, είναι κάτι που έχει να κάνει με την απουσία τάξης. Ακόμα κι αν είναι γι' αυτό, είναι ιδιαίτερα τρομακτικό. Για το Χομπς, ο εμφύλιος πόλεμος είτε είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες, μιας καθαυτό πολιτικής οντότητας, είτε ανάμεσα σε υποτελείς που κηρύσσουν τον πόλεμο στον κυρίαρχό τους. Για το Σόλωνα, ο εμφύλιος πόλεμος χρειάζεται ένα νόμο: πρέπει να λάβεις μέρος σ' αυτόν` αν όχι, σε απομακρύνει από την αξιοπρέπειά σου ως πολίτη. Αν πάρουμε τα πράγματα αντίστροφα, ακόμη και μια παθητικότητα, ακόμη και μια ουδετερότητα συνιστούν, πια, μια παρέμβαση. Δεν υπάρχει ουδετερότητα στην πολιτική. Είναι μια πραγματικά φιλελεύθερη ιδέα, η σκέψη πως υπάρχει κάτι ουδέτερο. Πράγματι, δεν υπάρχει το ουδέτερο.

Μετά τις ταραχές στο Ολνέ-σου-Μπουά μετά από την κακοποίηση του Τεό από αστυνομικούς, ο Φρανσουά Φιγιόν, υποψήφιος τότε για την προεδρική εκλογή, δηλώνει πως αναπτύσσεται "ένα κλίμα σχεδόν εμφυλιοπολεμικό". Πώς να κατανοήσει κανείς τα διαφορετικά επίπεδα της έννοιας του εμφυλίου πολέμου, ανάμεσα στη χρήση του εμφυλίου πολέμου ως απειλής και την πραγματικότητα μιας κατάστασης που δε σταματά να εξαπλώνεται ανάμεσα σ' ένα κομμάτι του πληθυσμού, τις δυνάμεις της τάξης και τους αντιπροσώπους της πολιτικής τάξης;

Η αντίληψη του εμφυλίου πολέμου, όταν χρησιμοποιείται σαν μια ετικέτα, ένα σλόγκαν, ένα σκιάχτρο που πρέπει να απομακρύνουμε, αποκαλύπτει κάτι που βρίσκεται πιο πέρα από τη γέννηση του πολιτικού. Με τις αστυνομικές κακοποιήσεις, μαντεύουμε μια αναζωπύρωση ή μια επιστροφή στην ορατότητα της βίας που είναι, θα έλεγαν κάποιοι, η βία του Κράτους` άλλοι θα έλεγαν η βία του δικαίου. Ακόμη και στις δικές μας, δυτικές, ειρηνευμένες, άνετες δημοκρατίες, κλπ., η εξουσία, η εφαρμογή του νόμου έχει να κάνει με τη βία που έχει ανασυσταθεί σε σχέση δύναμης. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έλεγε για την αστυνομία: "Το όνειδος της αστυνομίας στηρίζεται στην απουσία [...] κάθε διαχωρισμού ανάμεσα στη βία που θεμελιώνει το δίκαιο και εκείνης που το συντηρεί."

Από το 2016, δεν μπορεί παρά να τονίσει κανείς, πως οι δυτικές δημοκρατίες ονοματίζουν κάθε φορά μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού τους εσωτερικό εχθρό. Ένα νέο νομικό πλαίσιο συνοδεύει αυτό το χαρακτηρισμό, του οποίου η υποδειγματική φιγούρα είναι αυτή του τρομοκράτη. Η εφαρμοζόμενη διάταξη προκειμένου να της απαντήσει, είναι το κράτος έκτακτης ανάγκης, επιτρέπει δράση και ακόμη και προληπτική δράση. Δηλαδή, δεν καταστέλλει πια πρόσωπα για τις δράσεις τους, μα γιατί αντιπροσωπεύουν μια απειλή. Τι μας λέει αυτή η νέα πώρωση ανάμεσα στον πολίτη και τον εχθρό;

 Αυτό που είναι νέο σε όλες τις μετά-τις-11-Σεπτέμβρη νομοθετήσεις είναι το αποτέλεσμα παρεμβολής σχετικά με το "ποιος είναι ο εχθρός". Έχει ειδωθεί ακόμη και σε ένα μετα-νομικό επίπεδο, με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και την εντελώς αποκλίνουσα, μα νομικά πλαισιωμένη, κατάσταση του "παράνομου μαχητή" και των φυλακισμένων του Γκουαντάναμο. Αυτή η παρεμβολή γίνεται ανάμεσα σε εκείνον που μπορούμε να αποκαλέσουμε κακό πολίτη και σε εκείνον που μπορούμε να αποκαλέσουμε πολίτη- εχθρό. Η μεγαλύτερη έκπληξη της 11ης Σεπτέμβρη ήταν η συνειδητοποίηση πως οι τρομοκράτες ήταν άτομα προερχόμενα από τη μεσαία τάξη. Γιατί, τελικά, αυτό που ανακινεί προβλήματα δεν είναι τόσο ο καθορισμός ενός εξωτερικού εχθρού` αυτό που ανακινεί προβλήματα είναι ο καθορισμός ενός εξολοκλήρου εσωτερικού εχθρού. Ο καθορισμός ενός εχθρού, για τον Καρλ Σμιτ, είναι η αρχή του πολιτικού και δεν υπάρχει πολιτική αν δεν καθοριστεί ο εχθρός, αν δεν εξετάζονται τα πράγματα σύμφωνα με τις διαφορετικές συγκεντρώσεις, τις διαφορετικές εντάξεις στις οποίες αναφέρεται κανείς, στις οποίες ορκίζεται κανείς πίστη, στις οποίες είναι κανείς αναγνωρίσιμος, κλπ. Αλλά με τον καθορισμό του πολίτη- εχθρού, αυτό το ζήτημα του εχθρού, που θα τους άρεσε να αναθέσουν στο εξωτερικό, επανεντάσσεται στο εσωτερικό. Αυτή είναι όλη η προβληματική του εμφυλίου πολέμου, όλα όσα έχουν θεσπίσει οι τρομακτικές, αιματηρές εικόνες του εμφυλίου πολέμου, η πατροκτονία, η αδελφοκτονία, δηλαδή η δολοφονία του συμπολίτη. Και ο συμπολίτης, όταν επιμένει στην πατροκτονία ή την αδελφοκτονία, είναι σχεδόν σαν ένα μέλος της οικογένειας. Είναι σ' αυτό που ο εμφύλιος πόλεμος είναι απολύτως απορριφθής. Αυτό που έχει ενδιαφέρον σε αυτό που παίζεται με αυτήν την παρεμβολή γύρω από την αντίληψη του εχθρού, είναι πως οι διαθέσεις εξωτερικοποίησης δεν είναι πια δυνατές.

Αυτό που εκπλήσσει στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι πως, ακόμη και για τη λογική της εξουσίας, δεν είναι κατάλληλη για τον αντιτρομοκρατικό αγώνα. Παρατίθενται, συνήθως, αυτά τα νούμερα: μετά από ένα μήνα κράτους έκτακτης ανάγκης, 2.700 διοικητικές παραβιάσεις, 360 κατ' οίκον περιορισμούς, ένα μόνο πρόσωπο δικάστηκε για τρομοκρατία και γιατί είχε δημοσιεύσει βίντεο.. Τη σήμερον ημέρα, ο αριθμός των διοικητικών παρεμβάσεων είναι σχεδόν ανύπαρκτος και οι λίγοι που είναι ακόμα υπό σύλληψη στην κατοικία τους, υποφέρουν μια σκανδαλώδη τιμωρία. Τι μπορεί να ειπωθεί για ένα Κράτος που αφήνει το σκιάχτρο του εσωτερικού εχθρού να πλανάται πάνω σε τόσο μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού, πάνω σε εκείνους που ακολουθούν το Ισλάμ, μα επίσης πάνω στον πληθυσμό που έρχεται από τη μετανάστευση, πάνω στους μετανάστες, κλπ;

Ο εμφύλιος πόλεμος είναι ένας ρητορικός ορίζοντας για την εξουσία. Ο στιγματισμός ενός κομματιού του πληθυσμού είναι ένας ακόμα τρόπος για να πείσει, πως τα άτομα έχουν αναγκαστικά συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ τους. Με αυτή τη μέθοδο, θεωρείται πως ολόκληρο ένα κομμάτι του πληθυσμού, που είναι ακριβώς ένας πληθυσμός συμπολιτών, δεν είναι τέτοιος. Και οφείλει να υπάρχει δυσπιστία προς αυτόν, να αποφευχθούν μορφές βίας κλπ. Είναι ένας τρόπος να ειπωθεί: οι σχέσεις που εσείς θεωρείτε απλές, στην πραγματικότητα είναι  συγκρουσιακής τάξης. Ως εκ τούτου, είναι ένας τρόπος να εισαχθεί συγκρουσιακότητα στο εσωτερικό. Τότε γιατί; Ίσως γιατί η εξουσία χρειάζεται αυτή τη βία. Σκέφτομαι πως μια ανάλυση που θα ακολουθούσε τον Κλαστρ, θα έλεγε: είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρηθεί το Κράτος, γιατί δεν μπορεί να διατηρηθεί έξω από την άσκηση πολεμικών σχέσεων. Στην πραγματικότητα, θα αρκούσε να αντιστραφεί η πρόταση και να εξεταστεί μια ειρηνική φυσική κατάσταση κι ένα μεγάλο κομμάτι όλων αυτών των θεωρήσεων, πάνω στις οποίες παίζει το Κράτος για την ύπαρξή του, θα εγειρόταν. Ίσως είναι ένας κατευναστικός ή θεοσεβής τρόπος για να το δει κανείς, αλλά τουλάχιστον θα ήταν η ανακατάληψη του πολιτικού από τη ρίζα.

Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά και εξετάσουμε τους πολέμους που διεξάγονται από τις δυτικές δυνάμεις εδώ και δεκαπέντε χρόνια, δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε, πως αποτυγχάνουν ολοσχερώς να εδραιώσουν δημοκρατικά Κράτη αφότου έδωσαν τη μάχη. Οι πόλεμοι του Ιράκ και του Αφγανιστάν έχουν σημαδέψει την αποτυχία των αντι-εξεγερτικών θεωριών, μα επίσης την αποτυχία του "πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία". Η ηθικοποίηση του πολέμου (η σταυροφορία του Τζορτζ Μπους ενάντια στο κακό) απεικονίζει τέλεια το παράδοξο των δυτικών δημοκρατιών: κάνουν τον πόλεμο για την ειρήνη.

Εδώ βρισκόμαστε με την κληρονομιά των Πολέμων του Κόλπου, μπροστά στην ερώτηση: η δημοκρατία εξάγεται, όλα τα Κράτη αφιερώνονται στο να δημοκρατικοποιηθούν ή στο να έχουν πρόσβαση στη δημοκρατία; Είναι, προφανώς, πρώτον, ένα επιχείρημα πολέμου όπως πολλά άλλα πια. Αλλά, πέρα από αυτό, είναι σημαντικό να δει κανείς, σε τι μετατρέπεται αυτό το ηγεμονικό και πολεμικό μοντέλο της δημοκρατίας στο εξωτερικό- ως εκ τούτου στο εξωτερικό είναι που συνίσταται καθαυτή- όταν διαπιστώνεται από μια εσωτερική κατάσταση. Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της κατάστασης εξαίρεσης. Σαν να λέμε πως μια δημοκρατία χρησιμοποιεί, εν τέλει, μη δημοκρατικά μέσα. Η Νικόλ Λορώ ή η Μπάρμπαρα Κασσέν το απέδειξαν σχετικά με την αθηναϊκή δημοκρατία: ειδικά τη στιγμή του Πελοποννησιακού πολέμου, οι δημοκράτες προσπάθησαν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τον υποτιμητικό χαρακτήρα που έχει, γενικά, συνδεθεί με την αντίληψη της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, εξαρχής, εμπεριέχει στο όνομά της μια πολεμική πλευρά, με τη λέξη κράτος. Το κράτος δεν καθορίζει μόνο την εξουσία, η λέξη έχει μια υποτιμητική έννοια, συντηρεί το ίχνος της πολεμικής πλευράς, της σχέσης δύναμης, του γεγονότος πως υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Πρέπει να επανεξετάσουμε τις δημοκρατίες μας, επί του παρόντος, στον υποτιμητικό τους χαρακτήρα και στο ίχνος βίας που η αντίληψη φέρει.

Τώρα δεν υπάρχουν πόλεμοι Κράτους εναντίον Κράτους. Υπάρχουν πόλεμοι ανάμεσα σε ένα Κράτος και σε μη- κρατικές δυνάμεις. Σκεφτείτε τη Συρία, μα επίσης τη Λιβύα, το Αφγανιστάν, τον πόλεμο στο Ιράκ, κλπ. όλες αυτές τις πρόσφατες συγκρούσεις. Τι μας υποδεικνύουν αυτές οι νέες μορφές πολέμου;

Όντως, δεν μπορεί να πει κανείς, όπως ο Ρουσώ, που το είπε με μια κανονιστική βούληση, πως δεν υπάρχει πια πόλεμος Κράτους εναντίον Κράτους, που όντως αποκλείει κάθε εμφύλιο πόλεμο. Για να μιλήσουμε με τον Σμιτ, υπάρχει πόλεμος ανάμεσα σε θεσπισμένες πολιτικές οντότητες` αλλά όχι θεσπισμένες αναγκαστικά σε Κράτος. Ενωποιημένη, μια πολιτική οντότητα μπορεί να είναι τόσο μια ομάδα παρτιζάνων όσο ένας συνασπισμός Κρατών. Όλο το λεξιλόγιο σχετικά με τους ασύμμετρους πολέμους, τις συγκρούσεις χαμηλής έντασης, περιγράφει καταστάσεις πολέμου που δεν είναι στην πραγματικότητα κρατικές ή διακρατικές. Η βασική ιδέα θα έπρεπε να συνίσταται στο να ταυτοποιηθούν οι ομάδες που κάνουν τον πόλεμο. Να ταυτοποιήσει κανείς σε τι ενοποιούνται πολιτικά, την ίδια στιγμή που είναι αρκετά ευέλικτες και να έχει αρκετή φαντασία, ώστε να κατανοήσει πώς τούτες οι ομάδες γίνονται και αναιρούνται. Διότι μια ομάδα δεν είναι οριστική, με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο ένας πολίτης μπορεί να ανήκει σε διαφορετικές ομάδες. Το πολιτικό είναι γι' αυτό, ένα ζήτημα ανασυγκρότησης. Από τη στιγμή που υπάρχει ανασυγκρότηση, βρίσκεται κανείς στην τάξη του πολιτικού. Πριν εμπιστευτώ την ευκολία που συνίσταται στο να πω πως βρισκόμαστε μπροστά σε νέες μορφές πολέμου, προτιμώ να υπογραμμίσω πως είμαστε ανίκανοι, εδώ και καιρό, να ταυτοποιήσουμε τις ομάδες που βρίσκονται σε πόλεμο και ακόμη κι εκείνους που βρίσκονται.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου