Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Άλλο άσμα, του Χόρχε Τεϊγιέρ

(μετάφρ.:nathalie)




Ενώ η λαμπρότητα του μεσημεριού
Καθιστά σκουρότερους τους άντρες στους τάφους τους
Οι σπόροι του ήλιου
Που εντοπίστηκε στις τσέπες του παλιού μου πουκαμίσου
Κάνουν όλες τις ώρες μου να βλασταίνουν

Απογυμνώστε με απ' όσα έχω
Ένα πουλί που πετάει αξίζει περισσότερο από εκατό στο χέρι
Με την αλφάβητό μου διαθέτω ό,τι χρειάζομαι Μέλισσες δάση αγκάθια ρυάκια
Κι ένα ποτήρι κρασί τραγουδά
Το τραγούδι του μόνου χελιδονιού
Που κάνει για μένα το καλοκαίρι
Το τραγούδι όλων των άσπρων μπουκέτων
Ενός μέλλοντος που εξακολουθεί να σιωπά


Muertes y maravillas, 1971


Πηγή

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Τρία ποιήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο για τη Μπαρσελόνα


(μετάφρ.: nathalie)



Τώρα περιφέρεσαι μόνος στις αποβάθρες
της Μπαρσελόνα.
Καπνίζεις ένα μαύρο τσιγάρο και για
μια στιγμή πιστεύεις πως θα ήταν καλό
να έβρεχε.
Λεφτά δε σου παραχωρούν οι θεοί
μα παράξενες ιδιοτροπίες, ναι
Κοίτα ψηλά:
βρέχει.
           
            ~~~

Είναι νύχτα και βρίσκομαι στην άνω περιοχή
της Μπαρσελόνα κι έχω ήδη πιει 
πάνω από τρεις καφέδες με γάλα
με τη συνοδεία κόσμου που δεν
γνωρίζω και κάτω από ένα φεγγάρι που μερικές φορές
μου φαίνεται τόσο άθλιο κι άλλες
τόσο μόνο και ίσως να μην είναι
ούτε το ένα πράγμα ούτε το άλλο κι εγώ
να μην έχω πιει καφέ μα κονιάκ και κονιάκ
και κονιάκ σ' ένα εστιατόριο από γυαλί
στην άνω περιοχή κι ο κόσμος που
πίστεψα πως συνόδευα στην πραγματικότητα
δεν υπάρχει ή είναι πρόσωπα που διακρίνονται
στο διπλανό τραπέζι από μένα
όπου είμαι μόνος και μεθυσμένος
σπαταλώντας τα λεφτά μου σε κάποιο από τα όρια
του άγνωστου πανεπιστημίου.

                      ~~~


Στην πραγματικότητα αυτός που φοβάται περισσότερο είμαι εγώ
αν και δεν είναι εμφανές Στο σούρουπο
της Μπαρσελόνα Ένα ή δύο ή τρία μπουκάλια
μαύρης μπύρας Η όμορφη Έντνα τόσο μακριά
Οι φάροι σαρώνουν τρεις φορές την πόλη
Αυτή τη φανταστική πόλη Μια δυο τρεις φορές
είπε η Έντνα Υποδεικνύοντας μια μυστηριώδη ώρα
για ύπνο Δίχως άλλες συναντήσεις
Μια για πάντα




La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona 2007 

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Για να τελειώνουμε με τη σφαγή του σώματος, του Φέλιξ Γκουαταρί

(μετάφραση από τα ισπανικά: nathalie)

Όποιες κι αν είναι οι ψευδοανοχές που επιδεικνύει, η καπιταλιστική τάξη, υπό όλες της τις μορφές (οικογένεια, σχολείο, εργοστάσια, στρατός, κώδικες, λόγοι...) συνεχίζει να υπάγει όλη την επιθυμητική, σεξουαλική, συναισθηματική ζωή, στη δικτατορία της ολοκληρωτικής του οργάνωσης, που στηρίζεται πάνω στην εκμετάλλευση, την ιδιοκτησία, την ανδρική εξουσία, το κέρδος, το έσοδο...
Συνεχίζει ακούραστα τη βρώμικη δουλειά του ευνουχισμού, της σύνθλιψης, του βασανισμού, της διαίρεσης του σώματος, προκειμένου να εγγράψει τους νόμους της στις σάρκες μας, για να καρφώσει στο ασυνείδητό μας τους μηχανισμούς της αναπαραγωγής της σκλαβιάς.
Μέσω παρακρατήσεων, έκστασης, τραυματισμών, νευρώσεων, το καπιταλιστικό Κράτος επιβάλει τους κανόνες του, σταθεροποιεί τα μοντέλα του, τυπώνει τους χαρακτήρες του, μοιράζει τους ρόλους του, διαχέει τα προγράμματά του... Απ' όλους τους δρόμους πρόσβασης στον οργανισμό μας, καταβυθίζει στα βάθη των σωθικών μας τις ρίζες θανάτου του, κατάσχει τα όργανά μας, εκτρέπει τις ζωτικές μας λειτουργίες, ακρωτηριάζει τις απολαύσεις μας, υπάγει όλες τις βιωμένες παραγωγές στον έλεγχο της διοίκησής του, που απαγχονίζει. Κάνει κάθε άτομο σακάτη, αποκομμένο από το σώμα του, ξένο στις επιθυμίες του.
Για να ενισχύσουν τον κοινωνικό τους τρόμο, τον βιωμένο ως ατομική ενοχή, οι δυνάμεις της καπιταλιστικής κατάληψης, με το κάθε φορά πιο εξευγενισμένο τους σύστημα επιθετικότητας, υποκίνησης, εκβιασμού, πασχίζουν να καταστείλουν, να αποκλείσουν, να εξουδετερώσουν όλες τις επιθυμητικές πρακτικές που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την αναπαραγωγή των μορφών της κυριαρχίας.
Έτσι επεκτείνεται αέναα η χιλιετής βασιλεία της ταλαίπωρης απόλαυσης, της θυσίας, της παραίτησης, του θεσμικού μαζοχισμού, του θανάτου: η βασιλεία του ευνουχισμού που παράγει το ένοχο, νευρωτικό, εργατικό, υποτακτικό εκμεταλλεύσιμο υποκείμενο.
Αυτός ο παλιός κόσμος που με κάθε τρόπο βρωμάει σαν πτώμα, μας τρομοκρατεί και μας πείθει για την ανάγκη του να φέρουμε εις πέρας τον επαναστατικό αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική καταπίεση στον τόπο, στον οποίο είναι ριζωμένη πιο βαθιά: στη ζωντάνια του δικού μας σώματος.
Είναι ο χώρος αυτού του σώματος με όλα όσα παράγει από επιθυμίες, που θέλουμε ν' απελευθερώσουμε από την ξένη επιρροή. Είναι σ' αυτόν τον τόπο, που θέλουμε να δουλέψουμε για την απελευθέρωση του κοινωνικού χώρου. Δεν υπάρχει σύνορο ανάμεσα στα δύο. ΕΓΩ με καταπιέζω διότι ΕΓΩ είμαι το προϊόν ενός διευρυμένου συστήματος καταπίεσης σε όλες τις μορφές της ζωής.
Η επαναστατική συνείδηση είναι μια συσκότιση, εφόσον δεν περνά απ' το επαναστατικό σώμα, το σώμα- παραγωγό της ίδιας του της απελευθέρωσης.
Είναι οι εξεγερμένες ενάντια στην ανδρική εξουσία γυναίκες -εμφυτευμένης για αιώνες στα ίδια τους τα σώματα-, οι  ενάντια στην τρομοκρατική κανονικότητα ομοφυλόφιλοι, οι εξεγερμένοι ενάντια στην παθολογική αυθεντία των ενηλίκων νέοι, αυτοί που έχουν ξεκινήσει ν' ανοίγουν συλλογικά το χώρο του σώματος στην ανατροπή και το χώρο της ανατροπής στις άμεσες απαιτήσεις του σώματος.
Είναι αυτοί, είναι αυτές, εκείνοι που έχουν αρχίζει ν' αψηφούν τον τρόπο παραγωγής των επιθυμιών, τις σχέσεις ανάμεσα στην απόλαυση και την εξουσία, το σώμα και το υποκείμενο, τέτοιες που λειτουργούν σε όλες τις σφαίρες της καπιταλιστικής κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών ομάδων.
Είναι αυτοί, είναι αυτές, εκείνοι που έχουν σπάσει οριστικά τον παλιό διαχωρισμό που διαιρεί την πολιτική από τη βιωμένη πραγματικότητα για το μέγιστο όφελος των διαχειριστών της αστικής κοινωνίας, όπως εκείνων που παριστάνουν ότι αντιπροσωπεύουν τις μάζες και μιλούν εξ ονόματός τους.
Είναι αυτοί, είναι αυτές, εκείνοι που έχουν ανοίξει τα κανάλια της μεγάλης εξέγερσης της ζωής ενάντια στις απαιτήσεις θανάτου που δεν παύουν να υπονοούνται στον οργανισμό μας για να υποτάξουν κάθε φορά πιο ανεπαίσθητα την παραγωγή των ενεργειών μας, των επιθυμιών μας, της πραγματικότητάς μας, στις προσταγές της καθεστηκυίας τάξης.
Μια νέα χαραγή, μια νέα γραμμή επίθεσης, πιο ριζοσπαστική, πιο οριστική, είναι χαραγμένη, από την οποία αναδιανέμονται κατ' ανάγκην οι επαναστατικές δυνάμεις.
Δεν μπορούμε ν' ανεχόμαστε πια να κλέβονται το στόμα μας, ο πρωκτός μας, το φύλο μας, τα νεύρα μας, τα εντόσθιά μας, οι αρτηρίες μας.. για να κάνουν τα κομμάτια και τις εργασίες της πρόστυχης μηχανικής της παραγωγής του κεφαλαίου, της εκμετάλλευσης και της οικογένειας.
Δεν μπορούμε πια να επιτρέψουμε να μετατρέπουν τις βλεννογόνους μας, το δέρμα μας, όλες τις ευαίσθητες επιφάνειές μας, σε κατειλημμένες, ελεγχόμενες, ρυθμισμένες, απαγορευμένες ζώνες.
Δεν μπορούμε πια ν' ανεχτούμε, πως το νευρικό μας σύστημα χρησιμεύει ως πομπός στο σύστημα της καπιταλιστικής, κρατικής, πατριαρχικής εκμετάλλευσης, πως ο εγκέφαλός μας λειτουργεί σαν μια μηχανή βασανιστηρίων, προγραμματισμένη από την εξουσία που μας περικλείει.
Δεν μπορούμε να υποφέρουμε πια την αξιοποίηση, το να παρακρατούν τα γαμήσια μας, τα σκατά μας, τα σάλια μας, τις ενέργειές μας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου και των μικρών του, ελεγχόμενων παραβάσεων: Θέλουμε να κάνουμε κομμάτια το ψυχρό σώμα, το φυλακισμένο σώμα, το ταπεινωμένο σώμα, που ο καπιταλισμός δεν παύει να θέλει να κατασκευάσει με τ' απόβλητα του δικού μας, ζωντανού σώματος.
Αυτή η επιθυμία θεμελιώδους απελευθέρωσης, που επιτρέπει την εισαγωγή μας σε μια επαναστατική πρακτική, καλεί στο να βγούμε από τα όρια του δικού μας "προσώπου", να διαταράξουμε στους ίδιους μας τους εαυτούς το "υποκείμενο" και να βγούμε απ' την καθιστική ζωή, την "προσωπική κατάσταση", για να διασχίσουμε τους χώρους του σώματος δίχως σύνορα και να ζήσουμε έτσι στην επιθυμητή κινητικότητα πιο πέρα από τη σεξουαλικότητα, πιο πέρα από την κανονικότητα, τις επικράτειές της, τις ατζέντες της.
Είναι μ' αυτήν την έννοια, που κάποιοι από εμάς έχουμε αισθανθεί τη ζωτική ανάγκη ν' απελευθερωθούμε από κοινού από την επιρροή των δυνάμεων της σύνθλιψης και της απορροής της επιθυμίας που έχουν εκτελέσει κι εκτελούν πάνω σε κάθε έναν εξ ημών εξατομικευμένα.
Όλα εκείνα που έχουμε ζήσει σε επίπεδο προσωπικής, ιδιωτικής ζωής, έχουμε προσπαθήσει να τα αντιμετωπίσουμε, να τα εξερευνήσουμε και να τα ζήσουμε συλλογικά. Θέλουμε να γκρεμίσουμε το τείχος από μπετόν που χωρίζει, προς όφελος της κυρίαρχης κοινωνικής οργάνωσης, το είναι από το φαίνεσθαι, το ειπωμένο απ' το ανείπωτο, το ιδιωτικό απ' το κοινωνικό.
Έχουμε αρχίσει ν' ανακαλύπτουμε μαζί, όλη τη μηχανική των αξιοθεάτων μας, των αποστροφών μας, των αντιστάσεών μας, των οργασμών μας, να φέρουμε στην κοινή γνώση το σύμπαν των αναπαραστάσεών μας, των φετίχ μας, των εμμονών μας, των φοβιών μας. "Το ανομολόγητο" έχει γίνει, για εμάς, υλικό για στοχασμό, για διάχυση και για πολιτικές εκρήξεις, με την έννοια του ότι η πολιτική φανερώνει, εντός του κοινωνικού πεδίου, τις αμείωτες φιλοδοξίες του "ζωντανού".
Έχουμε αποφασίσει να σπάσουμε το αβάσταχτο μυστικό που η εξουσία αφήνει να πέσει πάνω σε όλα όσα αγγίζουν την πραγματική λειτουργικότητα των αισθησιακών, σεξουαλικών και συναισθηματικών πρακτικών, έτσι όπως το αφήνει να πέφτει πάνω σε κάθε πραγματική λειτουργικότητα κάθε κοινωνικής πρακτικής που παράγει ή αναπαράγει τις μορφές της καταπίεσης.


Καταστροφή της σεξουαλικότητας


Εξερευνώντας από κοινού τις ατομικές μας ιστορίες, έχουμε μπορέσει ν' αξιολογήσουμε μέχρι ποιο σημείο η επιθυμητή μας ζωή κυριαρχούνταν απ' τους θεμελιώδεις νόμους της κρατικής, αστικής, καπιταλιστικής κοινωνίας της ιουδαιο-χριστιανικής παράδοσης και, στην πραγματικότητα, υπαγμένης στους νόμους αποτελεσματικότητας, υπεραξίας και αναπαραγωγής. Αντιπαραθέτοντας τις δικές μας, μοναδικές εμπειρίες, χωρίς να ενδιαφέρει πόσο "ελεύθερες" έχουν μπορέσει να μας φανούν, έχουμε διαπιστώσει πως δεν σταματούσαμε να συμμορφωνόμαστε στα στερεότυπα της επίσημης σεξουαλικότητας, η οποία ρυθμίζει όλες τις μορφές του ζωντανού και επεκτείνει τη διοίκησή της από τα συζυγικά κρεβάτια μέχρι τα δωμάτια των μπουρδέλων, περνώντας από τα δημόσια μπάνια, τις πίστες χορού, τα εργοστάσια, τα εξομολογητήρια, τα sex shop, τις φυλακές, τα λύκεια, τα λεωφορεία, τα σπίτια οργίων, κλπ... κλπ...
Για εμάς, αυτή η επίσημη σεξουαλικότητα, η ορισμένη ως η μόνη δυνατή σεξουαλικότητα, δεν επιφέρει ένα πρόβλημα σχετικά με το αν θέλουμε να την προσαρμόσουμε, όπως προσαρμόζει κανείς τις συνθήκες κράτησής του. Γίνεται η προσπάθεια να καταστραφεί, να εξαλειφθεί, διότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μηχανή για να ευνουχίζει και να ξαναευνουχίζει επ' άπειρον, μια μηχανή για να αναπαράγει σε κάθε ον, σε κάθε χρόνο, σε κάθε τόπο, τις βάσεις της δουλοκτητικής τάξης. Η "σεξουαλικότητα" είναι ένα τερατούργημα, είτε πρόκειται για τις περιοριστικές μορφές της είτε για τις αποκαλούμενες "επιτρεπτές" και είναι ξεκάθαρο, πως η διαδικασία της "φιλελευθεροποίησης" των εθίμων και της προωθητικής "ερωτικοποίησης" της κοινωνικής πραγματικότητας, οργανωμένης και ελεγχόμενης από τους διοικητές του "ανεπτυγμένου" καπιταλισμού", δεν έχουν άλλο σκοπό απ' το να κάνουν πιο αποτελεσματική την "αναπαραγωγική" λειτουργία της επίσημης λίμπιντο. Μακριά απ' το να μειώνουν τη σεξουαλική αθλιότητα, αυτές οι εμπορίες ανθρώπων δεν κάνουν κάτι πέρα απ' το να επεκτείνουν το πεδίο των απογοητεύσεων και της "έλλειψης", η οποία επιτρέπει τη μετατροπή της επιθυμίας σε καταναγκαστική ανάγκη για κατανάλωση, συνάμα με τη διαβεβαίωση της "παραγωγής της ζήτησης", του κινητήρα της καπιταλιστικής έκφρασης. Απ' την "άμωμο σύλληψη" στη διαφημιζόμενη πουτάνα, απ' την οικογενειακή υποχρέωση στην εθελοντική ασυδοσία των αστικών οργίων, δεν υπάρχει καμιά ρήξη. Είναι η ίδια λογοκρισία που λειτουργεί. Είναι η ίδια σφαγή του επιθυμητικού σώματος αυτό που διαιωνίζεται. Απλή αλλαγή στρατηγικής.
Αυτό που εμείς θέλουμε, αυτό που εμείς επιθυμούμε, είναι ν' ανατινάξουμε την οθόνη της σεξουαλικότητας και τις αναπαραστάσεις της για να γνωρίσουμε την πραγματικότητα του δικού μας σώματος, του δικού μας, ζωντανού σώματος.

Εξάλειψη της καθοδήγησης

Αυτό το ζωντανό σώμα θέλουμε ν' απελευθερώσουμε, ενοποιήσουμε, ξεμπλοκάρουμε, αποσυμφορήσουμε προκειμένου ν' απελευθερώσει καθαυτό όλες του τις ενέργειες, όλες του τις επιθυμίες κι όλες του τις θρυμματισμένες εντάσεις από το κοινωνικό σύστημα της εγγραφής και της καθοδήγησης.
Θέλουμε ν' ανακτήσουμε την πλήρη άσκηση, κάθε μιας εκ των ζωτικών μας λειτουργιών, με την ολική δυνατότητά τους για ευχαρίστηση.
  Θέλουμε ν' ανακτήσουμε τους τομείς που είναι αληθινά στοιχειώδεις, όπως η ευχαρίστηση του ν' αναπνέουμε, όντας κυριολεκτικά σε ασφυξία από τις δυνάμεις καταπίεσης και μόλυνσης` την ευχαρίστηση του να τρώμε και να χωνεύουμε, διαταραγμένοι απ' το ρυθμό της απόδοσης και την αηδιαστική τροφή που έχει παραχθεί κι ετοιμαστεί σύμφωνα με τα κριτήρια της εμπορικής αποδοτικότητας` την ευχαρίστηση του να χέζουμε και την απόλαυση του συστηματικά σφαγιασμένου κώλου, από την παρεμβατική καθοδήγηση των σφιγκτήρων, μέσω της οποίας, η καπιταλιστική αρχή εγγράφει ακόμη και στη σάρκα τις θεμελιώδεις αρχές της (σχέσεις εκμετάλλευσης, νευρώσεις συσσώρευσης, μυστήριο της ιδιοκτησίας και της καθαριότητας, κλπ.)` την ευχαρίστηση του να αυνανιζόμαστε χαρούμενα δίχως ντροπή και δίχως αγωνία, ούτε από έλλειψη ούτε από αποζημίωση, μα από την ευχαρίστηση του ν' αυνανιζόμαστε` την ευχαρίστηση του να δονούμαστε, του να μουρμουρίζουμε, του να μιλάμε, του να περπατάμε, του να κινούμαστε, του να εκφραζόμαστε, του να παραληρούμε, του να τραγουδάμε, του να παίζουμε με το σώμα, με όλους τους δυνατούς τρόπους. Θέλουμε ν' ανακτήσουμε την ευχαρίστηση του να παράγουμε την ευχαρίστηση και να δημιουργούμε, αμφότερα ανελέητα αποδεκατισμένα απ' τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, τους επιφορτισμένους με το να κατασκευάζουν εργάτες (υπάκουους καταναλωτές).

Απελευθέρωση των ενεργειών

Θέλουμε ν' ανοίξουμε το σώμα μας στο σώμα του άλλου και των άλλων, να κυκλοφορήσουμε τις ενέργειές μας και να συνδυαστούν οι επιθυμίες μας, ώστε όλοι και κάθε ένας από μας, να μπορούν να δώσουν ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τους τις φαντασιώσες και σε όλες τους τις εκστάσεις, ώστε να μπορούν να ζουν επιτέλους χωρίς ενοχή, χωρίς αναστολή, όλες τις επιμέρους ηδονικές πρακτικές, δυαδικές ή πλουραλιστικές που έχουμε επειγόντως ανάγκη να ζήσουμε, ώστε η καθημερινή μας πραγματικότητα να μην είναι αυτή η μακρά αγωνία που ο καπιταλιστικός και γραφειοκρατικός πολιτισμός επιβάλλει ως μοντέλο ύπαρξης σε εκείνους που ο ίδιος ναυτολογεί. Θέλουμε ν' αποβάλουμε από το είναι μας τον κακοήθη όγκο της ενοχής, της χιλιαστικής ρίζας όλων των καταπιέσεων.
Γνωρίζουμε, φυσικά, τα τεράστια εμπόδια που πρέπει να υπερνικήσουμε, προκειμένου οι φιλοδοξίες μας να μην είναι αποκλειστικά το όνειρο μιας μικρής μειοψηφίας περιθωριακών. Γνωρίζουμε συγκεκριμένα, πως η απελευθέρωση του σώματος, των αισθησιακών, σεξουαλικών, συναισθηματικών, εκστατικών σχέσεων, είναι αδιάλυτα συνδεδεμένη με την απελευθέρωση των γυναικών και την εξαφάνιση όλων των μορφών των σεξουαλικών κατηγοριών. Η επανάσταση της επιθυμίας περνά από την καταστροφή της ανδρικής εξουσίας κι όλων των μοντέλων συμπεριφοράς και ζευγαρώματος που αυτή επιβάλλει, όπως επίσης περνά από την καταστροφή όλων των μορφών καταπίεσης και κανονικότητας.
Θέλουμε να τελειώνουμε με τους ρόλους και τις ταυτότητες που διανέμονται από το Φαλλό.
Θέλουμε να τελειώνουμε με κάθε μορφή ένταξης σε μια σεξουαλική κατοικία. Θέλουμε να μην υπάρχουν μεταξύ μας άντρες και γυναίκες, ομοφυλόφιλοι και ετεροφυλόφιλοι, κατέχοντες και κατεχόμενοι, μεγάλοι και μικροί, αφέντες και σκλάβοι, μα άνθρωποι που έχουν υπερβεί τη σεξουαλική κατηγοριοποίηση, αυτόνομοι, ευμετακίνητοι και πολλαπλοί` όντα με μεταβλητές διαφορές, ικανά ν' ανταλλάσσουν τις επιθυμίες τους, τις απολαύσεις τους, τις εκστάσεις τους και τις τρυφερότητές τους, δίχως να πρέπει να πρέπει να θέσουν σε λειτουργία κάποιο σύστημα υπεραξίας, κάποιο σύστημα εξουσίας, αν δεν είναι εντός του παιχνιδιού.
  Αρχίζοντας από το σώμα, το επαναστατικό σώμα σαν χώρος που παράγει ανατρεπτικές εντάσεις και ως τόπος, όπου ασκούνται εν τέλει όλες οι ωμότητες της καταπίεσης, συνδέοντας την πολιτική πρακτική στην πραγματικότητα αυτού του σώματος και των λειτουργιών του, αναζητώντας συλλογικά όλες τις οδούς της απελευθέρωσής του, παραγάγαμε ήδη μια νέα κοινωνική πραγματικότητα στην οποία το maximum της έκστασης συνδυάζεται με το maximum της συνείδησης. Αυτή είναι η μοναδική οδός που μπορεί να μας δώσει τα μέσα για ν' αγωνιστούμε άμεσα, ενάντια στην επιρροή του καπιταλιστικού Κράτους, εκεί όπου αυτή ασκείται άμεσα. Αυτό είναι το μοναδικό βήμα που μπορεί να μας κάνει πραγματικά δυνατούς ενάντια σ' ένα σύστημα κυριαρχίας, που δεν παύει ν' αναπτύσσει την εξουσία του, να εξασθενίζει, ν' αποδυναμώνει, κάθε άτομο προκειμένου να το αναγκάσει να προσυπογράψει τ' αξιώματά του. Για να το μειώσει στην τάξη των σκύλων.
*Κείμενο που δημοσιεύτηκε αρχικά ανώνυμα στο γαλλικό περιοδικό Recherches n° 12, 1973, με τίτλο “Τρία δισεκατομμύρια διεστραμμένοι: Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια των ομοσεξουαλικοτήτων”, στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Ζιλ Ντελέζ, ο Μισέλ Φουκώ, ο Ζαν Ζενέ, ο Γκυ Όκενγκεμ και ο Ζαν- Πωλ Σαρτρ. Η γαλλική κυβέρνηση κατάσχεσε και κατέστρεψε όλα τα τεύχη του περιοδικού και πήρε μέτρα ενάντια στον Φέλιξ Γκουαταρί, διευθυντή της έκδοσης, κατηγορώντας τον για “προσβολή της δημοσίας αιδούς”.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Χουάν Ρούλφο: "Οι Λατινοαμερικανοί σκέφτονται όλη μέρα το θάνατο"

(κείμενο:  μετάφρ.: nathalie)


Αυτή την Τρίτη 16 Μαΐου [του 2017], ο δον Χουάν Νεπομουσένο Κάρλος Πέρες Ρούλφο Βισκαΐνο, που χρειάστηκε μόνο διακόσιες σελίδες για να μετατραπεί σ' έναν από τους μεγάλους της γλώσσας, θα είχε συμπληρώσει τα εκατό του χρόνια. Πριν από -ήδη- 34, στο Μπουένος Άιρες, μπόρεσα να του πάρω συνέντευξη. Θέλω να θυμηθώ εκείνη τη στιγμή.

Ο κύριος Χουάν Ρούλφο είναι Μεξικανός, είναι 65 χρονών και δουλεύει ως συντάκτης επιστημονικών έργων στο Διεθνές Ινστιτούτο Αυτοχθόνων. Αυτό το απόγευμα είναι ντυμένος μ' ένα κοστούμι από εξαιρετική γκρι αλπάκα και είναι κοντούλης, ελαφρώς σκυμμένος, μια μικρή φυσιογνωμία. Ο κύριος Ρούλφο έχει γράψει δυο βιβλία: ένα διηγημάτων, Κάμπος στις φλόγες, κι ένα μυθιστόρημα, Πέδρο Πάραμο, που εκδόθηκαν το 1953 και το 1955` κάθε ένα εξ' αυτών έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα στα καστιλιάνικα κι έχουν μεταφραστεί σε -ας πούμε- άπειρες γλώσσες: είναι ανησυχητική η απειροσύνη των γλωσσών.
Τούτο είναι το ουσιαστικό. Το πρόβλημα είναι να επιθετοποιήσεις κάποιον που μισεί τα επίθετα, παρόλο που απόψε θα επιθετοποιηθεί πια με τα θλιβερότερα εξ αυτών. Μα αυτό θα γίνει αργότερα. Προς το παρόν, ο κύριος Ρούλφο είναι στο Μπουένος Άιρες, σε μια θέση στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Βρέχει πάνω στη μεταλλική στέγη, μια επίμονη διαρροή πέφτει πάνω σ' ένα αντίγραφο του Ύμνου στη Νύχτα του Νοβάλις κι ο κύριος καπνίζει ένα μαύρο άφιλτρο` το κοιτά, το απολαμβάνει, με άπειρη προσοχή καταθέτει στο αριστερό του χέρι την εναπομείνασα στάχτη. Ο κύριος Ρούλφο γεμίζει το χέρι του στάχτη.
Ο κόσμος περνά και κάποιοι σταματούν. Τον αναγνωρίζουν και του ζητούν, για παράδειγμα, ένα αυτόγραφο: "Είναι για την αδερφή μου, ξέρετε". Ο κύριος Ρούλφο το κεντάει με δουλεμένα γράμματα. Ή του μιλούν για τα πιο διαφορετικά πράγματα, που ο ίδιος  με σεμνή υπομονή υπομένει: για το Μπόρχες (κάποιος του εξηγεί πως ο Αργεντινός, στον άψογο ρεαλισμό του, έχει δημιουργήσει εκ νέου Μπουένος Άιρες με λαβυρίνθους, καθρέφτες και τίγρεις` αυτός θα πει: "Ναι, μου αρέσει πολύ")` για το εξωτερικό χρέος ("Εμείς έχουμε επίσης: αυτό που πρέπει να γίνει είναι να ανακηρυχτούμε πτωχευμένοι και να μας ψάχνουν, τίποτα περισσότερο")` για την πτώση της ισπανικής αποικιακής αυτοκρατορίας (και γυαλίζουν για μια στιγμή τ' αδιαφανή ματάκια του για να πει: Όλες οι μεγάλες αυτοκρατορίες πέφτουν, τώρα απομένει μόνο αυτή του Ρήγκαν, οπότε").
Ο κύριος Ρούλφο ακούει, ακούει, μουρμουρίζει -το πρώτο όνομα του Πέδρο Πάραμο ήταν Τα μουρμουρητά-, μέχρι που φτάνει κάποιος που του λέει ότι ο  Mανουέλ Μουχίκα Λάινες υπογράφει βιβλία εκεί κοντά, αν θα ήθελε να τον γνωρίσει. "Όχι, ευχαριστώ", λέει ο κύριος Ρούλφο, "τώρα κοιτάζω βιβλία". "Ίσως αργότερα;". "Ίσως". Και σιωπά: οι σιωπές του, ενίοτε γεμίζουν με ειρωνεία, είναι αιχμηρές. Κάποιος τον ρωτά αν δεν τον ενδιαφέρει να γνωρίσει τον Μουχίκα: υπεροπτική ματιά. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίζεται ο αναγνωρισμένου κύρους πολύγραφος ιθαγενής, με το μπαστούνι του σ' ετοιμότητα. "Δεν ήθελα ν' αφήσω να χάσω την ευκαιρία να σας πω, πως σας θεωρώ το μεγαλύτερο συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής", λέει ο Μουχίκα Λάινες. “Ευχαριστώ", λέει ο κύριος Ρούλφο, "επίσης". Η συνάντηση υπήρξε σύντομη, πολύ συμπυκνωμένη. 
* * *
Αποκαλείται ταμπού εκείνο που οι κανόνες μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης ομάδας απαγορεύουν να κατονομαστεί ρητώς. Έτσι το ταμπού, το ανομολόγητο, φορτώνει με το περιεχόμενό του όλα τα άλλα πράγματα, τα άλλα ονόματα. Το ταμπού είναι εκείνο που πάντα υπαινίσσεται κανείς δίχως να το κατονομάσει.  
* * *
Ο κύριος Ρούλφο με κοίταξε με παραιτημένα ματάκια όταν του υπενθύμισα πως είχε έρθει η καθορισμένη ώρα για τη συνέντευξη: με παραιτημένα ματάκια έγνεψε. Ο κύριος Ρούλφο περπατούσε μπροστά, εγώ πίσω` δεν εντεινόταν η περιφρόνηση και, εν τούτοις, ένιωθα, δυστυχώς, βασανιστικός:
Συγχωρήστε με άλλη μια φορά που σας ενοχλώ. Δε σας αρέσει καθόλου όλο αυτό, ε;
Όχι, είναι πολύ μισητό.
Σας έχουν πάρει πια τόσες συνεντεύξεις... Πρέπει να έχετε στερεοτυπικές απαντήσεις για όλα.
Όχι, αντιθέτως` ξέρω τις ερωτήσεις, αλλά όχι τις απαντήσεις. Κάθε φορά έχω λιγότερες απαντήσεις.
Μπορούμε να μιλήσουμε για χαμένα βόδια;
Όπως θέλετε εσείς. Αλλά εγώ ποτέ δεν έχασα κάποιο βόδι. Ποτέ δεν είχα βόδια.
Δεν πιστεύετε στο Θεό;
(Ο κύριος Ρούλφο σταματά, με κοιτά με ανησυχία).
Ναι, εγώ, ναι, πιστεύω στο Θεό.
Τότε δεν πιστεύετε στους παπάδες...
Εντάξει, είναι που η εκκλησία έχει χάσει πολύ παντού, λόγω του... εντάξει, στην πραγματικότητα, το έχασαν όταν σταμάτησε το λατινοαμερικανικό τελετουργικό, που ήταν ένα είδος μαγικής τελετουργίας, που προσέλκυε τον κόσμο. Αλλά από τότε που επιβλήθηκε η γλώσσα σε κάθε χωριό, για να κάνουν τις θρησκευτικές τους πράξεις... στα καστιλιάνικα, στα ισπανικά, η λειτουργία έχασε όλη της τη μαγεία.
Και βλέπετε το θάνατο από τη σκοπιά του χριστιανού;
Ο κύριος Ρούλφο μιλά για το θάνατο, λέει πως τον παίρνει ως ένα φυσικό πράγμα, που εμείς οι Λατινοαμερικανοί έχουμε έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ' αυτόν των Ευρωπαίων όταν σκεφτόμαστε το θάνατο: "Αυτοί ποτέ δε σκέφτονται το θάνατο μέχρι τη μέρα που θα πεθάνουν", λέει. "Οι Λατινοαμερικανοί σκέφτονται όλη τη μέρα το θάνατο, μέχρι που για ν' αποχαιρετιστούν τη νύχτα λένε 'Θεού θέλοντως' ή 'αν ο Θεός μας δώσει ζωή', λένε 'Τα λέμε αύριο αν ο Θεός μας δώσει ζωή'. Γιατί πάντα συζούν με το θάνατο", λέει. Και περιγράφει -του το έχω ρωτήσει- τη γιορτή στις 2 Νοεμβρίου, της Μέρας των Νεκρών. "Ναι, πάνε όλοι στα κοιμητήρια και τρώνε κρανία από ζάχαρη. Κάνουν μια προσφορά στο νεκρό και μετά τρώνε την προσφορά. Και, σύμφωνα μ' αυτούς, ο νεκρός έρχεται να τους επισκεφτεί και μεθούν και τρώνε την προσφορά κι έρχονται σε άγρια μεθύσια... γιατί βάζουν αγουαρδιέντε στον εκλιπόντα, γιατί του άρεσε να πίνει αγουαρδιέντε, να μεθά, τότε επίσης μεθούν εκείνοι, με αγουαρδιέντε, μεσκάλ, πούλκε, οτιδήποτε", λέει ο κύριος Ρούλφο με χαμογελάκι και τα μάτια του ακόμη πιο κλειστά.
* * *
Ο κύριος Ρούλφο μίλησε για το θάνατο. Το Πέδρο Πάραμο είναι ένα βιβλίο νεκρών. Αλλά αυτή είναι μια συνέντευξη με ταμπού.
* * *
Κι αυτό με το γαμήσι τι σχέση έχει με το θάνατο; 
Όχι, το γαμήσι είναι μια κακή λέξη... Εκεί το να πεις "Γαμώ τη μάνα σου" είναι μια προσβολή, είναι η προσβολή, είναι η χειρότερη προσβολή...

Αλλά επίσης αποκαλείται γαμήσι ο θάνατος;

Όχι, το θάνατο τον λένε καλάκα*, τον λένε σιγικί**... Ποιος ξέρει τι! Το καλάκα λέγεται πολύ. Το γαμήσι είναι μια κακή λέξη που λέγεται όταν θέλει κανείς να προσβάλει κάποιον. "Μ' έχει πάρει το γαμήσι", για παράδειγμα, είναι σαν να λες "μ' έχει πάρει ο διάολος". Αλλά, επίσης, το να πεις "Γαμώ τη μάνα σου" είναι μια προσβολή πολύ μεγάλη, για να βγάλεις το πιστόλι και να υποκύψεις στις σφαίρες.

Βγάζουν πολύ εύκολα το πιστόλι;

Εντάξει, το έβγαζαν. Τώρα μιας και δεν έχουν πια πιστόλι...

Γιατί;
Τους τα πήραν, αφόπλισαν όλο τον κόσμο. Υπήρξε ένας γενικός αφοπλισμός.
Απ' το γαμήσι στη Μαλίντσε, από τη Μαλίντσε στο λαβύρινθο, τον ρωτώ για τον Οκτάβιο Πας. Ο κύριος Ρούλφο λέει πως τούτη η ανάγνωση της ιστορίας του Μεξικού μέσω της Μαλίντσε, της μεγάλης βιασμένης μητέρας, παραδομένης στον εχθρό, που επιτάσσει ο Λαβύρινθος της μοναξιάς είναι παρμένη από ένα βιβλίο του Σαμουέλ Ράμος, ενός Μεξικανού φιλοσόφου που υπήρξε καθηγητής του Πας. Και πως ο Οκτάβιο Πας χειρίζεται μια διανοητική μαφία στο Μεξικό και πως πολλοί δεν ανήκουν σε τούτη τη μαφία. "Κι αυτός που δεν  είναι φίλος του Οκτάβιο Πας είναι εχθρός του", λέει. "Εσείς δεν είστε φίλος", νομίζω καταλαβαίνω, ρισκάρω. "Ναι, εγώ είμαι φίλος", διορθώνει. Θέλω να καταλάβω αυτό με τη μαφία, τότε. "Τι εννοείτε;", ρωτώ. "Ελέγχουν την κουλτούρα", λέει ο κύριος Ρούλφο, "πολιτιστικά περιοδικά, τα πολιτιστικά ένθετα, τα πολιτιστικά βραβεία που δίνονται στους διαγωνισμούς μυθιστορήματος ή διηγήματος, όλα αυτά. Ελέγχουν την κουλτούρα."
Τον Πας επίσης τον αμφισβητούν λόγω ιδεολογικών προβλημάτων...

Βέβαια, η μεξικανική Αριστερά είναι εχθρός τους. Η Αριστερά παντού, όχι μόνο η μεξικανική. Οτιδήποτε κι αν είναι αριστερό για εκείνους είναι... είναι ο διάβολος, έτσι;

Και vice versa;
Ναι, βέβαια.
Τότε του λέω πως κάτι παρόμοιο συνέβη εδώ εδώ και πολύ καιρό με τον Μπόρχες, πως η αργεντίνικη διανοητική Αριστερά αμφισβητούσε τις πολιτικές του επιλογές, και τον ρωτώ αν θα μπορούσε να γίνει ένας παραλληλισμός. "Ναι", λέει ο κύριος Ρούλφο` "αλλά έχει περισσότερη δύναμη η Δεξιά από την Αριστερά", "Εκεί;", τον ρωτώ. "Εκεί", μου απαντά. "Πολιτιστικά;", τον ρωτώ. "Ναι", μου απαντά. Είμαστε στο γραφείο του διευθυντή της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου. Οι μοκέτες είναι κόκκινο μπορντώ, οι πολυθρόνες απομίμηση δέρματος και το γραφείο συμπαγές και από μαόνι. Το φως είναι σωλήνες από νέον: είναι το μοναδικό μέρος που καταφέρνουμε να μιλήσουμε με κάποια ηρεμία, κι ο κύριος Ρούλφο συνεχίζει ν' απαντά χαμηλόφωνα και αργά και τμηματικά και στον περίγυρό μας τέσσερις ή πέντε ώριμοι κύριοι με ώριμα κοστούμια προσπαθούν  ν' ακούσουν τα λόγια μας (του). "Εκεί", μου απαντά.

Και θα συνεχίσει να μιλά -του το έχω ρωτήσει- για την καθαρότητα των καστιλιάνικων, την ελευθερία που οι συγγραφείς οφείλουν να έχουν για να χρησιμοποιούν λέξεις του ιδιώματος που συνηθίζεται στην κάθε χώρα ("στο Μεξικό τούτο είναι πολύ ισχυρό, πάντα αποκρύπτονται πολλοί ναουατλισμοί, απ' τα νάουατλ"), και πως πρόσφατα ο διευθυντής της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας ("που πια δεν καθαρίζει ούτε κανονίζει ούτε δίνει λάμψη") έκανε ένα γύρο απ' την Αμερική και είπε πως σε κάθε χώρα, θα έπρεπε να της αφήσουν το ιδίωμα που συνηθίζει να χρησιμοποιεί. "Αν εμείς χρησιμοποιούμε πολλές λέξεις σε νάουατλ είναι διότι είναι η κοινή γλώσσα, του κόσμου", λέει ο κύριος Ρούλφο. "Δεν μας τις έχουν επιβάλει, μα... όπως είπε αυτός, αν εσείς θέλετε να λέτε  ‘vos tenés’, τότε είναι ο τρόπος που καταλαβαίνεστε και δεν υπάρχει λόγος να το σταματήσουμε... Το είπε η Βασιλική Ισπανική Ακαδημία", λέει. Και πως είναι η Λατινική Αμερική αυτή που θα διατηρήσει τα καστιλιάνικα, που στην Ισπανία χάνονται. "Κανείς δεν τους καταλαβαίνει πια τους Μαδριλένιους", λέει, και σχεδόν χαμογελά.

* * *
Αυτή είναι μια συνέντευξη με ταμπού, αλλά ορκίζομαι πως ήταν αυτός που ξεκίνησε μ' αυτό το πράγμα με τα γράμματα.
* * *
Έχει η λογοτεχνία κάποια πιθανότητα να μετασχηματίσει την πραγματικότητα;

Ναι, υπάρχει ένας μετασχηματισμός της πραγματικότητας, αν όχι, δεν είναι λογοτεχνία...

Όχι, ήθελα να πω κάποια δράση πάνω στην πραγματικότητα για να τη μετασχηματίσουμε.

Βεβαίως, ακριβώς η λογοτεχνία- μαρτυρία είναι λιγότερο πολύτιμη από τη λογοτεχνία που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα έχει τα όριά της... Τότε πρέπει να την υποστηρίξουμε με τη φαντασία. Τη στιγμή που έρχονται η φαντασία ή η έμπνευση, τότε μετασχηματίζουν την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι πολύ περιορισμένη.
Ναι. Αυτό που ήθελα να σας ρωτήσω είναι αν το γραπτό, με τη σειρά του, μπορεί να δράσει πάνω στην πραγματικότητα για να την τροποποιήσει.
Όχι, η λογοτεχνία δεν μπορεί να δράσει ούτε μπορεί να τροποποιήσει τίποτα. Μπορούν η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, η οικονομία` μπορούν να κάνουν κάτι για να μετασχηματίσουν τις πραγματικότητες. Αλλά η λογοτεχνία... ο συγγραφέας δεν μπορεί να καταφέρει να κάνει τίποτα. Η λογοτεχνία είναι μυθοπλασία, κι αν σταματήσει να είναι μυθοπλασία, σταματά να είναι λογοτεχνία.
"Και η μυθοπλασία είναι ψέμα", λέει ο κύριος Ρούλφο, επικαλούμενος μια φράση του ιδίου, που εμφανίστηκε σε ένα πρόσφατο ρεπορτάζ.
Και μετά θα μου πει -του το έχω ρωτήσει- πως, σε αντίθεση με πολλούς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, αυτός ποτέ δεν εκπατρίστηκε, πως έζησε πάντα στο Μεξικό. "Ο Μεξικανός δεν ξεριζώνεται εύκολα", λέει. "υπάρχουν λίγοι συγγραφείς που έχουν ζήσει έξω, στο εξωτερικό, αλλά έχει συμβεί γιατί ήταν διπλωμάτες, μετά γυρνούν στη χώρα. Στους Ισπανούς τουρίστες απαιτούσαν τριάντα χιλιάδες πέσος για να μπουν στη χώρα, που τότε ήταν τριάντα χιλιάδες πέσος αυτού του μεγέθους... τώρα είναι τόσο μικρούλικα", λέει ο κύριος Ρούλφο και γελά, και συνεχίζει να διηγείται: "Αντίθετα, στους Μεξικανούς μας χρέωναν διακόσια πέσος για να πάμε στην Ισπανία. Και διαμαρτύρονταν στο γραμματέα της Κυβέρνησης, γιατί απαιτούσαν απ' τους Ισπανούς τόσα λεφτά για να έρθουν ως τουρίστες στο Μεξικό. Κι απάντησε: "Εντάξει, γιατί οι Ισπανοί έρχονται και μένουν` οι Μεξικανοί πάνε κι επιστρέφουν". Ο Μεξικανός είναι πολύ ριζωμένος... Δεν είναι ούτε το τσίλι ούτε τα φασόλια, δεν είναι η νοσταλγία για τέτοια πράγματα. Είναι πια ένα έθιμο, ένα έρεισμα που έχει κανείς. Για παράδειγμα, κοιτάξτε, Πόλη του Μεξικού: είναι χαοτική, κολασμένη, φρικιαστική, έτσι; Και, εν τούτοις, ζει κανείς εκεί και τη νοσταλγεί. Έχουμε δυνατότητες να φύγουμε γι' άλλα μέρη, για πόλεις που είναι όμορφες, Κερέταρο, Μορέλια, όπου δεν υπάρχει smog, όπου ο κόσμος δεν είναι νευρωτικός όπως στην Πόλη του Μεξικού και, εν τούτοις, δε θέλουμε να φύγουμε απ' την Πόλη του Μεξικού", λέει, ενθουσιασμένος μια φορά.
Κι αυτό, το παρατηρεί κανείς στους Μεξικανούς συγγραφείς.

Οι πολύ εσωστρεφείς αναγνώστες, που ούτε καν γνωρίζουν τη χώρα. Δεν έχουν φύγει απ' την Πόλη του Μεξικού.

Δεν ισχύει για εσάς...

Όχι, όχι. Εγώ γνωρίζω όλη τη χώρα. Έχω ζήσει σε πολλές πόλεις της ενδοχώρας. Έζησα αρκετά χρόνια στη Γουαδαλαχάρα... εγώ είμαι από εκεί, από τα δυτικά. Κι επιπλέον, γνωρίζω επίσης άλλες χώρες. Γνωρίζω σχεδόν όλες τις χώρες... Εκτός από την Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση.

Για κάποιο συγκεκριμένο λόγο;
Όχι, γιατί είμαι πολύ τεμπέλης για να πάω τόσο μακριά... Είναι πολύ μακριά.

Μια από τις φωτογραφίες που έβγαλε ο Χουάν Ρούλφο και αποτελεί μέρος έκθεσης στο Μουσείο Amparo στην Πουέμπλα. CreditHugo Ortuño/EPA

Στη δεκαετία του '50, στα ταξίδια του στη χώρα, ο Ρούλφο έπαιρνε φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν πριν λίγο σ' ένα βιβλίο.
Τον ρωτώ για τούτες τις φωτογραφίες, αν υπάρχει κάποια κοινή γλώσσα ανάμεσα στη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. "Όχι, δεν υπάρχει τίποτα", λέει ο κύριος Ρούλφο, "απολύτως". Αλλά συνεχίζει: "Λένε πως, ναι, υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες με τις φωτογραφίες", λέει, επικαλούμενος σίγουρα κάποιον κριτικό. "Γιατί στην πραγματικότητα, αφού είναι περασμένης εποχής, αναπαριστούν ένα Μεξικό νεκρό πια, που δεν υπάρχει πια".
"Και τότε, η ομοιότητα;", ρωτώ. "Δεν υπάρχει", απαντά. "Επιπλέον, όταν έπαιρνα φωτογραφίες δε σκεφτόμουν τη λογοτεχνία, είναι δυο πολύ διαφορετικά είδη". Δεν είναι η περίπτωση της μουσικής. Εκεί ναι, αναγνωρίζει κανείς σημεία επαφής, και μιλά για μεσαιωνική, αναγεννησιακή, μπαρόκ μουσική, για το γρηγοριανό τραγούδι.
"Εγώ θεωρώ πως η μουσική είναι ένα μεγάλο ερέθισμα", λέει, "γαληνεύει το πνεύμα, τη διάθεση, είναι πολύ διεγερτική, προς την ηρεμία, και σταματά κανείς να σκέφτεται... συγκεκριμένα προβλήματα".
Ένα από τα προβλήματα, για παράδειγμα, πάντα ήταν η σχέση σας με το αλκοόλ. Αλλά τώρα το έχετε σταματήσει, έχουν περάσει πια κάποια χρόνια δίχως να πίνετε. Ωστόσο, ενίοτε, διηγείστε πως σας κοστίζει.

Ονειρεύεστε πολύ;

Ονειρεύομαι, αλλά δε θυμάμαι ποτέ αυτό που ονειρεύομαι.
Μα είναι ευχάριστα όνειρα;

Λοιπόν δεν ξέρω να το πω, ποτέ δεν τα θυμάμαι.

Μα είναι εφιάλτες;

Γελά. "Όχι, δεν έχω εφιάλτες", λέει. Και καυχιέται: "Έχω ονειρευτεί χρώματα. Είναι όμορφο. Είναι πολύ λαμπερά, πολύ δυνατά τα χρώματα".

* * *
Το ταμπού είναι αυτό που δεν μπορεί να ονομαστεί, παρόλο που όλα το υπαινίσσονται. Πώς να μιλήσει κανείς με τον κύριο Χουάν Ρούλφο για τούτα τα βιβλία που έγραψε στις αρχές του πενήντα, τούτα τα δυο κλασικά λατινοαμερικανικά, τούτα τα δυο μεμονωμένα βιβλία; Πώς να τον ρωτήσω πώς αισθάνεται ένας άντρας που κοιτά από τον κάμπο το ίδιο του το μνημείο; Ή για τη μοναδικότητα της πράξης της γραφής, για τη διάρκειά της: αν κάποιος είναι συγγραφέας για να γράφει ή γιατί έχει γράψει. Μιλάω μ' αυτόν για κάτι που έκανε πάνω από τριάντα χρόνια πριν. Αν τον ρωτούσα γιατί δεν έγραψε περισσότερο, θα με κοιτούσε με μίσος και θα μου έλεγε, όπως το είπε τόσες φορές, πως του έλειπε ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη του και γι' αυτό το έκανε, για να γεμίσει το κενό, και μέχρι που, ίσως να μου έλεγε, πως γράφει κάτι, όπως το είπε τόσες φορές, για να ξεφύγει από την παρενοχλούσα, κατηγορούσα ερώτηση. Όλα κοιτώντας με με μίσος. Δε θέλω να με μισεί. Τον θαυμάζω. Ίσως σε άλλη περίσταση να του το ρωτήσω.

* * *
Έχετε μια ειδική σχέση με τα επίθετα; 
Είμαι εχθρός των επιθέτων. Όταν σπούδαζα λογοτεχνία, μας επέβαλλαν πολύ τον Περέδα, που ήταν ένα από τα αλογάκια μάχης των δασκάλων λογοτεχνίας. Ο Περέδα χρησιμοποιούσε ενίοτε μέχρι έξι ή οκτώ επίθετα για ένα μόνο ουσιαστικό. Και το ουσιαστικό είναι η ουσία της γλώσσας και το επίθετο είναι ένα στολίδι, ένα επιφανειακό πράγμα. Τότε... πάλεψα πολύ και πολέμησα πολύ το επίθετο, την επιθετοποίηση τη μισώ... Αλλά ήταν λόγω τούτου, έφτασα να μισώ μέχρι και τη λογοτεχνία γιατί μας επέβαλλαν το επίθετο ως κανόνα. Στην ισπανική λογοτεχνία τούτης της εποχής, που ήταν η μεγαλύτερη επιρροή που είχαμε, σκέφτονταν πως δίχως το επίθετο δεν υπήρχε διακόσμηση, δεν υπήρχε λάμψη στα γράμματα, έτσι;

Κι αν παρ'όλα αυτά σας ζητούσα τρία επίθετα για να περιγράψετε εσάς τον ίδιο; 
Υπάρχει ένα μεγάλο διάλειμμα και, αλήθεια, φαίνεται σαν να σκεφτόταν. "Ένας... ένας φτωχός διάβολος", λέει.

"Υπάρχει ένα επίθετο κι ένα ουσιαστικό", τολμώ να του πω, γιατί το είπε μ' ένα στραβό χαμόγελο. "Ένας φτωχός άθλιος διάβολος", λέει. Και συμπληρώνει: "καταθλιμμένος και αποθαρρυμένος". "Γιατί;" "Έχω, έτσι, στιγμές", λέει, και η φωνή του είναι κάθε φορά χαμηλότερη, "στιγμές κατάθλιψης και αθυμίας". Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει ένας κύριος με κοστούμι. "Είναι εδώ ο πρέσβης", λέει. Ο κύριος Ρούλφο ανασηκώνεται: "Είναι ήδη εδώ ο πρέσβης", λέει.

Πέντε λεπτά ακόμη, κύριε Ρούλφο, σας παρακαλώ;

Μα περπατούσε ήδη. "Τους πρέσβεις δεν μπορούμε να τους κάνουμε να περιμένουν", είπε κι έκλεισε την πόρτα.

*,** ονόματα με τα οποία οι Μεξικανοί αποκαλούν το θάνατο

Πηγή

Άλλο άσμα, του Χόρχε Τεϊγιέρ

(μετάφρ.:nathalie) Ε νώ η λαμπρότητα του μεσημεριού Καθιστά σκουρότερους τους άντρες στους τάφους τους Οι σπόροι του ήλιου Που εν...