Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021

Ν' αυτοκτονείς, της Ανα Ελένα Πένα

 (μετάφρ. : nathalie)




Είναι απολύτως αναγκαίο ν' αυτοκτονείς κατά διαστήματα

Να δραπετεύεις από τον εαυτό σου, 

να χάνεσαι, 

να μετεωρίζεσαι, 

να νηστεύεις, 

να νιώθεις το άδειο, εξαντλημένο, πονεμένο κορμί. 

Ν' αλλάζεις δέρμα, 

να πίνεις, 

να ξερνάς, 

να πιάνεις πάτο, να γαμιέσαι απελπισμένα κι έπειτα να μη θυμάσαι τίποτα. 


Να είσαι από τα πάντα απών. 


Ώστε μετά, ν' αγκιστρώνεσαι ξανά απ ' τη ζωή, να ξανασμίγεις με τον εαυτό σου. 

Να φοράς παστέλ χρώματα, να περπατάς ζωηρά και να χαμογελάς στους γείτονες, όταν τους συναντάς στη σκάλα. 


- Πώς είσαι όμορφη; 

- Γαμημένα καλά, ευχαριστώ. 


Sangre en las rodillas, 2012


Κυριακή, 21 Μαρτίου 2021

Εθισμός, του Ραφαέλ Καλέρο Πάλμα

 (μετάφραση: nathalie)


MARINA RHEINGANTZ - Madrigal


Δεν είχα κλείσει τα δεκαπέντε

όταν τη δοκίμασα για πρώτη φορά.

Ένα φιλαράκι απ’ τη γειτονιά

λίγο μεγαλύτερο από μένα

μου την προσέφερε στο πάρκο

που συναντιόμασταν

τ’ απογεύματα.

Δοκίμασε αυτό, μου πε,

είναι σαν να χαϊδεύεις τον ουρανό

με τις άκρες των δαχτύλων σου.

Στην αρχή ήταν κτηνώδης.

Μαζευόμασταν σπίτι του

Μακριά από αδιάκριτα βλέμματα

μετά το σχολείο

και περνούσαμε εκεί

τις νεκρές ώρες

καταναλώνοντάς την

δοκιμάζοντάς την

γευόμενοί την

ενώ ακούγαμε δίσκους

του Λου Ριντ,

του Ντέιβιντ Μπόουι

του Τζίμι Χέντριξ.

Οι πρώτες δόσεις

με μετέφεραν

σε κόσμους μακρινούς

σε λέξεις περίεργες

κι ασαφή νοήματα

σύμπαντα που οριακά μάντευα

μερικούς μήνες πριν

που ποτέ δεν σκέφτηκα πως θα υπήρχαν.

Σύντομα αντιλήφθηκα

ότι κάθε φορά χρειαζόμουν περισσότερη

με καλύτερης ποιότητας, με περισσότερη καθαρότητα.

Δεν μ’ ενδιέφερε η χώρα προέλευσής της:

ισπανική, γαλλική, αγγλική,

απ’ οποιαδήποτε ζώνη της Αμερικής

μου έκανε.

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια

Κι έτσι συνεχίζω

καβάλα στον εθισμό μου

απορροφημένος ως το κόκκαλο

ανίκανος ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτή

απ’ τη γλυκιά

αινιγματική

υπνωτική

δυναμική

εξαίσια

μαχητική

Ποίηση

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

Το τέλος του κόσμου, του Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο

 (μετάφρ.: nathalie)


                                                                                Antonio Gritón, El Faro del Fin del Mundo, 2017



Το τέλος του κόσμου έχει πια διαρκέσει πολύ

Κι όλα χειροτερεύουν

Αλλά δεν τελειώνει

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Τελευταία συνάντηση με το υστερόγραφο, του Ρομπέρτο Μπολάνιο




Από το χαμένο, το ανεπανόρθωτα χαμένο, επιθυμώ μόνο να ανακτήσω την καθημερινή διαθεσιμότητα να γράφω, γραμμές ικανές να με πιάσουν απ' το μαλλί και να με σηκώσουν όταν το κορμί μου πια δεν θα θέλει να υπομείνει περισσότερα. (Σημαντικό, είπε ο ξένος). Στο ανθρώπινο και στο θεϊκό. Όπως αυτοί οι στίχοι του Λεοπάρντι που ο Ντανιέλ Μπίγα απήγγειλε σε μια σκανδιναβική γέφυρα για να οπλιστεί με κουράγιο, έτσι να είναι η γραφή μου.



Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020

Το τραγούδι του γκρουπιέρη από το Μισσισσίπι, του Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο

 


«Fifteen men on the Dead Man's Chest.

Yahoo! And a bottle of rum!»

Πειρατικό τραγούδι

 

Καπνίζω πολύ. Υπερβολικά.

Καπνίζω για να τρίψω το χρόνο κι ενίοτε ακούω το ραδιόφωνο,

κι ακούω να περνά η ζωή όπως κάποιος βάζει ραδιόφωνο.

Καπνίζω πολύ. Και στο τασάκι υπάρχουν

ιδέες και ποιήματα και φωνές

από φίλους που δεν έχω. Κι έχω

το στόμα γεμάτο μ' αίμα,

κι αίμα που βγαίνει από τις σχισμές του κρανίου μου

κι η ψυχή μου όλη έχει γεύση αίματος,

φρέσκου αίματος δεν ξέρω απ' γουρούνι ή τον άνθρωπο που είμαι,

σ' όλη μου την ψυχή, μαχαιρωμένη από γυναίκες και παιδιά 

που κινούνται αφελώς, αδέξια, στη

ζωή αυτή που τώρα ξέρω.

Πασπατεύω το στήθος μου ξαφνικά, νευρικός,

και δεν νιώθω καρδιά. Δεν υπάρχει,

δεν υφίσταται σε κανέναν αυτό το πράγμα που αποκαλούν καρδιά

αλλά ίσως στο αλκοόλ, σ' αυτό

το αίμα που πίνω και που είναι το αίμα του Χριστού.

το μοναδικό αίμα σ' αυτόν τον κόσμο που δεν υπάρχει

που είναι σαν το προγραμματισμένο κακό, ή

σαν φάμπρικα ζωής ή ένας ράφτης

που έχει ξεχάσει ποιος είναι και συνεχίζει να ζει, ή

ίσως το ρολόι και οι ώρες που περνάνε.

Ψηλαφώ, νευρικός, τα μάτια και τα πόδια και το χοντρό δάχτυλο

του χεριού το βάζω στο μάτι, και είμαι βρώμικος

και η ζωή μου μυρίζει.

Κι ονειρεύομαι πως έχω ζήσει και πως κάπως λέγομαι

και πως αυτό το παραμύθι είναι αλήθεια, αυτό

το παράλογο που προδίδουν τα μάτια μου,

αυτό το ντελίριο στη Βερακρούς, και πως αυτή 

η χώρα είναι αλήθεια αυτός ο τόπος που μοιάζει με την Κόλαση,

που αποκαλούν Ισπανία, έχω ακούσει

από τους νεκρούς ότι η Κόλαση

είναι καλύτερη από αυτήν και περισσότερο μοιάζει με αυτήν.

Λέω πως είμαι ο Πεσσόα, όπως ο Πεσσόα ήταν ο Άλβαρο ντε Κάμπος,

λέω πως το να είσαι μεθυσμένος είναι να μην είσαι

η ζωή όλη, είναι

να είσαι μεθυσμένος από ζωή και όχι από θάνατο,

είναι ένα αίμα διαφορετικό από εκείνο το άλλο

το βαρύ που τρυπώνει από τις στέγες και από τους τοίχους

και τις τρύπες της ζωής.

Και είναι που δεν υπάρχει άλλη κοινωνία

ούτε άλλος σπασμός απ' αυτόν του κρασιού

και κανένα άλλο φύλο ούτε γυναίκα

από το ποτήρι με αλκοόλ που έχω στον

εγκέφαλο, στα πόδια, στο αίμα.

Ότι αυτό το ποτήρι σκούρο ή λευκό κρασί,

με τζιν ή ρούμι ή ό,τι είναι αυτό

- τζιν με μπύρα, για παράδειγμα-

που είναι σαν την παιδική ηλικία, και δεν είναι

φυγή, ούτε απόδραση, ούτε όνειρο

αλλά η μόνη πραγματική ζωή και όλα είναι πιθανά

και γραπώνω εκ νέου το ποτήρι σαν τον λαιμό της ζωής και διηγούμαι

σε κάποιο ον ότι είναι πιθανόν να είμαι

εκεί στη ζωή των θεών

και κάποιες μέρες είμαι ο Κάιν, και άλλες

ένας παίχτης πόκερ που πίνει άψογα ουίσκι και άλλοι

ένας κυνηγός ταλέντων που απ' την άλλη ήμουν

μα τα δικά μου είναι σαν το «Γλυκό πουλί της νιότης»,

ένας κυνηγός ταλέντων όμορφος και αλκοολικός, και άλλες μέρες,

ένας ντροπαλός και ψυχωτικός δολοφόνος, και άλλες

κάποιος που έχει πεθάνει ποιος ξέρει από πότε,

σε ποια πόλη, ανάμεσα σε νηφάλιους ναύτες. Κάποιοι με

θυμούνται, λένε

με το ποτήρι στο χέρι, να μιλάω πολύ,

να μιλάω για το να μπορείς να υπάρξεις για το ότι

δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο απ' το να λες

στον εαυτό σου μια πρόταση του Βιτγκενστάιν ενώ ανεβαίνει

η ζαλάδα του κρασιού στο αίμα και την ψυχή.

Είτε κάποιος χαμένος στις στοές του καθρέφτη

να ψάχνει την Αγαπημένη του. Κι άλλες φορές

είμαι ο Άβελ που έχει ένα σχέδιο τέλειο 

για να περισώσει τη ζωή και ν' αποκαταστήσει τους ανθρώπους

κι ακόμη ενίοτε κλαίω που δεν είμαι σκλάβος

Νέγρος στο νότο, να κλαίω 

ανάμεσα στις φυτείες!

Είναι τόσο ωραία η κατάρρευση, τόσο βαθιά

ξέρω όλα της τα χρώματα και είναι

σαν μια μουσική συμφωνία του τέλους,

σαν μουσική που παίζουν σ' αυτό πιο πέρα,

και δεν έχω πια αίμα στις φλέβες, μα αλκοόλ,

έχω αίμα στα μάτια μεθυσμένου

και ψυχή κυριευμένη από αίμα σαν εμετό,

και ξερνάω την ψυχή τα πρωινά,

αφότου περάσω όλη τη νίχτα ορκιζόμενος

μπροστά από μια λαστιχένια κούκλα ότι υπάρχει Θεός.

Το να γράφεις στην Ισπανία δεν είναι να κλαις, είναι να πίνεις,

είναι να πίνεις την οργή αυτού που δεν αφήνεται

να πεθάνει στις γωνιές, είναι να πίνεις και άσχημα

να μιλάς, να βλασφημείς ενάντια στην Ισπανία

ενάντια σ' αυτή τη χώρα δίχως θεούς αλλά με

αγάλματα θεών, είναι

να πίνεις στην εκκλησία με μουσική από εκκλησιαστικό όργανο

είναι να πέφτεις μεθυσμένος στα ρεσιτάλ και λεκέδες από κόκκινο

κρασί και αίμα «Le livre des masques» του Rémy de Gourmont

να πέφτεις υγρός σαλιάρικος και ηλίθιος και

να σωριάζεσαι σαν ένα δέντρο μπροστά στους υάκινθους

της πολιτιστικής αυτής γιορτής. Να γράφεις στην Ισπανία είναι να έχεις

ως απάνω στο αίμα αυτό το αλκοόλ της τρέλας που πλέον

δεν δικαιολογεί τίποτα και κανέναν, καμιά σκιά

απ' αυτές που εκεί υπήρχαν στην αρχή.

Και λέγοντας ενώ πεθαίνεις, ενώ έχεις

πια στο στόμα και στο κεφάλι το σάλιο της αυτοκτονίας

να ουρλιάζεις στις σκιές, στις τόσες που υπάρχουν και τα φαντάσματα

σ' αυτόν τον παράδεισο για στοιχειά

κι επίσης στα γουρούνια που έχω δει στο δάσος,

και στα πουλιά και στους λύκους στο δρόμο κι

ενώ παραμονεύεις στις γωνίες

«Fifteen men on the Dead Man's Chest

Fifteen men on the Dead Man's Chest

Yahoo! And a bottle of rum!»




Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Η ευτυχία, του Καρμέλο Θ. Ιριμπάρρεν

(μετάφρ.: nathalie)



Κάθεσαι σε κάποια τραπεζάκια έξω

να πιεις κάτι.

Λίγα μέτρα από σένα,

αγόρια και κορίτσια κάνουν πατίνι, κάνουν

σχοινάκι, παλεύουν…

Ανάβεις τσιγάρο,

καπνίζεις γαλήνια.

Στο τέλος έρχεται η μπύρα:

σωστή,

αφρώδης, δροσερή.


Κλείνεις τα μάτια

και “αυτό είναι ευτυχία”,

λες στον εαυτό σου.


Έπειτα τ’ ανοίγεις

και βλέπεις αυτόν τον καημένο γέρο

να ψάχνει τους κάδους αχρήστων.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2020

Όσο σε σκέφτομαι, του Pαφαέλ Καλέpo Πάλμα

 (μετάφ.: nathalie)

Θα περάσουν οι μέρες.

Θα περάσουν οι νύχτες.

Θα περάσουν οι βδομάδες,

οι μήνες, τα χρόνια

Θα περάσουν οι χειμώνες.

Θα περάσουν οι άνοιξες.

Θα περάσουν τα καλοκαίρια

Κι επίσης τα φθινόπωρα.

Θα περάσουν οι θερισμοί.

Θα περάσουν οι εκλείψεις.

Θα περάσουν οι κομήτες.

Θα περάσουν οι θύελλες.

Θα περάσουν οι κύκλοι.

Θα περάσουν οι πόλεμοι

Και θα έρθουν άλλοι, καινούργιοι.

 

Θα περάσει η ζωή μου.

Και θα έρθει ο θάνατος.

Κι εγώ θα συνεχίσω να σκέφτομαι εσένα.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

Αύγουστος του Καρμέλο Θ. Ιριμπάρρεν

(μετάφρ.: nathalie)


Το νερό από το ντουζ

κόντρα στο βρεγμένο σου

δέρμα.

Δεν υπάρχει μουσική

-ούτε μοντέρνα

ούτε κλασική-

που να το φτάνει αυτό,

αυτό που τώρα νιώθω,

αυτό που φαντάζομαι

ακούγοντάς το.


Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Δίκαιη απόσταση, της Κpιστίνα Πέpι Pόσσι

(μετάφ.: nathalie)




Στην αγάπη, και στο μποξ

όλα είναι ζήτημα απόστασης.

Αν πλησιάζεις υπεpβολικά διεγείpομαι

τpομάζω

θαμπώνομαι, λέω βλακείες

αpχίζω να τpέμω

μα αν είσαι μακpιά

υποφέpω θλίβομαι

φανεpώνομαι

και γpάφω ποιήματα.


Πηγή

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

Γη, του Adam Zagajewski

(μετάφραση από την ισπανική μετάφραση του Xavier Farré: nathalie)



Μερικοί μιλούσαν στα πολωνικά· άλλοι, στα γερμανικά
μόνο το κλάμα ήταν κοσμοπολίτικο.
Οι πληγές δεν θεραπεύονταν, θυμούνταν για μεγάλο
διάστημα.
Ο άνθρακας γυάλιζε όπως πάντα.

Κανείς δεν ήθελε να πεθάνει, μα η ζωή ήταν δυσκολότερη.
Υπήρχε πολλή παραξενιά· η παραξενιά σιωπούσε.

Φτάσαμε σαν τουρίστες, με βαλίτσες-
μείναμε για περισσότερο καιρό.

Δεν ανήκαμε σ' αυτή τη γη,
μα εκείνη μας αγκάλιασε γενναιόδωρα·
σας αγκάλιασε τους μεν και τους δε.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

Πτώση, του Άνχελ Γκονθάλεθ

(μετάφρ.: nathalie)




Και ξαναπέφτω εντός μου
στο κενό,
στο τίποτα. 
Τι πιρουέτα!
Κατέρχομαι ή πετώ;
Δεν το γνωρίζω.
Δέχομαι
το δριμύ χτύπημα, και ανασηκώνομαι.

Με πιάνω για να δω αν υπήρξε μεγάλη ζημιά,
αλλά δεν με βρίσκω.
Το σώμα μου, πού βρίσκεται;
Πονάει μόνο η ψυχή μου.
Τίποτα σοβαρό.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2020

Γράμμα του Ρομπέρτο Μπολάνιο στο Μάριο Σαντιάγο

(μετάφρ.: nathalie)

IsmaelHernandezArt

Είμαι με τα παράθυρα ανοικτά, έξω βρέχει, μια καλοκαιρινή μπόρα· αστραπές, βροντές, αυτά τα πράγματα που διεγείρουν ή υποκινούν τη μελαγχολία.
Πώς είναι το Μεξικό; Πώς είναι οι δρόμοι του Μεξικού, το φάντασμά μου, οι αόρατοι φίλοι μου; Παραμένει όρθιο το Ανατολικά του Παραδείσου ή πέρασε πια στον ύπνο του δικαίου;
Όταν καλυτερεύσουν τα οικονομικά μου θα εμφανιστώ στο σπίτι σου μια οποιαδήποτε νύχτα. Κι αν όχι, το ίδιο κάνει. Η έκταση που διασχίσαμε μαζί με κάποιο τρόπο είναι και παραμένει ιστορία. Θέλω να πω: υποψιάζομαι, διαισθάνομαι ότι είσαι ακόμη ζωντανός, εν μέσω του σκότους αλλά ζωντανός κι ακόμη, ποιος θα το’λεγε, απαιτητικός. Λοιπόν, ας μην ενθουσιαζόμαστε. Γράφω ένα μυθιστόρημα όπου εσύ ονομάζεσαι Ουλίσες Λίμα. Το μυθιστόρημα ονομάζεται Οι Άγριοι Ντετέκτιβ. Μεγάλη αγκαλιά. Ρ.