Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Για νεαρούς (Άραβες) εραστές (της Αραβικής Άνοιξης)*, της Jehan Bseiso

(μετάφρ.: nathalie)



Πέρασα τη νύχτα διαβάζοντας γράμματα εραστών πίσω από κάγκελα, που είχαν μετατραπεί σε δημοσιεύσεις κοινωνικών δικτύων.

Μια γυναίκα ήταν ευτυχισμένη που έμαθε (στα σίγουρα) ότι ο άντρας της ήταν στη φυλακή, γιατί μπορούσε ακόμα να τον επισκεφθεί, γιατί

δεν τον είχαν εξαφανίσει ή σκοτώσει (ακόμα).

Μια άλλη περιμένει νέα τα τελευταία πέντε χρόνια και τίποτα, ούτε καν μια κάρτα, ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα σημάδι ζωής.

(Στο παράλληλο σύμπαν, όπου ζούμε εμείς, έχεις 3G δεδομένα, και πάλι σε ικετεύω ν' ανοίξεις την κάμερά σου, γιατί δεν έχω δει το πρόσωπό σου για μήνες)

Το facebook θέλει να σου υπενθυμίσει ότι πριν έξι χρόνια σήμερα ήσουν στη Δαμασκό, να κρατάς την κάμερά σου με την ελπίδα που μια νεαρή μητέρα σφιχταγκαλιάζει ένα νέο μωρό.

Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που γελάσαμε από μέσαμέσα μας.

Δεν ήταν να το πάμε έτσι.

Οι crowdfunding καμπάνιες για ταξίδια στη βάρκα του θανάτου προκειμένου να "βοηθήσουμε τον Ιγιάντ να πάει από τη Χομς στη Γερμανία" μου θυμίζουν τι είναι αληθινή αγάπη.

*Ο τίτλος ανακαλεί και αντιστρέφει το δυτικό βλέμμα.


Πηγή

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Έτσι όπως δεν μπορούμε, του Ρομπέρτο Χουαρός

(μετάφρ.: nathalie)

Έτσι όπως δεν μπορούμε
να διατηρήσουμε για πολύ χρόνο ένα βλέμμα
ούτε μπορούμε να διατηρήσουμε για πολύ χρόνο τη χαρά,
τη σπείρα της αγάπης,
τον άνευ τέλους χαρακτήρα της σκέψης,
την αιωρούμενη γη του ύμνου.
Δεν μπορούμε ούτε καν να διατηρήσουμε για πολύ χρόνο
τις αναλογίες της σιωπής
όταν κάποιος την επισκέπτεται.
Κι ακόμη λιγότερο
όταν τίποτα δεν την επισκέπτεται.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να διατηρήσει για πολύ χρόνο τον άνθρωπο,
ούτε αυτό που δεν είναι ο άνθρωπος.
Κι εντούτοις μπορεί
να βαστήξει το ανένδοτο βάρος
αυτού που δεν υπάρχει.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Ταχρίρ, της Jehan Bseiso

(μετάφρ.: nathalie)

Αυτοί που μιλούν στην τηλεόραση σχολιάζουν και αφηγούνται.
Χρησιμοποιούν λέξεις όπως:
Ανάλυση λόγου, και
Προτρέπουμε,
Απαιτούμε,
Όλες τις πλευρές.
Υπερθετικοί, σχήματα λιτότητας και κενές μεταφορές
Η γλώσσα ανάβει τη γλώσσα μέχρι που οι λέξεις να έχουν γεύση στάχτης
και μπάζων στη Ντούμα και τη Γάζα.
Στη Βηρυτό, υπενθυμίζεις στον εαυτό σου πως το να ερωτεύεσαι έναν Άραβα σημαίνει
ν' αγαπάς κάποιον πάντα λίγο κατεστραμμένο.

Μ' έχουν κουράσει οι πολιτικοί και οι πολιτικοί αναλυτές,
Ακαδημαϊκοί και τρολ κι εργαζόμενοι στις διεθνείς ΜΚΟ και κυβερνητικά κυνηγόσκυλα και
δημοσιογράφοι που θέλουν να κάνεις τη δουλειά τους γι' αυτούς

Αναρωτιέμαι πόσες πολιορκίες μπορεί ν' αντέξει η ανθρωπότητα.
Γάζα, Χαλέπι, Ντούμα, Ράκκα, Σαναά, Μοσούλη

Ταχρίρ: σημαίνει πως μια μέρα θ' απελευθερωθούμε.


Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Σχετικά με την αγάπη, του Γκιγιέμ Μαρτίνεθ

(Μετάφρ. : nathalie)

Μου εξηγεί πως το ατύχημα ήταν σκληρό. Εκτεταμένες ζώνες του σώματος έσπασαν. Χειρότερο ήταν το κεφάλι. Ήταν σε κώμα, κοντά στο θάνατο. Όταν ξύπνησε, στο νοσοκομείο, της έλειπε η μνήμη. Δεν θυμόταν το όνομά της, τίποτα και κανέναν. Εκτός από το σύζυγό της. Ήταν το πρώτο πρόσωπο που είδε με το που άνοιξε τα μάτια. Ήταν ανίκανη να θυμηθεί πώς τον γνώρισε, ούτε πόσο καιρό είχε. Αλλά με το που τον είδε, μου λέει, ένιωσε ένα ρεύμα αγάπης όπως δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της, παρόλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από τη ζωή της. Το να τον κοιτάζει και να τον βλέπει ήταν ανατριχιαστικό, μου λέει. Μια ενοχλητική έκρηξη. Σε κάποιο βαθμό, το ξύπνημα ήταν, κυριολεκτικά, ξύπνημα. Μετά από κάποιες μέρες πήρε εξιτήριο. Το μισό της σώμα ήταν σε γύψο. Είχε έλλειψη αυτονομίας. Και μνήμης. Ο σύζυγός της την πήρε στο σπίτι. Της εξήγησε κάθε δωμάτιο και την εγκατέστησε στην κρεβατοκάμαρα. Κάθε πρωί πήγαινε για δουλειά. Όταν επέστρεφε, τη φρόντιζε, την καθάριζε και της σέρβιρε το φαγητό. Όταν επέστρεφε, μου λέει, παραγόταν η ανατριχίλα, η έκρηξη, το ξύπνημα. Με το πέρασμα των ημερών επιτέλους μπόρεσε να κρατηθεί όρθια και κατάφερε να έχει πρόσβαση στην τουαλέτα από μόνη της. Ήταν εκεί όπου, ενώ κοίταζε το νέο της σώμα, θυμήθηκε το παλιό της σώμα. Και, στη στιγμή, σαν μια βιτσιά, την παιδική της ηλικία, τη νιότη της, τη ζωή της. Τούτη τη στιγμή έφτασε ο σύζυγός της. Δεν ένιωσε τίποτα βλέποντάς τον. Θυμήθηκε πως είχαν χωρίσει εδώ και μήνες, θυμήθηκε τους λόγους, θυμήθηκε πως ήταν δυο άγνωστοι. Βλέποντας ότι είχε ανακτήσει τη μνήμη της, ο σύζυγος της ζήτησε την άδεια για να επιστρέψει στο διαμέρισμά του και τη ζωή του. Αυτή του την παραχώρησε. Δεν ξαναειδώθηκαν.
Από αυτήν την ιστορία έπεται, νομίζω, ότι η αγάπη δεν είναι μνήμη. Δεν είναι αναμνήσεις. Αποτελείται από τη λήθη, από το να τα ξεχνάς όλα. Από το να ξεχνάς να θυμάσαι.

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Φιλία, της Εύα Στριττμάττερ

(H μετάφραση είναι της nathalie και είναι αφιερωμένη στην Barbara Elsen.)



Φίλοι μου είναι αυτοί, με τους οποίους 
Να φάω και να πιω και να κουβεντιάσω μπορώ.
Που με ξέρουν στην κουζίνα μου,
Και στους οποίους λέω: Έλα, κάτσε.
(Δίχως προβλήματα κι επιπλοκές:

Πώς ταΐζει κανείς; Είναι το σναπς αρκετά καλό;)
Μαζί με τους οποίους στα χρόνια
Τα δικά μου και τα δικά τους φορτία απομακρύναμε:
Τις αρρώστιες των παιδιών και του κόσμου την ταλαιπωρία.
Με τους οποίους τις νύχτες υπεραναλύω.
Κι εντούτοις δεν βγαίνει ποτέ συμπέρασμα.

Μπορεί ακόμα και πάνω από τις αποστάσεις να υπάρξει.
Ακόμη κι όταν ο ένας δεν βλέπει τον άλλο για πολύ καιρό:
Μας κρατάει ακόμα σφιχτά ενωμένους,
Πάντα ακόμη οτιδήποτε κι αν μας συμβαίνει

Οι φιλίες είναι σαν τις περιπέτειες,
Στις οποίες εναποθέτει κανείς ολόκληρη τη ζωή του.
Αν αποτύχει κανείς ή αν προδωθεί
Πληγώνεται περισσότερο από το δικό του δέρμα.

Πηγή

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Σχετικά με τον σκλάβο, του Γκιγιέμ Μαρτίνεθ

(μετάφρ.: nathalie)


Rodrigo Soldon, Αψίδα του Κωνσταντίνου στη Ρώμη

Στις παρελάσεις της νίκης, ο στρατηγός έμπαινε στη Ρώμη χωρίς στρατό. Είχε βαμμένο κόκκινο πρόσωπο, σαν τον Άρη. Καθώς φαινόταν, ήταν αθάνατος για κάποιες στιγμές. Ο κόσμος τον καταλάβαινε και τον επευφημούσε. Είναι δυνατό να κατανοήσουμε -να θυμηθούμε ακόμα ακόμα- όλα αυτά, διότι όλα αυτά έχουν συμβεί σε όλους μας σε κάποια στιγμή της βιογραφίας μας. Καταλαβαίνουμε και θυμόμαστε, ακόμη, τον σκλάβο που πήγαινε με το κάρο μας, πίσω από εμάς και τοποθετούσε κάθε στιγμή στο κεφάλι μας ένα δάφνινο στεφάνι που μας ξεχώριζε από τους άλλους. Ο ρόλος του σκλάβου ήταν αυτός και το να λέει κάθε στιγμή της παρέλασης, με χαμηλή φωνή, αλλά αρκετά δυνατή για να το ακούμε, το ρητό memento mori. Θυμήσου πως είσαι θνητός. Θυμήσου πως είσαι θνητός. Δεν έχει σημασία αυτό που συμβαίνει τώρα. Ένα άλλο πράγμα συμβαίνει κάτω απ' όλο αυτό. Κάτω απ' όλο αυτό διαδραματίζεται απλά η ευθραυστότητά σου. Τούτες οι αναμνήσεις από παρελάσεις που δεν ζήσαμε, δεν συμφωνούν με τις εκδηλώσεις θριάμβου που παρατηρούμε σήμερα στα μέσα, στη ζωή. Έχουν αυξηθεί το κόκκινο χρώμα στα πρόσωπα και τα δάφνινα στεφάνια. Κι έχει εξαφανιστεί ο σκλάβος. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε, επομένως, πως επιτέλους είμαστε αθάνατοι. Εκτός από όταν ακούμε τη φωνή του σκλάβου, στην περίπτωση που την ακούσουμε. Τούτη τη στιγμή, αν αυτή συμβεί, ακούς μια φωνή οικεία. Πρόκειται για την ίδια σου τη φωνή. Αυτό που προκύπτει, αν την ακούς, είναι ότι ο σκλάβος είσαι εσύ ο ίδιος. Ο σκλάβος στεφανώνει και ταπεινώνει -δηλαδή, υπενθυμίζει τη θνητότητά του, την ευθραυστότητά του- στον ίδιο το σκλάβο. Δεν υπάρχει, έτσι, παρέλαση. Μόνο ένας θνητός που γελά με τις παρελάσεις, με την αθανασία.

Πηγή

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Άτιτλο, της Λουσιάνα Ρέιφ

(μετάφρ.: nathalie)



Ο γιατρός με αγγίζει και ρωτάει αν πονάω`
εδώ ναι, του λέω, εδώ όχι.
Με ψηλαφεί και μου εξηγεί
από που και γιατί
έρχεται η αίσθηση.
Μου κάνει μασάζ,
μου ζητάει να σκεφτώ
ένα κύμα που εξαπλώνεται
ενώ μου τεντώνει τους μύες.
Πίνω τσάι,
κάνω γιόγκα,

ούτε αυτό φτάνει.

Είμαι μια χούφτα νεύρα
κι αυτός τα λύνει
ένα ένα. 
Όχι την άγρια πρόσκρουση,
την τρυφερότητά του, θέλω
τη φροντίδα των χεριών που ζυμώνουν,
τη διαρκή και μαλακή τους τέρψη.
Όπως τα ηλιοτρόπια,
τα σώματα ανοίγουν ανεπαίσθητα
στην πυξίδα της ζεστασιάς.

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Σχόλιο για τον ανθρωπισμό, του Τζιάννι Κάρκια

(μετάφρ.: nathalie)


«Το όνομα του Κάρκια εγγράφεται με κάθε δικαίωμα στο μητρώο με τα ελάχιστα ονόματα που διηγούνται την ιταλική σκέψη των τελευταίων τριάντα ετών, πλάι σε εκείνα των Τζόρτζιο Κόλλι, Φούρι, Έντσο Μελάντρι.» - Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Μετά από το 2017, στο οποίο εορτάστηκε, και θα έλεγα με νηφαλιότητα, μια διπλή επέτειος -του 1917 και του 1977-, θέλουμε να ολοκληρώσουμε τη δική μας "γιορτή" μ'ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε το φθινόπωρο του 77 σ' ένα από τα σημαντικότερα περιοδικά της αυτονομίας των ετών εκείνων, το L’erba voglio, ένα γραπτό που υπογράφτηκε από μια από τις πιο βαθιές και φωτεινές παρουσίες της ιταλικής σκέψης του καιρού μας, στην οποία αξίζει τον κόπο να επιστρέψουμε: τον Τζιάνι Κάρκια.
Το κάνουμε επίσης διότι οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο κείμενο αυτό ισχύουν και για τα δύο εν λόγω συμβάντα: τόσο για το σοβιετικό '17, όσο και για το '77 της αυτονομίας. A fortiori για το δικό μας παρόν.
Δεν πιστεύω πως πολύς κόσμος "υποπτεύεται" την αφοσίωση του Κάρκια, γνωστού κυρίως από τις σπουδές του στην αισθητική, στο ανατρεπτικό κίνημα εκείνων των ετών. Μεταφραστής των Μπένγιαμιν, Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Βάρμπουργκ, Σούρμαν, αλλά επίσης, για παράδειγμα, του Ζακ Καμάτ. Γι' αυτό, σ' αυτό το νούμερο του L’erba voglio, εκτός από το δικό του άρθρο, εμφανίζεται η μετάφραση που ο ίδιος επιμελήθηκε ενός γραπτού του Καμάτ, το οποίο σχολίαζε τα ιταλικά γεγονότα εκείνων των ετών διατηρώντας μία θέση, υπό πολλές έννοιες προβοκατόρικη και, μπορούμε να φανταστούμε, ακόμη και σκανδαλώδη για τους στρατευμένους της εποχής. Και είναι που, αν ήταν προφανές ότι το ιταλικό 77 κατέληγε "στο μεγαλείο" της εποχής της κρίσης αντιπροσώπευσης του πολιτισμού του κεφαλαίου- και, κατά συνέπεια, της αποσύνθεσης όλων των ταυτοτήτων- που εγκαινιάστηκε από το γαλλικό Μάη, αν και, ίσως με λιγότερο εμφανή τρόπο, και στην αποσύνθεση της κουλτούρας ως τόπου ανταλλαγής γυναικών, αγαθών και λέξεων επίσης, η ιταλική εξέγερση δεν έφτανε ακριβώς το στόχο, καθόσον, τουλάχιστον στις "επίσημες" φωνές της, όχι μόνο αξίωνε μια ταυτότητα -"εμείς είμαστε οι αληθινοί προλετάριοι"-, αλλά ακόμα και στις μορφές οργάνωσής της θέλησε να ενεργήσει ως εκπρόσωπός της και, ακόμη, να παλέψει ώστε το προλεταριάτο να επανακτήσει μια μυθική ενότητα που του έχει αποδοθεί, αγνοώντας το αληθινό μαρξικό αντικείμενο, που ήταν ακριβώς η αυτο-άρνηση του προλεταριάτου ως τάξης.
   Το πρόβλημα, έλεγε ο Καμάτ, ήταν ορατό, για παράδειγμα, στη θεωρητικοποίηση του κοινωνικού εργάτη που, αντιθέτως, έμοιαζε να λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή, υπό την έννοια του ότι όλοι γίνονταν ουσιαστικά προλετάριοι. Αλλά τώρα, υποστήριζε ο διασκεδαστής του Invariance, ήταν ανώφελο να επικαλούμαστε μια εξαφανισμένη "τάξη" και ήταν ιδίως ανώφελο να σκεφτόμαστε να αγωνιστούμε ενάντια στον καπιταλισμό παραμένοντας στο πεδίο του, δηλαδή, αυτό των παραγωγικών σχέσεων, ακόμα περισσότερο, θέλοντας να γίνουμε οι πραγματικοί τους ερμηνευτές, όπως μετέπειτα, τα επόμενα χρόνια, έγινε όλο και πιο εμφανές. Το πραγματικό enjeu, η πραγματική πρόκληση, έλεγε ο Καμάτ, κατοικούσε στην έκρηξη της ταυτότητας - και το ιταλικό 77 υπήρξε ένα εξαιρετικό διόραμα αυτού, με όλα αυτά τα μοναδικά πρόσωπα: τις φεμινίστριες, τους Ινδούς, τους ομοφυλόφιλους, τους armatisti, τους ονειροπόλους, τα φρικιά- αλλά επίσης στη διεργασία άλλων σχέσεων, ήτοι αισθηματικών σχέσεων που, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσαν να έχουν επιτρέψει την ελεύθερη ανάπτυξη των γυναικών και των αντρών. Το σύντομο και επικριτικό γραπτό του Κάρκια φαίνεται να υποστηρίζει έμμεσα αυτή την ανάλυση, αλλά πάει σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος: διερευνά την άβυσσο στην οποία εμφανίζεται σαφώς ότι η κριτική του καπιταλισμού, εκείνη που επίσης είναι η ηγεμονική στα σύγχρονα κινήματα διαμαρτυρίας, αποδείκνυε ότι δεν ήταν παρά το άλλο της πρόσωπο, ανίκανη να βγει αληθινά από μια δική της ιδεαλιστική αναπαράσταση, αλλά ιδίως από τη θανάσιμη αλυσίδα υλικών επιπτώσεων, που φέρει πάνω της ένα όνομα χαραγμένο στο αίμα: την ανθρωπότητα.
Και το ζήτημα, λέει ο Κάρκια, δεν επιλύεται αντιτάσσοντας έναν αντιανθρωπισμό στον ανθρωπισμό, αλλά εξερευνώντας το μη ανθρώπινο, εκείνο το μη ανθρώπινο που ανεγείρεται ως σταμάτημα της ιστορίας. Απορρίπτω τον δικαιωματισμό, απορρίπτω τον πραξισμό*, απορρίπτω τον προοδευτισμό, απορρίπτω τον πολιτικαντισμό: με δυο λόγια, υπέρβαση του υποκειμένου "άνθρωπος". Η αποσύνθεση της ολότητας και η εμφάνιση ενός κόσμου και των ταυτοτήτων του που έχουν συρρικνωθεί σε θραύσματα είναι η εισαγωγή της αληθινής απελευθέρωσης.
Σε αυτό το μικρό "σχόλιο", στο οποίο στοχάζεται ήδη για την κρίση στην οποία το κίνημα του '77 θα περικυκλωθεί εκείνο το μήνα του Σεπτέμβρη, ο Τζιάνι Κάρκια αρχίζει να σκιαγραφεί πραγματικά τη δυνατότητα να σκεφτούμε μια μη ανθρώπινη χειρονομία που να διατρέχεται από μια μοναδική ενέργεια, εκείνη που αυτά τα τελευταία χρόνια έχουμε μάθει να αποκαλούμε αποσυντάσσουσα δύναμη.
Μαρτσέλλο Ταρί

Από την εμφάνιση της αστικής κοινωνίας, και κατά τη διάρκεια όλης της πορείας ύπαρξής της, η έμφαση στον άνθρωπο υπήρξε το τίμημα στην ανάπτυξη και την αυτονόμηση της ανταλλακτικής αξίας, όπως και η σταδιακή πραγμοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Όσο περισσότερο αναπτυσσόταν η καπιταλιστική απανθρωποποίηση - η "οργανική σύνθεση" της κοινωνίας και των ατόμων- τόσο περισσότερη το σημείο αναφοράς της ιδεολογίας, δεν έχει σημασία ποιου προσήμου, στρεφόταν -ενάντια στο τεχνητό, το φανταστικό και το δεσποτικό τούτων των σχέσεων- στο φυσικό, το αυθεντικό, το ανθρώπινο. Αλλά αν, για την αστική απολογητική, η αμεταβλητότητα της ανθρώπινης φύσης ήταν μια προφανής εγγύηση για το πλανητικό σύστημα εκμετάλλευσης, ήταν μοιραία η ανακρίβεια ότι, στο ίδιο αυτό πεδίο, έφτασε το προλεταριακό κίνημα να εξυμνεί, ενάντια στο κεφάλαιο και την αδικία των παραγωγικών σχέσεων, την εργασία και το απλό ξεδίπλωμα των παραγωγικών δυνάμεων, δεδομένων ως το γενικό ισοδύναμο του χειραφετημένου υποκειμένου και ανθρώπου. Οι ίδιες οι υπενθυμίσεις και οι προειδοποιήσεις του Μαρξ, στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα, δεν αρκούσαν -στη βάση ενός επίμονου ριζώματος της θεωρίας σε μια νατουραλιστική και θετική επιλογή- για να φωτίσουν τους προλετάριους αναφορικά με το ότι, όπως είχε γραφτεί με όλα τα γράμματα προκειμένου να ξεσκεπάσει την πολιτική οικονομία, το κεφάλαιο και η εργασία είναι οι δύο πόλοι μιας μοναδικής σχέσης, που πρέπει να πάρει ή να αφήσει κανείς εν συνόλω και όχι μόνο ένα εκ των συστατικών της.
Όπου ο Χέγκελ είχε ορίσει, εκθειάζοντάς την, την εξάπλωση της ουσίας της καπιταλιστικής κοινωνίας ως μια διαδικασία στο εσωτερικό της οποίας, η ουσία γίνεται υποκείμενο, οι άμεσοι αντίπαλοί του, υλιστές και υπαρξιστές, κατευθύνθηκαν προς την ανεύρεση του αληθινού και αυθεντικού υποκειμένου, στην άλλη όψη του "αυτόματου" υποκειμένου του κεφαλαίου που προέρχεται από την αλλοτρίωση, η οποία προέκυψε από την εγελιανή διαλεκτική` αυτό το υποκείμενο μετασχηματίστηκε ακόμη μία φορά, ενίοτε μυθικά, στην ουσία, την ανθρώπινη φύση, αυτές όμως όχι πια κίβδηλες και παραμορφωμένες. Το ανθρώπινο διαμορφωνόταν εδώ ως κάτι υπόγειο, ένα substratum προσωρινά χαμένο και καλυμμένο  από την εξωτερίκευση κάθε άμεσης, ζωτικής σχέσηςπροοριζόμενης μετά τον πόνο της αλλοτρίωσης, μετά την οδύσσεια της ιστορίας ως "προϊστορίας" ή ως "πτώσης", "εξωτερικότητας", να επανεκδηλωθεί και να θριαμβεύσει. Από εδώ προκύπτει η τυφλή εγκατάλειψη, είτε οπτιμιστική είτε απελπισμένη, στις δυνάμεις του αντικειμενικού λόγου, της προόδου, της ιστορίας. Η θεωρία που αξίωσε το ανθρώπινο, απέναντι στην αλλοτρίωση και την καπιταλιστικοποίησή της, μπόρεσε να το κάνει, εντούτοις, μόνο αγνοώντας πως, ακριβώς αυτή η παραφθορά, όχι απλά βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την ανθρώπινη ουσία που αποκαλύφθηκε ιστορικά, μα δεν ήταν τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από το αποτέλεσμα της υπερύψωσής της, τη διαιώνιση των φυσικών της χαρακτηριστικών, που εξολοθρεύουν και φέρουν το θάνατο.
Είναι γι' αυτό που, αν αποκρυπτογραφηθούν ως το τέλος, η ουμανιστική και η αντιανθρωπιστική συμπεριφορά δεν εμφανίζονται ως εναλλακτικές, αλλά μονομιάς ως ολόιδιες. Αν, από τραγική ειρωνεία, είναι σωστή η μομφή για κατευθυνόμενο από τον σταλινισμό ιδεαλισμό στο Λούκατς στο Ιστορία και ταξική συνείδηση και στον ριζοσπαστικό κομμουνισμό, αυτό γιατί σε εκείνους τους επικίνδυνους ιδεαλιστές τελειώνει, όχι πια η ανυπομονησία της επαναστατικής κίνησης, αλλά η επιμονή στην αποξένωση και στην ανανέωση σύμφωνα με το ανθρώπινο, ως αξόνων κριτικής στον καπιταλισμό, μια επιμονή που έπειτα θα είναι κοινή -ως κριτική του φετιχισμού και επίκληση στο "βίωμα"- στη φαινομενολογία και στον υπαρξισμό. Τίποτα δεν καταλήγει πιο παράδοξο από την απαίτηση για υπέρβαση της αλλοτρίωσης μέσω της επιστροφής σ' ένα ανθρώπινο υποκείμενο, προκειμένου να καταστεί, ει δυνατόν, μεγαλύτερος ιδιοκτήτης από ότι είναι, ωσάν ο αντιανθρωπισμός, η τελική ένωση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη βαρβαρότητα, να μην ήταν εγγεγραμμένος στο μηχανισμό της γενικευμένης αυτοσυντήρησης, σε τούτο το καθολικά ανθρώπινο ον που ακυρώνει κι εξαλείφει όλα όσα δεν το αντανακλούν. Σήμερα, εν τέλει, έχει γίνει ξεκάθαρο ότι το ανθρωπιστικό φωτεινό παράδειγμα, ακόμη και στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές του, δεν είναι παρά η ανεστραμμένη έκφραση της "ανθρωπομόρφωσης του κεφαλαίου", του "θανάτου του ανθρώπου". Αλλά ο αντιανθρωπισμός που ασκείται από την κυρίαρχη σκέψη και, πάνω απ' όλα, από το στρουκτουραλισμό -ο οποίος επίσης, με μια τόσο βαθιά όσο και ακούσια ειρωνεία, αντικαθιστά τη φιλοσοφία με τις "ανθρώπινες επιστήμες"- συνεχίζει πάντα, ακριβώς όσον αφορά τη "μίμηση του νεκρού", απευθυνόμενος στους στόχους της αυτοσυντήρησης και του υποκειμένου: παρενδυτικός ανθρωπισμός. Αυτό αποδεικνύεται στο ότι σ' αυτόν τίθεται το ζήτημα ενός ελιγμού στη σκέψη -σαν ένα ζήτημα "απόφασης", "επιλογής", "θέλησης"- με όρους υποκειμενικούς στο μέγιστο βαθμό. Το να σκέφτεται κανείς πραγματικά με τρόπο όχι πια ανθρωπιστικό δεν αντιστοιχεί, λοιπόν, στο να σκέφτεται με όρους αντιανθρωπιστικούς, ακόμα και πάντα δεσποτικούς, αυθαίρετους, βίαιους: με μια λέξη, ανθρωπιστικούς. Δε βγαίνει κανείς από τη διαλεκτική, από τη ζημιά μιας κακής ιστορίας, αλλάζοντας μόνο το σύμβολό της, "με το κεφάλι πάνω": κάθε αντιστροφή που αποφασίζεται από αυτή είναι απλά η νιοστή της επιβεβαίωση. Το να παίρνει κανείς απόσταση από τον άνθρωπο, από την ιστορία του ως κτητικού υποκειμένου στο οποίο συνεχίζεται, χωρίς να γίνεται αντιληπτή, η ασυμφιλίωτη φύση, δε σημαίνει να παραδίδεται, ταυτιζόμενος με τον επιτιθέμενο, στην εν εξελίξει απανθρωποποίηση, στην αντικειμενικότητα ενός ίσιου δρόμου, σε τελική ανάλυση, ακόμα κι αν πρόκειται για απρόσωπα υποκείμενα.
Η κριτική της ιδεολογίας, η αναμέτρηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τα υποτιθέμενα ιδανικά της, το ξεσκέπασμα της ψευδούς συνείδησης και της ψευδούς συμφιλίωσης σήμερα έχουν καταστεί -ακόμα και στην ακραία μορφή που υιοθετήθηκε από την "Κριτική θεωρία"- μάταια από την απόλυτη ενσωμάτωση στην υστερο- καπιταλιστική κοινωνία των καθαυτό πεδίων της εμφάνισης και του ανθρώπινου, μακριά από την κυριαρχία και το πραγμοποιημένο: την κουλτούρα, την κριτική, τη δημοκρατία. Εντούτοις, ακόμη και αν αυτή η ενσωμάτωση έχει δείξει ότι η αναφορά στο νόημα, στην πλήρη κατανόηση, στην αξία χρήσης, με μια λέξη στον άνθρωπο, δεν είναι κάτι περισσότερο από το άλλοθι για τη βαρβαρότητα και πως δεν μπορεί να την επικαλείται κανείς πια, αν όχι με κακή συνείδηση, η συνείδηση όλων αυτών δεν είναι η εγκατάλειψη στην αλήθεια των γεγονότων, στο μη ανθρώπινο της επιβίωσης. Το μη ανθρώπινο, εκείνο που έχει παραμείνει έξω από τη διαλεκτική και την ψευδή εναλλακτική ανάμεσα σε ανθρωπισμό και αντιανθρωπισμό, τέτοια είναι ίσως η ουτοπία της σκέψης: κάτι που δεν βρίσκεται στην επιβεβαίωση ή, vice versa, στο βίαιο θάνατο του ανθρώπου και της εμφάνισης, αλλά μάλλον στην αναστολή και εξαφάνισή του. Ποιο θα ήταν το προφίλ μιας σκέψης που τρέφεται από το ανθρώπινο, από το ίχνος εκείνου που δεν υπάρχει πια ή όχι ακόμα, του όχι πια, ποτέ ακόμα, ανθρώπινου, εκείνου που στο ανθρώπινο δεν είναι ασεβώς υποκειμενικό και φυσικό; Ακόμα κι αν το προμήνυμά της -όσον αφορά όριο, ανησυχία, υπόσχεση- θρέφει όλο τον ιδεαλισμό, από το δόγμα του κατανοητού στον Καντ στην αυτοαναγνώριση του απόλυτου πνεύματος στο Χέγκελ, μέχρι το βασίλειο της ελευθερίας στον Μαρξ, τούτο έχει ακόμα εδώ, εντούτοις, μια λειτουργία εξιλέωσης, αποζημίωσης, επαναφοράς. Θεσπισμένο πάνω στον πόνο της εμφάνισης, της αυτοαναγνώρισης, της ιστορίας, το μη ανθρώπινο δεν φαίνεται να μπορεί ποτέ να απελευθερωθεί αληθινά στον ιδεαλισμό από τις κακές και ένοχες ρίζες του: η ευαρέσκειά του έχει όλα τα χαρακτηριστικά, απλά με ανεστραμμένο σύμβολο, της οδύσσειάς του.
Μη ανθρώπινη, ριζικά διαφορετική, θα ήταν αντίθετα, ίσως, μια στιγμή που πρέπει να εκτεθεί στην κίνηση αποχαιρετισμού που απευθύνεται στην ιδεαλιστική δυναμική, ως αντίο σε μια εξύψωση του ανθρώπινου που έχει φτάσει μέχρι το σημείο έκρηξής του. Θα ήταν η αποκήρυξη της υποκατάστασης ενός νεκρού θεού από έναν άνθρωπο που, χάνοντας την έννοια της ταυτότητάς του, επεκτείνεται, σύμφωνα με μια καταστροφική παρόρμηση, μέχρις ότου αδειάσει και προσαρτήσει -ως ολότητα- κάθε όριο, κάθε υπέρβαση, κάθε άπειρο. Θα ήταν άρνηση του υποκειμένου που αξιώνει, απαιτεί, πράττει` διάθεση να δοθεί σε εκείνο το καταπιεσμένο και φυλακισμένο εντός του και εκτός του, κάνοντάς το αποδεκτό εντός του και αφαιρώντας του έτσι την κακή του, τωρινή βιασύνη. Θα ήταν -ως διαφορά- εκείνη η γραμμή, όπου το νοθευμένο μείγμα υποκειμένου και αντικειμένου, δηλαδή ο πραγματοποιημένος χαρακτήρας της διαλεκτικής, στο τέλος, ενώ αποσυντίθεται, διαχωρίζονται. Έτσι, το μη ανθρώπινο, δεδομένου ότι δεν πέφτει στην κίνηση της ιστορίας, δεν είναι ούτε η ακινησία του μύθου: είναι καλύτερα η ακινητοποίηση της ιστορίας` δεδομένου ότι δεν ταυτίζεται με την επέκταση του υποκειμένου, δεν είναι ούτε η απλή εκμηδένισή του: είναι μάλλον το ράγισμά του` δεδομένου ότι δεν είναι ένα με την ανάταση της συνείδησης, δεν είναι ούτε η αδιαμόρφωτη σιωπή του ασυνείδητου: είναι μάλλον η αδιάλλακτη φωνή του. Κατακερματισμός των ταυτοτήτων, εξάλειψη των ολοτήτων: όχι γιατί τα θραύσματά τους -οι ασυμμετρίες και το αδιαμόρφωτο εξαναγκασμένα να "βγούνε έξω"- γίνονται ξανά αντιφάσεις, στιγμές που κινούν το πεπρωμένο του κόσμου, αλλά ούτε γιατί εγκαταλείπονται στην τυφλή τους τάση, εύκολοι στόχοι ξανά της ετυμηγορίας της διαλεκτικής: αλλά μάλλον γιατί επιμένουν στην μη- ταυτότητά τους.

* πραξισμός (praxism): η επιστημονική μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Σ.τ.Μ.)

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Σχετικά με το δεσμό, του Γκιγιέμ Μαρτίνεθ

(μετάφρ.: nathalie)



Ένα μωρό, στην κρίσιμη στιγμή του θηλασμού, κοιτά τη μητέρα του κάθε δέκα ρουφηξιές. Υποτίθεται πως σε τούτο το βλέμμα, σ' αυτή τη διασταύρωση βλεμμάτων, γεννιέται ο δεσμός. Ο θεαματικός δεσμός ανάμεσα στο μωρό και τη μητέρα. Είναι θεαματικός γιατί από το δεσμό τούτο, από την εμπειρία αυτή, θα γεννηθούν οι υπόλοιποι δεσμοί μιας βιογραφίας. Η θεαματικότητα του δεσμού τούτου είναι, έτσι, η θεαματικότητα του να είναι ο πρώτος. Αν είναι ο πρώτος, είναι κατηγορηματικός; Εξηγεί πώς παράγονται οι κατοπινοί δεσμοί; Τι πρέπει να κοιτά ένας ενήλικας προκειμένου να δημιουργήσει ένα δεσμό, και κάθε πόσο; Τι πρέπει να πράττει έτσι ώστε, κατά τη διαδικασία της διακοπής του κάθε δέκα μονάδες, να κοιτάζει κάποιον και να δημιουργήσει έναν ισχυρό δεσμό; Έχω μέρες που το σκέφτομαι. Δεν έχω φτάσει σε κανένα συμπέρασμα, εκτός απ' το ότι η απάντηση βρίσκεται στο μωρό, με τη μαμά του, να κοιτιούνται κάθε δέκα ρουφηξιές. Η απάντηση πρέπει να βρίσκεται εκεί, γιατί σ' αυτή την ομάδα των δύο, υπάρχει ένας ενήλικας, η μητέρα, που επίσης δημιουργεί ένα δεσμό. Επιπλέον, δεν είναι ο πρώτος της δεσμός, γι' αυτό και μπορούμε να υποθέσουμε πως η μητέρα αναπαράγει μια έννοια καθολική. Πώς δημιουργεί το δεσμό η μητέρα; Ως εκεί που φτάνω, μπορεί να το κάνει μόνο μέσω δύο κινήτρων. Γιατί έτσι το αποφασίζει, ή γιατί δεν μπορεί να το αποφασίσει, γιατί δεν μπορεί να αποφύγει να το κάνει.
Δεν είναι σπουδαία κίνητρα. Αλλά δεν υπάρχουν άλλα. Όλο αυτό δεν εξηγεί το βάθος ενός δεσμού, που μπορεί να είναι επιφανειακό ή έντονο. Αλλά εξηγεί την ευθραυστότητα της γέννησής του κι έτσι, την ευθραυστότητα της καταστροφής του. Οι δεσμοί γεννιούνται και πεθαίνουν από απόφαση, ή από την ανικανότητα απόφασης. Όπως το φύλλο ενός δέντρου, είναι [κι αυτοί] ένα περίπλοκο σχέδιο στην αδυναμία κατανόησής τους. Κι όπως το φύλλο ενός δέντρου, με την ίδια φυσικότητα που κατέχει η πρασινάδα του, οποιαδήποτε στιγμή καίγεται και πεθαίνει και πέφτει.

Πηγή

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Σχετικά με τα έπιπλα, του Γκιγιέμ Μαρτίνεθ

(μετάφρ.: nathalie)


Έχει όψη ανήκουστης ευαισθησίας και μου εξηγεί την ιστορία αυτή. Το '70 οι γονείς της είχαν μια μεγάλη ιδέα. Έστησαν ένα μαγαζί κι έκαναν την καλή. Πουλούσαν έπιπλα κατά παραγγελία. Φτηνά, αλλά κατά παραγγελία και ποιοτικά. Τους τα έπαιρναν απ' τα χέρια. Για πολύ λίγα χρήματα μπορούσες να έχεις ένα διαμέρισμα μ' έπιπλα για όλη σου τη ζωή. Η επιχείρηση ευημέρησε. Αλλά πριν λίγο καιρό έπρεπε να κλείσουν. Λόγω των ΙΚΕΑ;, της λέω. Όχι. Ήταν ανταγωνιστικοί. Άντεξαν το χτύπημα δίχως πρόβλημα. Άλλη αλλαγή τους έβλαψε. Ασαφής, αλλά πιο ριζοσπαστική. Σταμάτησε να πιστεύει κανείς σε έπιπλα αορίστου χρόνου όταν σταμάτησαν να είναι αορίστου χρόνου τα συμβόλαια, τα ενοίκια, τα σχέδια, τα πρόσωπα. Ξαφνικά, όλος ο κόσμος ήξερε ότι ζούσε σ' ένα ήσσονος σημασίας διαμέρισμα, με κάποιον ήσσονος σημασίας, με μια ήσσονος σημασίας δουλειά. Τα ήσσονος σημασίας διαμερίσματα δεν γεμίζουν με σημαντικά έπιπλα. Γεμίζουν μ' έπιπλα που αποσυναρμολογούνται και μετακινούνται εύκολα σε άλλο μέρος. Το να φεύγεις από ένα διαμέρισμα με κάποιο από τούτα τα σαθρά έπιπλα ήταν, έτσι, λιγότερο λυπηρό. Μετρίαζε το γεγονός ότι έπρεπε να εγκαταλείψει κανείς ένα διαμέρισμα στο οποίο είχε κάποτε αισθανθεί ότι, για ένα διάστημα, κάτι είχε υπάρξει αορίστου χρόνου και σημαντικό. Κατά κάποιον τρόπο, το γύρισαν στην αγορά σαθρών επίπλων από καθαρή άμυνα. Προκειμένου να αποφύγουν να σκέφτονται με στοιχήματα. Για να προσομοιώνουν ότι δεν είχες στοιχηματίσει, ή πως δεν είχε υπάρξει ένα μεγάλο στοίχημα.

Όταν τελειώνει την ιστορία της παράγεται μια σιωπή, στην οποία χωράει η βιογραφία μας. Το πρόσωπό της, τώρα που ξέρουμε πως ποτέ δεν έχουμε μιλήσει για έπιπλα, είναι ακόμα πιο ευαίσθητο. Είναι γωνιώδες, όμορφο και δύσκολο να το εκτιμήσεις. Μοιάζει σμιλεμένο με λεπίδα πάνω στο ξύλο. Όπως ένα σημαντικό έπιπλο. Ίσως το πρόσωπό μας να είναι πια το μοναδικό μας σημαντικό έπιπλο. Το μόνο που κουβαλάμε όταν τελειώνει το στοίχημα. Το να δραπετεύεις απ' τον παράδεισο είναι ίσως απλούστερο όταν δεν έχεις βρεθεί σ' αυτόν ποτέ, όταν, εν τέλει, έχεις κατασκευάσει επιμελώς τις αποδείξεις πως ο παράδεισος δεν υπάρχει.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Ήμασταν οι εκλεκτοί του ήλιου, του Βισέντε Ουιδόμπρο


(μετάφρ.: nathalie)



Ήμασταν οι εκλεκτοί του ήλιου
και δεν το αντιληφθήκαμε
ήμασταν οι εκλεκτοί του πιο ψηλού άστρου
και δεν ξέραμε ν' απαντήσουμε στο δώρο του
Αγωνία ανικανότητας
το νερό μας αγαπούσε
οι ζούγκλες ήταν δικές μας
η έκσταση ήταν ο δικός μας καθαυτό χώρος
η ματιά σου ήταν το σύμπαν πρόσωπο με πρόσωπο
η ομορφιά σου ήταν ο ήχος της χαραυγής
η αγαπημένη από τα δέντρα άνοιξη
Τώρα είμαστε μια μεταδοτική θλίψη
ένας θάνατος πρόωρος
η ψυχή που δεν ξέρει σε ποιο μέρος βρίσκεται
ο χειμώνας στα κόκκαλα δίχως μια αστραπή
κι όλα αυτά επειδή εσύ δεν ήξερες αυτό τι είναι η αιωνιότητα
ούτε κατάλαβες την ψυχή της ψυχής μου στο πλοίο της από σκοτάδια
στο θρόνο της από πληγωμένο αετό του απείρου.



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015, του Εσκάνταρ Αλχέετ

(μετάφρ.: nathalie)


Είμαι κουρασμένος και δεν είναι από, καπνίζω σχεδόν 3 στριφτά τη βδομάδα, δίνω περισσότερα ευχαριστώ απ' ότι ζητώ συγγνώμη, το ίδιο μου κάνει ο χρόνος που έχουμε (είτε είναι κλίμα είτε απόσταση), διατηρώ σε αλκοόλ τα συναισθήματα, τη θάλασσα ως μεταφορά, και τα πρόσωπα για στιγμές.

Κάποιος μίλησε για τ' αυτιά μου και είπε "διαταραχή ύπνου". αλλά ο ύπνος μου δεν είναι μια διαταραχή, και κάθε μέρα ξυπνάω με χανγκόβερ αλλά στο τρίτο τι σου συμβαίνει βάζω ένα καλιμότσο* και τότε όλα μου περνούν.

Η αγάπη μου δεν είναι δικιά μου, τα πρόσωπα ακόμη λιγότερο, και το μόνο που έχω είναι το ξένο χαμόγελο στην ίδια την ανάμνηση, οι λεπτομέρειες του γιγάντιου κόσμου που απαιτεί από εμένα καλύτερα αντί για περισσότερα.

Δεν έχω μέρες ελεύθερες αλλά νιώθω ελεύθερος κάθε μέρα, σκλάβος του να διαλέγω μια ζωή και να επιταχύνω, μερικές φορές θα σκότωνα για μια μέρα χωρίς τίποτα με κανέναν, μα ύστερα σκέφτομαι όλους αυτούς που βάζουν τα θεμέλια ώστε εγώ να χορεύω και δεν μπορώ γιατί δεν θέλω να σταματήσω.



*καλιμότσο: κόκκινο κρασί με κόκα κόλα

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Γκράφιτι, του Χούλιο Κορτάσαρ


(μετάφρ.: nathalie)



Στον Αντόνι Τάπιες


Τόσα πράγματα αρχίζουν και ίσως τελειώνουν σαν παιχνίδι, υποθέτω πως χάρηκες που βρήκες το σχέδιο πλάι στο δικό σου, το απέδωσες σε κάποια σύμπτωση ή σ' ένα καπρίτσιο και μόνο τη δεύτερη φορά αντιλήφθηκες ότι ήταν σκόπιμο και τότε το κοίταξες αργά, μέχρι που γύρισες αργότερα για να το κοιτάξεις εκ νέου, παίρνοντας, όπως πάντα, προφυλάξεις: ο δρόμος στην πιο μοναχική του στιγμή, κανένα περιπολικό στις πλαϊνές γωνίες, να πλησιάζεις με αδιαφορία και ποτέ να μην κοιτάς τ' απέναντι γκράφιτι από το άλλο πεζοδρόμιο ή διαγώνια, προσποιούμενος ενδιαφέρον για τη διπλανή βιτρίνα, φεύγοντας αμέσως.

Το ίδιο σου το παιχνίδι είχε αρχίσει από βαρεμάρα, δεν ήταν στ' αλήθεια μια διαμαρτυρία εναντίον της κατάστασης των πραγμάτων στην πόλη, την απαγόρευση της κυκλοφορίας, την απειλητική απαγόρευση αφισοκόλλησης ή γραφής στους τοίχους. Απλά σε διασκέδαζε να κάνεις σχέδια με χρωματιστές κιμωλίες (δεν σου άρεσε ο όρος γκράφιτι, τόσο κριτικού της τέχνης) και πότε πότε το να έρχεσαι να τα βλέπεις και με λίγη τύχη να παρίστασαι στην άφιξη του δημοτικού φορτηγού και στις άχρηστες βρισιές των εργαζομένων ενώ έσβηναν τα σχέδια. Ελάχιστα τους ενδιέφερε που δεν ήταν πολιτικά σχέδια, η απαγόρευση περιελάμβανε οτιδήποτε, κι αν κάποιο παιδί είχε τολμήσει να σχεδιάσει ένα σπίτι ή ένα σκυλί, θα το είχαν σβήσει εξίσου ανάμεσα σε βρομόλογα κι απειλές. Στην πόλη δεν ήξερε κανείς πια αρκετά σε ποια γωνιά βρισκόταν στ' αλήθεια ο φόβος` ίσως γι' αυτό σε διασκέδαζε να κυριεύεις τον δικό σου και κάθε τόσο να επιλέγεις ευνοϊκό τόπο και ώρα για να κάνεις κάποιο σχέδιο.

Ποτέ δεν είχες διατρέξει κίνδυνο γιατί ήξερες καλά να διαλέγεις, και στον χρόνο που περνούσε μέχρι να φτάσουν τα φορτηγά καθαριότητας ανοιγόταν για σένα κάτι σαν ένας χώρος πιο καθαρός, όπου σχεδόν χωρούσε η ελπίδα. Κοιτώντας από μακριά το σχέδιό σου, μπορούσες να δεις τον κόσμο που του έριχνε μια ματιά περνώντας, κανείς δεν σταματούσε εννοείται αλλά κανείς δε σταματούσε να κοιτάζει το σχέδιο, ενίοτε μια γρήγορη αφηρημένη σύνθεση σε δύο χρώματα, ένα προφίλ πουλιού ή δυο φιγούρες συνδεδεμένες. Μία μοναδική φορά έγραψες μια φράση, με μαύρη κιμωλία: Κι εμένα με πονάει. Δεν κράτησε ούτε δυο ώρες, κι αυτή τη φορά η αστυνομία προσωπικά την έκανε να εξαφανιστεί. Έπειτα απλά συνέχισες να κάνεις σχέδια.

Όταν το άλλο εμφανίστηκε πλάι στο δικό σου σχεδόν φοβήθηκες, ξαφνικά ο κίνδυνος γινόταν διπλάσιος, κάποιος ευχαριστιόταν όπως εσύ να διασκεδάζει στα πρόθυρα της φυλακής ή κάτι χειρότερο, και τούτος ο κάποιος λες και δεν ήταν αρκετό ήταν γυναίκα. Εσύ ο ίδιος δεν μπορούσες να το αποδείξεις, υπήρχε κάτι διαφορετικό και καλύτερο από τις πιο κατηγορηματικές αποδείξεις: ένα ίχνος, μια τάση για τις ζεστές κιμωλίες, μια αύρα. Ενδεχομένως όπως περπατούσες φαντάστηκες απλά γι' αποζημίωση` τη θαύμασες, φοβήθηκες γι' αυτή, ήλπισες να είναι η μοναδική φορά, σχεδόν προδώθηκες όταν αυτή ξανασχεδίασε δίπλα σε άλλο σου σχέδιο, όρεξη να βάλεις τα γέλια, να μείνεις εκεί μπροστά λες και οι αστυνομικοί ήταν τυφλοί ή ηλίθιοι.
Άρχισε μια διαφορετική εποχή, πιο αθόρυβη, πιο όμορφη κι απειλητική μαζί. Παραμελώντας τη δουλειά σου έφευγες οποιαδήποτε στιγμή με την ελπίδα να την εκπλήξεις, επέλεξες για τα σχέδιά σου τούτους τους δρόμους που μπορούσες να διατρέξεις σ' ένα μόνο γρήγορο δρομολόγιο` γύρισες στην αυγή, στο σούρουπο, στις τρεις το πρωί. Ήταν μια εποχή ανυπόφορης αντίφασης, η απογοήτευση του να βρίσκεις ένα νέο της σχέδιο μαζί με κάποιο από τα δικά σου και το δρόμο άδειο, κι αυτή του να μη βρίσκεις τίποτα και να νιώθεις το δρόμο ακόμα πιο άδειο. Μια νύχτα είδες το πρώτο της σχέδιο που ήταν μόνο του` το είχε κάνει με κόκκινες και μπλε κιμωλίες σε μια πόρτα γκαράζ, εκμεταλλευόμενη την υφή των φαγωμένων ξύλων και τις κεφαλές των καρφιών. Ήταν περισσότερο από ποτέ αυτή, το ίχνος, τα χρώματα, αλλά επιπλέον ένιωσες πως τούτο το σχέδιο είχε την ισχύ ενός αιτήματος ή μιας απορίας, ενός τρόπου να σε καλέσει. Γύρισες την αυγή, αφότου οι περιπολίες υποβιβάστηκαν στην κωφή τους αποχέτευση, και στην υπόλοιπη πόρτα σχεδίασες ένα γρήγορο τοπίο με πανιά και φράγματα` αν δεν το κοίταζε καλά θα είχε πει ένα παιχνίδι γραμμών στην τύχη, αλλά αυτή ήξερε να το κοιτάξει. Τούτη τη νύχτα δραπέτευσες για λίγο από ένα ζευγάρι αστυνομικών, στο διαμέρισμά σου ήπιες το ένα τζιν μετά το άλλο και της μίλησες, της είπες ό,τι σου ερχόταν στο στόμα σαν άλλο ηχητικό σχέδιο, σαν άλλο λιμάνι με πανιά, τη φαντάστηκες μελαχρινή και σιωπηρή, της διάλεξες χείλη και στήθη, την αγάπησες λιγάκι.
Σχεδόν αμέσως σου ήρθε ότι εκείνη έψαχνε μιαν απάντηση, πως θα γύριζε στο σχέδιό της όπως εσύ γύριζες τώρα στα δικά σου, και παρόλο που ο κίνδυνος ήταν κάθε φορά μεγαλύτερος μετά από τις επιθέσεις στην αγορά τόλμησες να πλησιάσεις στο γκαράζ, να γυροφέρεις το τετράγωνο, να πιεις ατέλειωτες μπύρες στο καφέ της γωνίας. Ήταν παράλογο γιατί εκείνη δε θα σταματούσε αφότου θα έβλεπε το σχέδιό σου, οποιαδήποτε από τις πολλές γυναίκες που πηγαινοέρχονταν θα μπορούσε να είναι αυτή. Στο ξημέρωμα της δεύτερης ημέρας διάλεξες έναν γκρι τοίχο και σχεδίασες ένα άσπρο τρίγωνο περικυκλωμένο από βούλες σαν φύλλα βελανιδιάς` από το ίδιο καφέ της γωνίας μπορούσες να δεις τον τοίχο (είχαν πια καθαρίσει την πόρτα του γκαράζ και μια περιπολία γύριζε και ξαναγύριζε σε μανία), το σούρουπο απομακρύνθηκες λίγο αλλά διαλέγοντας διάφορα σημεία οπτικής επαφής, μετακινούμενος από το ένα σημείο στο άλλο, αγοράζοντας μικροπράγματα στα μαγαζιά για να μην τραβήξεις την προσοχή υπερβολικά. Ήταν πια κλεισμένη νύχτα όταν άκουσες τη σειρήνα και οι προβολείς σου σάρωσαν τα μάτια. Υπήρχε ένα μπερδεμένο σύμπλεγμα πλάι στον τοίχο, έτρεξες ενάντια σε κάθε λογική και σε βοήθησε μόνο η τύχη ενός αυτοκινήτου που ενώ έκανε στροφή στη γωνία και ενώ φρέναρε μόλις είδε το περιπολικό, ο όγκος του σε προστάτεψε και είδες τη μάχη, ένα μαύρο μαλλί να τραβιέται από γαντοφορεμένα χέρια, τις κλωτσιές και τις κραυγές, το διακοπτόμενο όραμα κάποιου μπλε παντελονιού πριν τη σύρουν στο αμάξι και την πάρουν.

Πολύ αργότερα (ήταν φρικτό το να τρέμεις έτσι, ήταν φρικτό να σκέφτεσαι πως τούτο συνέβαινε εξαιτίας του δικού σου σχεδίου στον γκρι τοίχο) ανακατεύτηκες με άλλο κόσμο κι έφτασες να δεις μια σκιαγράφηση στα μπλε, τα ίχνη τούτου του πορτοκαλί που ήταν σαν τ' όνομά της ή το στόμα της, αυτή εκεί σε τούτο το ελαττωμένο σχέδιο που οι αστυνομικοί είχαν μουτζουρώσει πριν την πάρουν` έμενε αρκετό για ν' αντιληφθείς ότι είχε θελήσει να απαντήσει στο τρίγωνό σου με άλλο σχήμα, έναν κύκλο ή ίσως ένα σπιράλ, μια γεμάτη και όμορφη μορφή, κάτι σαν ένα ναι ή ένα πάντα ή ένα τώρα.
Το ήξερες πολύ καλά, σου περίσσευε χρόνος για να φανταστείς τις λεπτομέρεις αυτού που συνέβαινε στο κεντρικό αρχηγείο` στην πόλη όλο αυτό στάλαζε λίγο λίγο, ο κόσμος ήταν ενήμερος για τους φυλακισμένους, κι αν ενίοτε ξανάβλεπε ο ένας τον άλλο, θα είχαν προτιμήσει να μην ειδωθούν και όπως η πλειοψηφία, χάνονταν σε τούτη τη σιωπή που κανείς δεν τολμούσε να σπάσει. Το ήξερες πολύ καλά, τούτη τη νύχτα το τζιν δε θα σε βοηθούσε πέρα από το να δαγκώσεις τα χέρια σου, να ποδοπατήσεις τις χρωματιστές κιμωλίες πριν χαθείς στο μεθύσι και στο κλάμα.
Ναι, αλλά οι μέρες περνούσαν και δεν ήξερες πια να ζεις με άλλο τρόπο. Εγκατέλειψες ξανά τη δουλειά σου για να περιφέρεσαι στους δρόμους, να κοιτάς φευγαλαία τους τοίχους και τις πόρτες όπου εκείνη κι εσύ είχατε σχεδιάσει. Όλα καθαρά, όλα διαυγή` τίποτα, ούτε καν ένα ζωγραφισμένο από αθωότητα λουλούδι ενός σχολιαρόπαιδου που κλέβει κιμωλία στην τάξη και δεν αντιστέκεται στην ευχαρίστηση του να τη χρησιμοποιήσει. Ούτε εσύ μπόρεσες ν' αντισταθείς, κι ένα μήνα μετά ξύπνησες στο χάραμα κι επέστρεψες στην οδό του γκαράζ. Δεν υπήρχαν περιπολίες, οι τοίχοι ήταν τελείως καθαροί` ένας γάτος σε κοίταξε επιφυλακτικά από ένα κατώφλι όταν έβγαλες τις κιμωλίες και στο ίδιο μέρος, εκεί όπου αυτή είχε αφήσει το σχέδιό της, γέμισες τα ξύλα με μια πράσινη κραυγή, μια κόκκινη πυρκαγιά αναγνώρισης και αγάπης, τύλιξες το σχέδιό σου μ' ένα οβάλ που ήταν επίσης το στόμα σου και το δικό της και η ελπίδα. Τα βήματα στη γωνία σ' εκτόξευσαν σ' ένα πλούσιο αγώνα δρόμου, στο καταφύγιο μιας στοίβας από άδεια κουτιά` ένας διστακτικός μεθυσμένος πλησίασε σιγοτραγουδώντας, θέλησε να κλωτσήσει το γάτο κι έπεσε μπρούμυτα στα πόδια του σχεδίου. Έφυγες αργά, σίγουρος πια, και με τον πρώτο ήλιο κοιμήθηκες όπως δεν είχες κοιμηθεί για πολύ καιρό.
Τούτο το ίδιο πρωινό κοίταξες από μακριά: δεν το είχαν σβήσει ακόμα. Επέστρεψες το μεσημέρι: αδιανόητα σχεδόν συνέχιζε να είναι εκεί. Η αναταραχή στα προάστια (είχες ακούσει τα δελτία ειδήσεων) απομάκρυνε τις αστικές περιπολίες από τη ρουτίνα τους` στο σούρουπο το ξαναείδες όπως τόσος κόσμος το είχε δει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Περίμενες ως τις τρεις το πρωί για να επιστρέψεις, ο δρόμος ήταν άδειος και μαύρος. Από μακριά ανακάλυψες το άλλο σχέδιο, μόνο εσύ θα μπορούσες να το έχεις ξεχωρίσει τόσο μικρό πάνω και αριστερά από το δικό σου. Πλησίασες με κάτι που ήταν δίψα και τρόμος ταυτόχρονα, είδες το πορτοκαλί οβάλ και τις βιολετί βούλες απ' όπου φαινόταν να ξεπηδάει ένα πρησμένο πρόσωπο, ένα κρεμάμενο μάτι, ένα στόμα σακατεμένο με γροθιές. Ξέρω, ξέρω, αλλά τι άλλο θα είχα μπορέσει να σου σχεδιάσω; Τι μήνυμα θα είχε νόημα τώρα; Κάπως έπρεπε να σου πω αντίο και ίσως να σου ζητήσω να συνεχίσεις. Κάτι έπρεπε να σου αφήσω πριν επιστρέψω στο καταφύγιό μου όπου δεν είχα πια κανέναν καθρέφτη, μόνο μια τρύπα για να κρύβομαι μέχρι τέλους στο πιο απόλυτο σκοτάδι, θυμούμενος τόσα πράγματα κι ενίοτε, έτσι όπως είχα φανταστεί τη ζωή σου, φανταζόμουν ότι έκανες άλλα σχέδια, πως έβγαινες τη νύχτα για να κάνεις άλλα σχέδια.