Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rafael Chaparro Madiedo. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rafael Chaparro Madiedo. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

In utero, του Ραφαέλ Τσαπάρρο Μαδιέδο

 (μετάφρ.: nathalie)


   Ο Κύριος Κερτ Κομπέιν, τραγουδιστής τον Nirvana, ήταν ένα ψάρι. Ένα θλιμμένο ψάρι, ένα ψαράκι φρικαρισμένο, χαμένο στο τεράστιο ενυδρίο γεμάτο με βρομόνερο των ημερών και των νυχτών. Ο Κερτ Κομπέιν αντιπροσώπευε όλη την αηδία που μπορείς να νιώσεις για τη βορειαμερικάνικη καταναλωτική κοινωνία. Ο Κομπέιν, ένας πάνκης εμπνεόμενος από τον Χέντριξ, ήταν ίσως ο τελευταίος των αναρχικών μιας γενιάς εξολοκλήρου κυριαρχούμενης από το νεοφιλελεύθερο κύμα στην ηθική στάση. Ο Κομπέιν ήταν 27 χρονών, πήγαινε κόντρα στους καλούς τρόπους στο τραπέζι και στο κρεβάτι, κόντρα στο να μη ξύνεις τη μύτη σου. Ο Κύριος Κομπέιν ήταν υποστηρικτής του να ξύνεις τα μπαλάκια σου δημοσίως και να φτύνεις μπροστά στους ισχυρούς της Βόρειας Αμερικής. Αυτές τις τελευταίες μέρες έφυγαν δύο από τους μεγαλύτερους. Ο Κύριος Τσαρλς Μπουκόφσκι, ο απρεπής συγγραφέας από την Καλιφόρνια, πιο απρεπής από τον Μίλλερ, και ο Κύριος Κομπέιν. Αμφότεροι μύγες στο πρωϊνό με βορειοαμερικάνικες βιταμίνες. Αμφότεροι στη μήτρα της αναρχίας. Αμφότεροι δυστυχισμένοι. Ο ένας, ο Τσαρλς, πιστός του σεξ και του αλκοόλ. Ο άλλος, πιστός της ηρωίνης και της μουσικής. Καταραμένοι ήρωες μιας καταραμένης κοινωνίας.
Ο Κομπέιν, όπως είχα ήδη πει, αντιπροσώπευε την τελευταία χειροβομβίδα του κατακερματισμού μιας γενιάς που πολύ σύντομα σταμάτησε να είναι νέα και ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις. Είναι η ίδια μου η γενιά, μια γενιά χωρίς ταυτότητα που από την εφηβεία της εκπαιδεύτηκε στις αξίες της παραγωγής και της αναπαραγωγής, μια γενιά που προκειμένου να πάει κόντρα στη γενιά του κόσμου που σήμερα είναι σαράντα και που ασχολήθηκε στα νιάτα της με την ανευθυνότητα, υποστήριξε τις σημαίες των γονιών [της γενιάς αυτής], τις σημαίες της υπευθυνότητας, τη σημαία του “clean image”, του “clean image” του όχι στα τσιγάρα, του ναι στην κουλτούρα του υγιούς μυαλού και σώματος, του “clean image” των ξεκάθαρων και ξεχωριστών σκέψεων, των ορθολογικών σκέψεων, των καλών λόγων και της καλής συμπεριφοράς. Ίσως χωρίς να το ξέρει, ο Κύριος Κερτ Κομπέιν είχε κάτι από Μπωντλαίρ, κάτι από Ρεμπώ. Ίσως χωρίς να το ξέρει ο κόσμος ήταν μικρός γι’ αυτόν. Αυτό για το οποίο ήταν όμως βέβαιος ο Κύριος Κομπέιν ήταν πως αυτόν τον ίλιγγο του κόσμου ήταν καλύτερο να τον διασχίσεις διαμέσου μιας κραυγής, διαμέσου μιας σύριγγας, διαμέσου μιας μήτρας, διαμέσου ενός κίτρινου τσιγάρου, διαμέσου του εύθραυστου κορμιού της πανκ γκόμενάς του Κόρτνεϊ Λαβ, διαμέσου μιας ηλεκτρικής κιθάρας. Ίσως χωρίς να το ξέρει, ο Κύριος Κομπέιν μας έκλεψε για πάντα τη Νιρβάνα.

La Prensa, Bogotá, 17 de abril de 1994, p. 26

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Ο Μικ Τζάγκερ με την κακομαθημένη Νάνσι, του Ραφαέλ Τσαπάρρο Μαδιέδο

(μετάφραση: nathalie)



Όλα άρχισαν ένα πρωινό του Απρίλη του 1983, όταν μια εφημερίδα μεγάλου εθνικού τιράζ δημοσίευσε μια επικεφαλίδα σε τρεις στήλες, που έλεγε: "Έρχονται οι Rolling Stones". Τότε τα πανκιά και οι αλήτες, που τους ήξεραν από τους δίσκους που είχαν αγοράσει στην οδό 19, άρχισαν να λιώνουν, τα μαλθακά παιδιά υπέφεραν μια διαδικασία σκλήρυνσης: ξαφνικά σταμάτησαν να ακούν Air Supple κι έφυγαν στα βιντεοκλάμπ για να νοικιάσουν ένα ντοκιμαντέρ για τους Stones, αποκαλούμενο Gimmie Shelter. Αλλά ήταν όλα μια μπούρδα, απ' αυτές που μας έχουν συνηθίσει: όλος ο κόσμος ήξερε πως η βρετανική μπάντα συνέχιζε να 'ναι ένα είδος Αγιότατης Τριάδας της λεωφόρου 19, των πριβέ γιορτών` εν πάσει περιπτώσει, άγγελοι με φτερά από smog του συννέφου αριθμός 29.
Και ξάφνου... μπήκε το 1988 και η σφηκοφωλιά άρχισε ν' αναταράσσεται. Ήταν συνηθισμένο, τότε, ν' ακούς στους δρόμους σχόλια σαν αυτό: "άκου, αλητάκο, σου ορκίζομαι ότι είδα αυτούς τους τύπους στο στενό που πάει στο Πέρσε". Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τον Μικ Τζάγκερ να περνάει από την Πέμπτη λεωφόρο πιασμένος απ' το χέρι κάποιας ξεπερασμένης χίπισσας, που σπούδαζε λογοτεχνία και που, για να μη συνυφαστεί με το Καθεστώς, δεν έβαζε αυτές τις μαλακίες, τα αποσμητικά -που αλλοτριώνουν την ευαισθησία- μα αγνό και φυσικό κρεμμύδι. Στο δρόμο, τώρα, οι Στόουνς πάνε με τη Μύριαμ, τη Σέτσι, την Κακομαθημένη Νάνσυ -Service of luxe-, φιμέ γυαλί, περιστρεφόμενοι καθρέφτες και καμπίνα με πολύχρωμο ανεμιστήρα. Είναι τα ονόματα των μίνι-βαν, που απ'την προηγούμενη χρονιά άρχισαν να τοποθετούν στα πίσω τους παράθυρα, το διακριτικό αυτοκόλλητο των Rolling Stones, μια ασεβή γλώσσα σε άσπρο και κόκκινο, σχεδιασμένη στο σοφιστικέ γραφείο του Άντι Γουόρχολ στη Νέα Υόρκη και που τώρα οποιοσδήποτε χριστιανός μπορεί να κατασκευάσει  στη διασταύρωση 63ης και Καράκας και πωλείται σε υαλοπωλεία και στον "Κόσμο του αυτοκόλλητου" -διασταύρωση Δέκατης με Πέμπτη-, όπου φτάνουν οι σοφέρ των "αμαξιών" για ν' αγοράσουν πραγματάκια για να τους φτιάξουν τη μόστρα.
 Στην πραγματικότητα, τα μίνι-βαν επιτελούν με τον καλύτερο τρόπο την αποκεντροποίηση της τέχνης και της κουλτούρας στη χώρα. Η κυβέρνηση θα όφειλε να αναλάβει δράση επί του θέματος και να διορίσει διευθυντές που δε θα'ναι στριμωγμένοι στις περιστρεφόμενες πολυθρόνες τους, μα σε άνετες καρέκλες μίνι-βαν δίπλα σ' ένα μοχλό ταχυτήτων με μια ενσωματωμένη κατσαρίδα. Τα μίνι- βαν, σήμερα, ανακυκλώνουν τα 70s. Ανακυκλώνουν τη νοσταλγία για τους Στόουνς με το αυτοκόλλητό τους. Επιπλέον είναι σαν μικρά εθνικά σαλόνια, όπου, ό,τι καλύτερο υπάρχει απ' τη λαϊκή τέχνη, σε όλες της τις τάσεις, απ' την ποπ του Τσαπινερούνο, περνώντας απ' τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό του Σαναντρεσίτο, ως την εικονογραφία του πάρκου Δε λος Μάρτιρες, βρίσκει τον αληθινό του ναό. Οι νικητές θα ήταν η "κοιλιά από μόλυβδο" του μίνι βαν 34 της διαδρομής 96b, που παρουσιάζει ανεπαίσθητες κινήσεις και ρυθμούς και μια ειδική εκφραστική "ορμή" στην εικόνα της παρθένου της Τσικινκιρά, στο πλάι ενός εμβλήματος των Millionarios* κι ενός αυτοκολλήτου που λέει: "Αν η κόρη σου υποφέρει και κλαίει, σίγουρα θα είναι λόγω ενός σοφέρ, κυρία". Για να κάνουμε το ζήτημα πιο δημοκρατικό, θα μπορούσαμε να προτείνουμε μια λαϊκή εκλογή σοφέρ μίνι-βαν, ώστε οι διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις να έχουν την ίδια ευκαιρία. Ο Μικ Τζάγκερ καβαλάει μίνι-βαν και ταξί. Ο λόγος για τον οποίο είχε σταλεί το πίσω μέρος των μίνι-βαν, ήταν διότι, μια φορά, ο άνθρωπος ανέβηκε στο μίνι-βαν την ίδια στιγμή που ένα εντυπωσιακό churro** της Ακαδημίας Pacciolo ήταν έτοιμο να μπήξει στους φτωχούς περαστικούς τη γόβα στιλέτο της. Τότε ο Μικ Τζάγκερ υποτάχτηκε απλά στο να εφορμήσει στη χρυσή αλυσιδίτσα που απέκλειε τη θέση δίπλα στον οδηγό. Παρ' όλα αυτά, η μεγαλύτερή του παράβαση, ήταν το ότι υπερπήδησε τον άγιο νόμο του μίνι-βαν που έλεγε “Only for ladies”. Ο έξαλλος οδηγός του είπε: με τη μουσική σου και αλλού. Τότε, τους καημένους τους Stones, τους έβγαλαν να ρουφήξουν το κρύο και να βγάλουν τη γλώσσα τους στους αξιοσέβαστους πολίτες.
  Υπάρχει άλλη τάση, πιο μυστικιστική, που δεν μπλέκει τους Millionarios με παρθένες. Είναι εκείνο το κολλημένο αυτοκόλλητο στη μέση του μίνι- βαν, που οι περαστικοί βλέπουν σαν να ήταν η αρχή του Παρανοϊκού Πάτερημών της Αδελφότητας του Μεγάλου Μίνι-Βαν. Το αυτοκόλλητο λέει: "αν πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή, παρακαλώ όπως μετακινηθείτε προς τα πίσω...".

*Millionarios: ποδοσφαιρική ομάδα της Κολομβίας
**churro: ένα είδος γλυκιάς, τηγανητής ζύμης, πολύ δημοφιλούς στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική
La Prensa, Bogotá, 4 de febrero de 1989

Πηγή

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Τα τετρακόσια σπαθιά του μπράντι, του Ραφαέλ Τσαπάρρο Μαδιέδο

(Μετάφρ.: Nathalie)

Με σκότωσες. Είναι το μόνο που ξέρω. Ξέρω επίσης πως βρίσκομαι στον ουρανό. Από τύχη. Είχα δέκα λεπτά νεκρή και μου ζήτησες ένα τσιγάρο. Εγώ έψαξα στην τσάντα μου και σου προσέφερα ένα από τα menthol μου. Το άναψες και έφυγες στο μπαλκόνι και το κάπνισες σιωπηρά ενώ οι σιωπηρές αναλαμπές του τσιγάρου σού φώτιζαν τις γωνίες του προσώπου. Έξω έβρεχε. Ήταν μια βροχή ανάμικτη με τα βήματα των γάτων που γλιστρούσαν από τις σκεπές αναζητώντας λίγη ζεστασιά. Με σκότωσες μια νύχτα που έβρεχε. Αυτό ήταν πάρα πολύ για σένα. Ποτέ δεν υπέφερες τη βροχή, ούτε τους Stones μετά τις έντεκα το βράδυ. Μετά τις έξι δεν μπορείς να υποφέρεις της αγγλικές ταινίες, ούτε τους φορτωμένους καφέδες. Είσαι παράξενος, Σπάδα. πολύ παράξενος. Τούτη τη μέρα που με σκότωσες με κάλεσες από κάποιο τηλέφωνο στο πάρκο Τζιορντάνο Μπρούνο και μου είπες hey baby πάμε να δούμε το Naked του Mike Leigh κι εγώ σου είπα, καημένη ηλίθια παραπλανημένη, φυσικά baby τα λέμε στις έξι στη στάση του μετρό Radio City.
Τούτο το βράδυ περιφερόμουν χωρίς νόημα στην πόλη. Μπήκα στο μετρό, πραγματοποίησα διάφορες διαδρομές, πήγα στην αραβική γειτονιά στην οδό Ντρανάζ για ένα τσιγαριλίκι. Μετά κάπνισα το τσιγαριλίκι στο παρκάκι ενώ κοιτούσα το ανυψωμένο τρένο. Κάποιος από το τρένο μου έκανε ένα σήμα με το χέρι κι εγώ του έστειλα ένα φιλί που διαλύθηκε στο ζεστό αέρα της βραδιάς. Ήταν ένα καταραμένο φιλί που εξερράγη στον πυρήνα του αέρα, παφ!, κι εξαφανίστηκε για πάντα. Τελικά πήρα τη διαδρομή από το Radio City για να πραγματοποιήσω το ραντεβού κι όταν εισήλθα στο μετρό φαινόταν πως ο κόσμος πέθαινε λίγο λίγο στα παραισθησιογόνα σύννεφα των πέντε το απόγευμα, τούτα τα μαύρα σύννεφα που μύριζαν ηρωίνη με κάτουρα.
Πιο μετά συναντηθήκαμε στο Λονδίνο. Βρισκόσουν στο πάρκο. Τα γκρι περιστέρια έκαναν μπερδεμένους ελιγμούς στον επισφαλή αέρα της βραδιάς και η μυρωδιά της βροχής εισήλθε στους πνεύμονές μου και με μέθυσε. Περπατήσαμε από το δεκατρία και η συστοιχία από φώτα, η συστοιχία από πρόσωπα και από μυρωδιές μας έφεραν αργά αργά ναυτία. Οι καμπάνες της Λούρδης ξεκίνησαν να ηχούν στον ιστό του αέρα. Στον αέρα υπήρχαν χτύποι. Μεγάλοι χτύποι. Χτύποι μιας καρδιάς αόρατης, πληγωμένης και μεθυσμένης που βομβαρδίζει σκοτάδι πάνω στη βροχή, πάνω στη νύχτα.
Πριν μπούμε στο σινεμά πήραμε ένα καφέ στους Άραβες. Αίσθηση οικεία: καφές φορτωμένος, μαύρος, βαρύς, ένα τσιγάρο. Μια μπανάλ συζήτηση. Ένα χτύπημα στο στομάχι. Σκατά. Καθαρή αδρεναλίνη. Υποταγή. Ρίγη. Ένας καπνός. Ένα Marlboro. Άλλος καφές. Ένα φιλί. Μια σιωπή. ένα χτύπημα στο κεφάλι. Φύγαμε από το καφέ ζαλισμένοι, θολωμένοι, κι ο θόρυβος της πόλης μας πυροβόλησε το στήθος και τις ματιές. Μου' ρθε η όρεξη να την κάνεις για τα σκατά, αλλά δεδομένης της ευκαιρίας να πάμε να δούμε το Naked του Mike Leigh.. κι έπειτα ένιωσα κι έπειτα ένιωσα τετρακόσια χτυπήματα στην καρδιά, τετρακόσια χτυπήματα από μπράντι, τετρακόσια χτυπήματα από βροχή, τετρακόσια χτυπήματα από ηρωίνη, τετρακόσια χτυπήματα από αίμα, σάρκα, μπαρούτι, μπλε καπνό, τετρακόσια χτυπήματα από λύπη, τετρακόσια χτυπήματα από τετρακόσια νεκρά πουλιά να φτερουγίζουν στο στήθος μου.
Στο σινεμά, η γνωστή πανίδα. Ένα ζευγάρι αριστερούληδες. Ένα ζεύγος ηλικιωμένων που έχουν εφαρμόσει στα πανωφόρια τους, ο μεθυσμένος που πάντα συναντούσαμε στα alternative σινεμά με το μπουκάλι κονιάκ του και οι κοπέλες του Πανεπιστημίου με πρόσωπο που έδειχνε πως δεν τις είχαν φάει για μήνες επειδή έβλεπαν ταινίες για μοναχικούς όλες τις νύχτες. Βγήκα ερωτευμένη με τον Τζόνι, τον κλοσάρ της ταινίας. Σου είπα μετά πως ποτέ δεν είχα δει έναν άντρα που να καπνίζει τόσο όσο εκείνος. Ήταν ένας άντρας ντυμένος στα μαύρα, πάντα ανάμεσα σε ένα σύννεφο καπνού, ένας άντρας σαν εμένα κι εσένα, ένας άντρας λυπημένος, πάντα να επιπλέει στα μπερδεμένα σύννεφα των ημερών σαν αεροπλάνα παράλογα, χαμένα, έρμαιο, ένας άντρας όπως εσύ κι εγώ κι εγώ έπλεα στο μοχθηρό ουρανό των ημερών, τούτων των ημερών που'ταν γεμάτες με μικρές βροχές όπου σου γέμιζε το στοματάκι ηρωίνη και μαύρο σάλιο. Ένας άντρας γαμάτος, αυτός ο Τζόνι. 
Οπότε φτάσαμε στο διαμέρισμά σου. Μου 'βαλες τρεις σφαίρες στην καρδιά. Έντεκα το βράδυ. Με σκότωσες. Μετά καπνίσαμε, πήραμε έναν καφέ, δυο παράξενα κορμιά βυθισμένα στη γνωστή σύγχυση της αγάπης μετά το σινεμά, δυο γυμνά κορμιά διαπερασμένα από τετρακόσια λαμπερά σπαθιά πριν τον καφέ, δυο παράξενα κορμιά βυθισμένα στη γνωστή σύγχυση της αγάπης μετά το σινεμά, δυο γυμνά κορμιά γεμάτα καπνό, δυο γυμνά κορμιά πατημένα από την ψευδαίσθηση, δυο γυμνά κορμιά με το αίμα γεμάτο αιμοβόρα σκυλιά, δυο γυμνά κορμιά να ναυαγούν σε κάποιο κύμα στην παλίρροια της νύχτας, δυο σκοτεινά κορμιά να λαμπυρίζουν πριν κλείσει για πάντα η ζεστή αντανάκλαση της βροχής.    
Τα μεσάνυχτα βγήκαμε και κατευθυνθήκαμε στο σταθμό του μετρό κι εκεί με άφησες. Baby. Πίστεψες πως ποτέ πια δεν θα με ξαναέβλεπες. Μόνο σκατά. Με ανέβασες στο βαγόνι κι έκανες μισή βόλτα. Εγώ ήμουν νεκρή για τα καλά. Το τελευταίο που θυμάμαι είσαι εσύ να καπνίζεις κι εγώ καθισμένη στο βαγόνι ενώ αυτό γλιστρούσε ως το σκοτάδι του τούνελ. 
Είναι αλήθεια. Με σκότωσες. Και βρίσκομαι στον ουρανό, ακριβώς όπως εσύ ήθελες. Στον ουρανό. Ακριβώς όπως ήθελαν οι γονείς μου κι εσύ. Νεκρή, στον ουρανό. 
Τώρα έχω επιστρέψει. Είμαι στο μπαλκόνι. Εσύ μόλις γύρισες από το σινεμά. Με βλέπεις. Σταματάς. Πλησιάζεις. Με παρατηρείς σιωπηρά. Καπνίζεις ένα τσιγάρο. Δεν έχεις αλλάξει πολύ baby. Ανοίγεις το παράθυρο. Έξω βρέχει. Μου χαϊδεύεις απαλά το κεφάλι. Αφήνομαι να με πάρεις στα χέρια σου και με βάζεις απέναντί σου. Οπότε σου καρφώνω το ράμφος στο ένα μάτι και το αίμα αναβλύζει αργά. Σκατά. Σου βγάζω το άλλο μάτι.
Έξω βρέχει και τα φώτα της πόλης είναι αυτοκτονικά ψάρια που διαλύονται στα βρώμικα και ταραγμένα νερά του σκοταδιού. Κείτεσαι στη μέση του σαλονιού κι ο κρύος αέρας της νύχτας σε καλύπτει. Έχεις δέκα λεπτά νεκρός. Εγώ έχω δέκα λεπτά μεταμορφωμένη σε περιστέρι.