Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

Σχετικά με τη γενιά μου, του Γκιγιέμ Μαρτίνεθ


 (μετάφρ.: nathalie)

"Σινεμά ο παράδεισος"

Την πρώτη φορά που μας είδα, όλα ήταν σκοτεινά. Μυρίζαμε καραμέλα και καθαρό δέρμα. Στην οθόνη βλέπαμε τη μακρινή Ινδία, ένας κακός μαχαραγιάς και κάποια παιδιά, καταδικασμένα να δουλεύουν σ’ ένα ορυχείο, που έκαναν ανταρσία. Όλα είχαν χαθεί γι’αυτά αλλά, την τελευταία στιγμή, έρχονταν οι καλοί και τα έσωζαν. Τούτη τη συγκεκριμένη στιγμή, όλος ο κινηματογράφος, όλοι εμείς, αρχίσαμε να χειροκροτούμε και να φωνάζουμε τη λέξη μπράβο. Ήταν ένα μπράβο με πολλά γράμματα. Ακουγόταν σαν μπράάάάάάάβο. Το φωνάξαμε με όλη μας τη δύναμη. Εκείνο το παράξενο μπράβο δεν έμοιαζε απλά με τη λέξη μπράβο, αλλά με κάτι ακόμα πιο πλατύ και ανησυχητικό. Ήταν το καλό. Το απόλυτο καλό. Τα μικροσκοπικά μας χέρια χειροκροτούσαν. Ήταν τόσο μικρά που ο ήχος καθενός από εμάς ήταν σαν το σπινθήρισμα της βροχής όταν τελειώνει το καλοκαίρι, και παρουσιάζεται με τεράστιες σταγόνες, που ανατινάζονται κόντρα στον ύπνο. Όλοι μαζί σχηματίζαμε, συνεπώς, μια καταιγίδα που ποτέ δεν είχα φανταστεί. Θυμάμαι πως όλο τούτο με συγκίνησε μέχρι ενθουσιασμού. Ακόμα μ’ ενθουσιάζει τόση αγνότητα και καλοσύνη. Υπήρχαμε. Ήμασταν εμείς. Ήμασταν καλοί, σαν τα παιδιά που δραπέτευαν από το ορυχείο. Κατέληγε αδύνατο να μη σκεφτείς ότι, κάποια μέρα, επίσης θα δραπετεύαμε.
  Δεν τους έχω ξαναδεί. Κατά καιρούς στη δουλειά έχω πέσει πάνω σε κάποιον από μας. Μα κοιταζόμαστε σαν τα παιδιά όταν βρίσκονταν στο ορυχείο. Στα διαλείμματα, κάναμε πλάκα. Ή κάτι παρόμοιο. Κατά καιρούς έχω πέσει πάνω σε κάποια από εμάς. Στη δουλειά, ή σε κάποιο δωμάτιο. Με το που χωρίζαμε, το βλέμμα μας ήταν αυτό του ορυχείου. Ήμασταν εκατοντάδες. Τι να έχουμε απογίνει; Θυμάμαι τις φωνές μας, τα χειροκροτήματά μας με μπράτσα χωρίς μύες. Στο σκοτάδι μάς φαντάζομαι, τα πρόσωπά μας παθιασμένα, να χειροκροτούν, να φωνάζουν. Πρόκειται για πρόσωπα κι εκφράσεις που, όσα λένε, δεν τα έχω ξαναδεί. Ίσως δεν δραπετεύσαμε από τ’ ορυχείο. Ίσως δεν ήρθαν οι καλοί την τελευταία στιγμή.



Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Café Mabrouk, της Βερόνικα Αράντα

(μετάφρ.: nathalie)

Επιλέγω την ηρεμία
εκείνη τη μεταφυσική που περιστρέφεται
γύρω από τις τσαγιέρες,
όπου υπάρχει ένας χρόνος ρευστός, που αχνίζει
που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε παιχνίδια τζόγου.
Ο μεσαιωνικός χρόνος των ρολογιών άμμου
και των μαθηματικών.
Ο χρόνος στον οποίο ο χρυσοχόος κόβει φλούδες κεχριμπαριού
κι ο έμπορος είναι ρήμα κι αγόρευση,
ανάμεσα στα σεντούκια και τα μαχαιροπήρουνα,
και σε βερβερικά περιδέραια.
Ο χρόνος του θανάτου
που περνάει από το σουκ σε φορείο,
του εραστή που αναζητά εκ γενετής σημάδια
ωσάν αποκαλύψεις.
Ο χρόνος στον οποίο κρύβεσαι
και σε φαντάζομαι σ' ένα παλιό σπίτι
όπου μπαίνει λιγοστό φως
κι αντηχεί η οχλοβοή
του νότου της μεντίνας.

Κάτω από μια αψίδα
η βλαστήμια των ζητιάνων.
Αναμνήσεις από ένα απόγευμα στην Ουνταϊπούρ.
Ο αρωματοποιός ανακατεύει
πασχαλιές και περγαμόντο.