Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Μια δική μου παιδική ηλικία, της Ντιάνα Μουτίκα

(μετάφρ.: nathalie)



Το πρώτο μου σπίτι ήταν ένα διαμέρισμα με μια ροζ, μαρμάρινη σκάλα κι έναν τεράστιο διάδρομο. Είναι προφανές ότι, ίσως, να μην ήταν τόσο μακρύς, αλλά ενός ή δύο χρονών δεν μπορούσα παρά να θαυμάσω το μεγαλείο του.

Στα δύο μου λίγα πράγματα ήξερα. Ήξερα ότι το σαλόνι είχε τραπέζια έξω, ότι πλάι στα τραπέζια έξω υπήρχαν άλλα τραπέζια έξω, ότι στα τραπέζια έξω στο πλάι υπήρχε ένας γάτος, ότι τα χέρια έχουν πέντε δάχτυλα και ότι οι εβδομάδες έχουν, επίσης, πέντε δάχτυλα.

Ο πατέρας μου έφευγε τις Δευτέρες για να δουλέψει και δεν επέστρεφε μέχρι που πια, η εβδομάδα, είχε κατεβάσει όλα της τα δάχτυλα. Αποφάσισα να κάνω το ίδιο, μου διηγούνται. Τις Δευτέρες κοιμόμουν με το χέρι τεντωμένο και μέρα τη μέρα κατέβαζα ένα δάχτυλο. Έτσι ήξερα ότι τη μέρα που θα κοιμόμουν με τη γροθιά κλειστή, κάτι καλό θα συνέβαινε.

Τώρα κλείνω τη γροθιά και τη σηκώνω όποτε μπορώ.


Φαντάζομαι έτσι, τώρα, πως κάτι καλό θα συμβεί.

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Βραδυκίνητα χρυσάνθεμα ατενίζουν μια γιορτή από φως, του Ροδρίγο Γκαρρίδο

(μετάφρ.: nathalie)


Κι έπειτα από κάθε πολιτισμό που κατοικεί σ' αυτές τις γαίες
το επίπεδο των πόλεων ανεβαίνει.
Το κατώφλι του 21ου αιώνα ανέρχεται πια
ως τις ίδιες τις πόρτες του Πλούτωνα.
Τα δικά μας τσιμέντα εδράζονται
στο σκορωφαγωμένο σχέδιο μιας ουδέτερης κοινωνίας.
Πού πάμε τόσο βιαστικά
αν ποτέ δεν μπορέσαμε να συμφιλιώσουμε το όνειρο;
Όταν εδώ δεν θα μπορεί κανείς πια να ζήσει
θα εισβάλλουμε στο χώρο με τις δικές μας καταθλίψες.
Στεναχωριέμαι σκεπτόμενος ότι ποτέ κανείς δεν είχε κάποιο σχέδιο.
Από τι δραπετεύουμε.
Γιατί αυτή η θηριώδης απόπειρα
να θάψουμε
τόσο γρήγορα
κάθε μοναδικό σπασμό της καρδιάς.