Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Μητρότητα, του Αντρές Καϊσέδο

(Μετάφρ.: Nathalie)



Στις διακοπές της Πέμπτης Γυμνασίου βγήκαμε με ένα υπόλοιπο νεκρών. "Είναι μια πραγματική τραγωδία να τελειώνει μια σημαδεμένη από το θρίαμβο χρονιά - την κατασκευή ενός νέου αθλητικού μεγάρου για παράδειγμα- με την εξαφάνιση έξι νεαρών που μόλις είχαν αρχίσει να διακρίνουν αυτό που θα εξελισσόταν σε μια λαμπρή καριέρα", θρήνησε ο πάτερ πρύτανης, στην ομιλία του κλεισίματος. Ο Πεπίτο Τόρρες έκανε ένα ξαφνικό ταξίδι στη Μπογοτά (έλειψε σε ένα τελικό διαγώνισμα) και λένε πως πήγε με τα πόδια, καταβροχθίζοντας όσα μαγικά μανιτάρια βρήκε στην άκρη του δρόμου, και με το που έφτασε στο Κάλι άρχισε να κάνει δημόσιο σκάνδαλο για την Έκτη, τον άρπαξαν δυο αστυνομικοί δίχως να ειδοποιήσουν τους γονείς του, τον έβαλαν στο μπατσικό όπου πέθανε σα σκυλί, προσκρούοντας στα πλέγματα, εκπνέοντας από το στόμα και με τα ρουθούνια του μια μαύρη σκόνη. Ο Μανολίν Καμάτσο και ο Αλφρέδο Κάμπος, οι αχώριστοι, πέταξαν από το σχολείο και πήγαν να περάσουν ένα αθλητικό απόγευμα Παρασκευής στον ποταμό Πάνσε, είχε πλημμύρα, και σε δυο μέρες βρήκαν τα σώματά τους "πλεγμένα", αλλά η εφημερίδα δεν εξηγούσε το πώς. Καιρό μετά, ένας χωρικός θα έβρισκε, ανάμεσα στις ρίζες μιας παπαδίτσας στην όχθη του ποταμού, ένα μπουκάλι με ένα γραπτό του Αλφρέδο, που είχε συνταχθεί παρορμητικά: "Βλέπουμε πως αναπτύσσεται ο ποταμός. Είναι απίστευτο. Είναι λες και έρχεται να πάρει εκδίκηση για το ένδοξο παρελθόν που του πήραν οι μοντέρνες αστικοποιήσεις. Αλλά βρυχάται. Ξανακερδίζει τη δύναμή του. Η ιδέα ήρθε και στους δυο μας. Δεν θα γίνουμε μάταια θύματα . Θα καλυτερέψουν οι καιροί. Πιασμένοι από το χέρι περπατάμε ως το ποτάμι". Εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα πως τα πράγματα θα καλυτέρευαν έτσι, πόσω μάλλον περισσότερο. Ένα μήνα πριν τις τελικές εξετάσεις ο Ντιέγο Α. Κάστρο (Καστρίκο) έφυγε με το μεγάλο αδερφό του, Χουλιάν, στην εκβολή του Ειρηνικού Ωκεανού. Τους άρεσε αυτή η θάλασσα από νερό, άμμο, ουρανό, ζούγκλα και μαύρους ανθρώπους. Αμφότεροι είχαν κερδίσει μετάλλια σε ενδοσχολικούς, νομαρχιακούς και εθνικούς κολύμβησης. Δεν πήγαν σε κανένα δημόσιο διαγωνισμό για τη χρήση σπόρων. Έτσι, θα μπορούσαν να κολυμπήσουν μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα, από εκεί να φτάσουν τη γραμμή από όπου κανείς μπορούσε να διακρίνει αν έφτανε στον ορίζοντα, κι ακόμη την άλλη. Αλλά όχι τούτη τη φορά. Στις λίγες κινήσεις με τα χέρια, ο Χουλιάν του κόμπασε πως ένιωθε πολύ άσχημα, πως θα επέστρεφε. Ο Καστρίκο, αφηρημένος στις ζευγαρωτές κινήσεις του πάνω στις κορυφές κάθε κύματος, του είπε καλά, και συνέχισε να κολυμπάει. Γυρνώντας, ευτυχής από την τεράστια τόλμη του, τον βρήκε στην παραλία, νεκρό, με το λαιμό φουσκωμένο. Κανείς δεν ξέρει πως γύρισε ο Καστρίκο στο Κάλι, αλλά πια είχε ήδη διαπεράσει την ύπαρξη. Ξεκίνησε να ψάχνεται για καυγά με όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα με τους υπόλοιπους φίλους του αδερφού του. Φορτώθηκε μαχαίρι. Ταξίδευε στην εξοχή και εκεί πάλευε με μασέτα και με τυλιγμένη ρουάνα*.
Τον έκλεισαν στο τρελοκομείο και πέταξε από το τρελοκομείο απαιτώντας την παρουσία της μητέρας του. Δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω από εκείνη να του φέρνει κοντά του τη μποτίλια του από σπόρους και ο Καστρίκο ηρεμούσε, χαϊδεύοντας τα λουλούδια, παίζοντας με τις γάτες. Έβγαινε στην Έκτη μία φορά κάθε δύο μήνες, κι εγώ τον έβλεπα σταματημένο μόνο, να λέει ασυναρτησίες για όλες τις γυναίκες, χαμογελώντας. Στην τελευταία γκομενίτσα που τον έκλεψε έφυγε τρομοκρατημένος ψάχνοντας για καυγά, αλλά πέθανε πριν του τον δώσουν: έμεινε σαν καρφωμένος στο πάτωμα, φώναξε πως το πάτωμα άνοιγε κι έπεσε νεκρός. Πάνε οι πέντε. Ο έκτος, ο Μανολίν Καμάτσο, είναι αυτός που με πονά περισσότερο. Ο διπλανός μου στο θρανίο. Συνηθίζαμε να περπατάμε αφηρημένοι στις διασκεδάσεις, μιλώντας για τοπία που φανταζόμασταν σε τρεις διαστάσεις μόνο και μόνο κοιτώντας χάρτες. Ποτέ δεν είχα δοκιμάσει κάποιο ναρκωτικό, ούτε στις γιορτές έπινα. Μόνο ένα Σάββατο. Πώς να ξέρει κανείς με ποιον έμπλεξε, ποιος τον προσκάλεσε, γιατί τον είδαν να διατρέχει τους δρόμους στην ταχύτητα που πήγαινε, με την ταχύτητα που πήγαινε, με το βλέμμα παραμορφωμένο, τι αναζητούσε, με το δέρμα γεμάτο βαθουλώματα, να προσβάλει ηλικιωμένες, να κλωτσάει αμάξια. Πέθανε μόνος, σε ένα οποιοδήποτε μπάνιο, προσπαθώντας να κάνει εμετό αυτό που σίγουρα είχε καταπιεί αθώα, τώρα τον ακρωτηρίαζαν ο κόκκυγας, ο προστάτης, η παρεγκεφαλίδα. Του έδωσαν ένα κοκτέιλ από αναλγητικά για άλογα και υγρό φρένων για αεροπλάνα: "Είναι κρίμα, μια σειρά τέτοιων θανάτων χωρίς κανένα, κανένα νόημα", έλεγε ο πάτερ πρύτανης. Κι εγώ, ριζωμένος στη θέση μου, με μια τεράστια οργή, γνώριζα τι νόημα υπήρχε. Τους είχαν επιλέξει ως τα πρώτα θύματα της παρακμής των πάντων, αλλά εγώ δεν θα έπαιρνα την ευθύνη. "Θα κάνω την κατάφαση στη ζωή μου", σκεφτόμουν, και δεν χαμογέλασα ούτε μια φορά από τις έξι που με κάλεσαν για να παραλάβω διπλώματα μαθηματικών, ιστορίας, θρησκευτικών, αγγλικών, γεωγραφίας και αριστείας. Κοιτούσα αυτό το κοινό, το αποτελούμενο από ιερείς, μαθητές, πατήρ φαμίλιες και δεχόμουν τα χειροκροτήματα με ένα σφίξιμο των δοντιών. "Θα κάνω την κατάφαση της ζωής μου".

"Τι σου συνέβη;", μου έλεγαν οι συμμαθητές μετά. "Σαν να μην σου άρεσε η επιτυχία", κι εγώ, προς όλους, σιωπή` και αρνήθηκα να πάω στο πάρτι για το τέλος της χρονιάς που οργάνωνε ο Μαουρίσιο Γκαμπόα. Έφτασα στο σπίτι μου με το αμάξι των γονιών μου, ανάμεσα στα μαλακά κορμιά τους. Ήδη με είχαν συγχαρεί για όλον αυτό το θρίαμβο, και δεν μιλήσαμε παραπάνω στο δρόμο. Δεν βαρέθηκα, λοιπόν έβρεχε και αφαιρέθηκα φανταζόμενος πως οι σταγόνες στους υαλοκαθαριστήρες ήταν άνθρωποι, ανθρωπάκια με ώμους και καλοσχηματισμένα κεφάλια, κι έρχονταν κι έρχονταν οι μύτες και παφ, τους σάρωναν, αφήνοντας μικρούτσικα κομμάτια από την πρώτη σταγόνα, που δε θα μπορούσε να ανακτηθεί ποτέ πια.
Τούτη τη νύχτα ονειρεύτηκα ένα ταξίδι με τρένο ανάμεσα σε λιβάδια με μάνγκο και σιτάρι, και μια ξανθιά κοπέλα με πλησίαζε και γινόμασταν ένα με την συνεπαρμένη ενατένιση τούτης της ευτυχισμένης φύσης. Μετά το τρένο μπήκε σε ένα πολύ μαύρο τούνελ και ξύπνησα, καθυστερώντας να χαρακτηρίσω ως φόβο ή ως απόλαυση το συναίσθημα με το οποίο ξεκινούσε τούτη η νέα ημέρα.
Πριν το πρωινό με κάλεσε ο ίδιος ο Μαουρίσιο να μου πει πως στη χθεσινοβραδινή γιορτή μια κοπέλα, η Πατρίσια Σιμόν, είχε σκαλώσει με μεγάλη απογοήτευση μπροστά στην απουσία μου, που ήταν η καλύτερη μαθήτρια της Πέμπτης στο Σαγράδο Κορασόν και που ήθελε, που πέθαινε να με γνωρίσει. Εγώ τον ρώτησα πώς θα γινόταν αυτό, τότε. Αυτός μου επεσήμανε ένα άλλο πάρτι, εκείνη την ίδια νύχτα. Συμφώνησα.
Φτάνοντας, δεν είδα κάτι παραπάνω από χλωμά πρόσωπα, ελάχιστη φιλικότητα, κλειστές πόρτες, απαίσιο καπνό. Πολύ λίγος κόσμος χόρευε τη Ροκ μουσική που εγώ ποτέ δεν κατάλαβα και που εδώ και μισό χρόνο τρέλαινε τον κόσμο. Χάρηκα βλέποντας πως οι καλεσμένοι έγερναν στους τοίχους και παρά μόνο άκουγαν, με τη διάθεση φευγάτη. Εγώ σταμάτησα στην μέση ακριβώς της πίστας για να μην έχω αέρα νηκημένου, μέχρι που από το βάθος, λοιπόν, από το βάθος αυτού του σπιτιού ήρθε προς τα μένα μια κοπέλα ντυμένη στα ροζ και ξανθιά και κάνοντας μαγική όλη τη διαδρομή ως εμένα χαμογελώντας. Συστήθηκε: "Πατρίσια Σιμόν", πολύ ντροπαλά μου έδωσε το χέρι, εγώ της το έσφιξα πολύ υπερβολικά για να την εκφοβίσω ακόμα περισσότερο. "Είσαι πολύ έξυπνος", ήταν το πρώτο που μου είπε όταν την οδήγησα στην αυλή, δεδομένου ότι με την ένταση της μουσικής δεν μπορούσα να ακούσω τα νωχελικά λόγια της που με επαινούσαν και τη λατρεία της για τις γνώσεις μου για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, για τη Δυτική Οροσειρά της Κολομβίας, για το Μυστήριο της Μετουσίωσης. Ανέπνεε κανείς καλύτερα σε τούτη την αυλή με το γαλάζιο χρώμα της νύχτας έκανε αρκετούς νέους πέρα από εμάς να χάνονται, παγίδευε -το γνώριζα- όσους αναζητούσαν καταφύγιο σε τούτο το σπίτι. Ένιωσα απελευθερωμένος από τη νύχτα, από το θάνατό της, τόσο ανώτερη στην απώλειά της. Με πολλή προσοχή σχολίασα στην Πατρίσια τους φόβους μου για την αιμοβόρα εποχή κι εκείνη λες και ο συνηθισμένος τρόπος της να μου εξηγήσει πως τους συμμεριζόταν ήταν αυτός, μου διηγήθηκε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως κάποιος πολύ αγαπημένος της χάριζε μια πάστα με φράουλες -το αγαπημένο της σνακ- και πηγαίνοντας να το δαγκώσει δεν υπήρχαν φράουλες, αλλά ξυράφια, καρφίτσες, κλπ. που ενσωματώθηκαν στα ούλα και αντικατέστησαν τα δόντια, έτσι που έμεινε με καρφίτσες, αντί για δόντια. "Παράξενο", σκέφτηκα, κοιτώντας την, λοιπόν τα δόντια της ήταν μεγάλα, πολύ υγιή, με δυνατά ούλα. Σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει εμένα ή τον ουρανό. Ήταν μικρή, αλλά δυνατή, με ωραία πλάτη και γοφούς, μπλε μάτια και μακριά φρύδια. "Καλή ράτσα", σκέφτηκα, και μετά "Edelrose", παρατηρώντας πως είχε τουλάχιστον τέσσερα δόντια μπροστά, ροζ δέρμα. Κατέληξα "Θα κάνω ένα παιδί σε αυτή τη γυναίκα".

O χρόνος πέρασε με την έννοια που ήθελε η αγάπη μας. Από τούτο το πάρτι φύγαμε πιασμένοι από το χέρι, και ξεκινήσαμε να βλεπόμαστε όλες τις ημέρες, κι εγώ της γέμιζα το κεφάλι με κατσαρίδες όπως ο Νίτσε και ο Ρουσώ και μέσω χιλίων επιχειρημάτων την οδηγούσα σε έναν απλό επίλογο: πως ο μόνος τρόπος να σωθούμε θα ήταν να κάνουμε την υπέρβαση σε κάτι. Μια μέρα της ήρθε να την προβοκάρω να γράψει στίχους, αλλά εγώ την αποθάρρυνα σ' αυτήν την ιδέα σαν να επρόκειτο για ένα σμήνος από μύγες: ¨Η ποίηση είναι ένα παρηκμασμένο επάγγελμα", κι εκείνη με πίστεψε. Και έπαιρνε το πρόσωπο ετοιμοθάνατου κάθε φορά που την κοιτούσα στα μάτια, κι αυτή ποντάρω ότι σκεφτόταν: "αυτά που θα έκανα για να σε κάνω ευτυχισμένο", και στα σινεμά με πλησίαζε πολύ ή ψιθύριζε πως υπήρχε ένα πέρασμα μητρότητας, κι εκείνη έβγαινε εξ' ολοκλήρου συγκινημένη, χωρίς να μου λέει τίποτε ακόμη αλλά ήδη σκεπτόμενη την ιδέα πως ο μόνος τρόπος να κάνει την υπέρβαση θα ήταν να μείνει έγκυος και να κάνει ένα παιδί.
Αυτό που την έκανε να αποφασίσει ήταν ακριβώς ο θάνατος του Ιγνάσιο Μορέιρα, ο οποίος είχε μια συζήτηση με τους γονείς του, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και πυροβολήθηκε στο κεφάλι. Εκείνη έμενε απέναντι, γνώριζε τον Ιγνάσιο από μικρό, άκουσε τον πυροβολισμό, το σπλατς: ήμουν, άρα, καλά.
Κατάφερα να μου δανείσουν το κτήμα στην Καρρετέρα αλ Μαρ, μέρος που είχα επιλέξει για να γίνει η σύλληψη. Με μας ανέβηκαν διάφοροι φίλοι, αλλά σχεδόν ποτέ δεν μπερδευόμασταν. Οι μέρες ξημέρωναν σκοτεινές και η ομίχλη έπεφτε νωρίς, κι εκείνη γέμιζε νοσταλγία και μελαγχολία, κάτι που, περιέργως, δεν της προκαλούσε αφοβία, αλλά κίνηση.
Περπατούσαμε ώρες, ερχόμενοι κάθε φορά πιο κοντά στην κορυφογραμμή των βουνών. Εκείνη άντεχε τον τόσο απόκρημνο δρόμο χωρίς ούτε ένα παράπονο.
Η μέρα μου ήρθε καθαρή, με άπλετη ορατότητα. Ξυπνήσαμε με τον ήλιο και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, διατεθειμένοι αυτή τη φορά να φτάσουμε ως την κορυφή. Οι γκουάβες και οι γαλατσίδες άλλαζαν πολλαπλούς τόνους του πράσινου σε κάθε βήμα που κερδίζαμε, και τα πουλιά τραγουδούσαν "πιτσαχουέ- πιτσαχούε" και όλο αυτό έφτανε σε μένα σαν ένα αυθεντικό σημάδι γονιμότητας.
Μέχρι τις δύο το απόγευμα περάσαμε την τελευταία πλαγιά από άσπρες πέτρες και είχαμε, ξαφνικά, μια θέα της θάλασσας να τρελαίνεσαι, χιλιάδες και χιλιάδες χιλιόμετρα. Το κρύο του βουνού και η κάψα της που ενατένιζε εκεί τη θάλασσα την ώθησε να με αγκαλιάσει κι εγώ απάντησα καλύτερα από ποτέ. Ανακάλυψα με τόλμη τα στήθη της, έγλειψα τις τρίχες της, γραντζούνισα με το αίμα της το λιβάδι γιαραγουά, μπόρεσα να νιώσω πώς τα περίπλοκα σπλάχνα της άνοιγαν για να του δώσουν βήμα, καμπίνα και καταλύτης στο υγιές σπέρμα μου και στη βρύση που θα έδινε, μαρτυρία της ύπαρξής μου. Δεν πιστεύω πως εκείνη το απόλαυσε.
Παντρευτήκαμε στα κρυφά, χτύπημα πολύ αριστοκρατικό για οικογένειες όπως η δική της και η δική μου. Ήμασταν ο πιο νεανικός γάμος στην κοινωνία του Κάλι και βγήκαμε πολύ στην εφημερίδα και ο κόσμος μας κοιτούσε και μας έκαναν πολλά πάρτι κι εμείς απαντούσαμε σε όλα με μια σιωπηρή και υπεράνω στάση, πάντα στοχαζόμενοι. Με χαρά μπήκαμε στην Έκτη Γυμνασίου, συγκρίνοντας και χαϊδεύοντας τα σχολικά μας βιβλία. Μέσα σε λίγους μήνες πάχυνε υπερβολικά πολύ και της έρχονταν εμετοί, οπότε και δεν μπορούσε να επιστρέψει στο σχολείο και έχασε την Έκτη. Εγώ έλειψα από μάθημα μόνο μια μέρα: τη μέρα που μετά από τέσσερις ώρες πείσματος και με πολλή ταλαιπωρία, άφησε το γιο μου να βγει. Γεννήθηκε μια βροχερή μέρα. Δεν ήρθαμε σε συμφωνία για το όνομα, αλλά επικράτησε η γνώμη μου: τον ονόμασα Αουγούστο, που, πάντα, σε κάνει να σκεφτείς διακεκριμένη συμπεριφορά και επίγνωση της Νίκης. Ήμουν εξ' ολοκλήρου μια διασημότητα στο σχολείο, πατέρας στα 16 μου χρόνια. Εκείνη δεν ήθελε να κάνει γυμναστική και της έμεινε μια ζαρωμένη κοιλιά πολύ άσχημη, και τα στήθη της πρήστηκαν σαν πρώιμα σύκα και μετά της έπεσαν. Θυμάμαι πρωινά στα οποία άνοιγα το μάτι μόνο για να με βρω στη φυσική δόξα, ξύπνιος από το κλάμμα του Αουγούστο, και γύριζα να κοιτάξω εκείνη, ξύπνια εδώ και πολλές ώρες με το βλέμμα χαμένο στον ξάστερο ουρανό, αρνούμενη πάντα να μου απαντήσει τι ήταν αυτό που σκεφτόταν. Δεν επέμεινα. Το είχα προβλέψει αυτό. Δεν φρόντιζε καλά το γιο μας. Ούτε ήθελε να επιστρέψει στο σχολείο. Έχασε το ενδιαφέρον για τα πάντα, περνούσε τις μέρες χωρίς να περιποιείται τον εαυτό της και χωρίς να καθαρίζει το σπίτι, καθισμένη στραβά σε μια καρέκλα, φυλακισμένη ενός κενού που υποθέτω πρέπει να 'ναι φυσιολογικό αφότου έχει υπάρξει κανείς γεμάτος και ολοστρόγγυλος σαν ένα ομφαλοφόρο πορτοκάλι. Εγώ δεν την άγγιξα ξανά. Ούτε εκείνη θα είχε αφεθεί. Εν τέλει, μια μέρα έφυγε από το σπίτι, και καθυστέρησε να γυρίσει. Έκανε νέες φιλίες, νέους πιο γέρους από εκείνη και συνέχιζε να βγαίνει. Αλλά δεν μου έλειπε. Εγώ εκπλήρωνα έγκαιρα τις σχολικές μου υποχρεώσεις. Σηκωνόμουν νωρίς, έδινα το μπιμπερό στο παιδί, άλλαζα πάνες, σκούπιζα, σφουγγάριζα. Γυρνώντας από το σχολείο περνούσα ώρες αφήνοντας τον Αουγούστο να μου σφίγγει τον δείκτη και παρατηρώντας το πιπί του, το μόνο που βγήκε ίδιο με μένα, γιατί όλα τα υπόλοιπα, μάτια, μαλλί και μέτωπο ήταν δικά της. Όταν επέστρεφε, ποτέ δεν συζητούσαμε. Περνούσε το χρόνο της εκεί γύρω, χωρίς να κοιμάται ή να ακούει μουσική. Ήξερα πως έπαιρνε ναρκωτικά. Δεν έδινα δεκάρα. Εξασφάλισα μια υποδερμική μιας χρήσης, ένα γραμμάριο από την καλύτερη κοκαΐνη με τον φίλο Γκόμες και μια νύχτα την ξύπνησα. Έφτασε πολύ αργά, πέφτοντας από το μεθύσι, πέφτοντας σε όλα τα εμπόδια. Εγώ την πήρα, έτριψα το κεφαλάκι της μέχρι που αποκοιμήθηκε στο στήθος μου. Ετοίμασα την κοκαΐνη, όταν πήρα το ένα μπράτσο της, το έσφιξα και ψηλάφισα για τις καλές τις φλέβες άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε, μπερδεμένη. Εγώ της χαμογέλασα. Νομίζω της ενέχυσα μισό γραμμάτιο, με απαλές πιέσεις. Εκείνη έπαιρνε εκφράσεις και χαμογελάκια κι εγώ ένιωσα ζήλια: ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε έτσι με τους οργασμούς μου. Μετά σηκώθηκε και ξεκίνησε να χοροπηδάει σε όλο το σπίτι, έβαλε το στέρεο στη διαπασών και δεν με απασχολούσε αν θα ξυπνούσε τον Αουγούστο. Γελούσα μαζί της.
Εδώ και μέρες δεν τη βλέπω. Πήγε για βόλτα στο Σαν Αγουστίν, νομίζω, με ένα κοπάδι από γκρίνγκος. Ελπίζω να μη γυρίσει, να πεθάνει ή να δεχθεί εκεί αυτό που της αξίζει. Εγώ τέλειωσα την Έκτη με όλες τις τιμές, διαβάζω κόμιξ και περιμένω μια καλύτερη εποχή με το γιο μου.

Berenice / El atravesado / Maternidad / El Tiempo de la ciénaga (1978). Cali: Editorial Andes.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου