Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Το διήγημα, του Ρικάρντο Πίλια

(Μετάφρ.: Nathalie)


I. Σε ένα από τα τετράδια σημειώσεών του, ο Τσέχωφ κατέγραψε αυτό το ανέκδοτο: Ένας άντρας, στο Μοντεκάρλο, πηγαίνει στο καζίνο, κερδίζει ένα εκατομμύριο, γυρίζει στο σπίτι, αυτοκτονεί. Η κλασική φόρμα του διηγήματος συνοψίζεται στον πυρήνα αυτού του μελλοντικού αφηγήματος που δε γράφτηκε. Ενάντια στο προβλέψιμο και το συμβατικό (παίζω- χάνω- αυτοκτονώ), η ίντριγκα τίθεται σαν μια παραδοξολογία. Το ανέκδοτο τείνει να αποσυνδέει την ιστορία του παιχνιδιού και την ιστορία της αυτοκτονίας. Τούτη η τομή είναι κλειδί για να οριστεί ο διπλός χαρακτήρας της φόρμας του διηγήματος.
Θέση πρώτη: ένα διήγημα πάντα διηγείται δύο ιστορίες.

II. Το κλασικό διήγημα (Πόε, Κιρόγα) διηγείται  σε πρώτο πλάνο την ιστορία 1 (το αφήγημα του παιχνιδιού) και κατασκευάζει κρυφά την ιστορία 2 (το αφήγημα της αυτοκτονίας). Η τέχνη του διηγηματογράφου αποτελείται από το να ξέρει να κρυπτογραφήσει την ιστορία 2 στα κενά της ιστορίας 1. Ένα ορατό αφήγημα κρύβει ένα κρυφό αφήγημα, διηγημένο με έναν ελλειπτικό και αποσπασματικό τρόπο. Το αποτέλεσμα της έκπληξης παράγεται όταν το τέλος της κρυφής ιστορίας έρχεται στην επιφάνεια.

III. Κάθε μία από τις δύο ιστορίες λέγεται με ένα διαφορετικό τρόπο. Το να δουλεύει κανείς με δύο ιστορίες θα πει να δουλεύει με δύο διαφορετικά συστήματα αιτιότητας. Τα ίδια περιστατικά εισέρχονται ταυτόχρονα σε δύο ανταγωνιστικές αφηγηματικές λογικές. Τα ουσιώδη στοιχεία του διηγήματος έχουν διπλή λειτουργία και χρησιμοποιούνται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε μία από τις δύο ιστορίες. Τα σημεία όπου διασταυρώνονται είναι το θεμέλιο της κατασκευής.

IV. Στο Ο θάνατος και η πυξίδα, στην αρχή του αφηγήματος, ένας βιβλιοπώλης αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο. Τούτο το βιβλίο βρίσκεται εκεί διότι είναι αναπόσπαστο όπλο της κρυφής ιστορίας. Πώς θα γίνει ένας γκάνγκστερ όπως ο Ρεντ Σκάρλαχ να είναι γνώστης των σύνθετων εβραϊκών παραδόσεων και ικανός να στήσει στον Λόνροτ μια μυστικιστική και φιλοσοφική παγίδα; Ο συγγραφέας, Μπόρχες, του παραδίδει τούτο το βιβλίο για να διδαχθεί. Στον ίδιο χρόνο χρησιμοποιεί την ιστορία 1 για να μεταμφιέσει τούτη τη λειτουργία: το βιβλίο φαίνεται να βρίσκεται εκεί σε συνάφεια με τη δολοφονία του Γιαρμολίνσκι και απαντά σε μια ειρωνική αιτιότητα. Ένας από τούτους τους βιβλιοπώλες που πιστεύουν πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι μοιραίο ν' αγοράσει κάποτε οποιοδήποτε βιβλίο, εξέδωσε μια λαϊκή έκδοσης της "Ιστορίας της σέκτας των Χασιντίμ". Αυτό που είναι επιφανειακό στη μια ιστορία, είναι βασικό στην άλλη. Το βιβλίο του βιβλιοπώλη είναι ένα παράδειγμα (όπως ο τόμος από τις Χίλιες και μια νύχτες στο Νότο, όπως το σημάδι στο Σχήμα του Σπαθιού) του διφορούμενου θέματος που κάνει τη μικροσκοπική αφηγηματική μηχανή ενός διηγήματος να λειτουργήσει.

V. Το διήγημα είναι ένα αφήγημα που περικλύει ένα κρυφό αφήγημα. 
Δεν έχει να κάνει με ένα κρυμμένο νόημα που εξαρτάται από την ερμηνεία: το αίνιγμα δεν είναι κάτι άλλο από μια ιστορία που λέγεται με έναν τρόπο αινιγματικό. Η στρατηγική του αφηγήματος τίθεται στη διάθεση αυτής της κρυπτογραφημένης αφήγησης. Πώς να διηγηθεί κανείς μια ιστορία ενώ διηγείται άλλη; Τούτη η ερώτηση συνοψίζει τα τεχνικά προβλήματα του διηγήματος.

Θέση δεύτερη: η κρυφή ιστορία είναι το κλειδί της φόρμας του διηγήματος.

VI. H σύγχρονη εκδοχή του διηγήματος που έρχεται από τον Τσέχωφ, την Κάθριν Μάνσφιλντ, το Σέργουντ Άντερσον, τον Τζόις των Δουβλινέζων, εγκαταλείπει το αναπάντεχο φινάλε και την κλειστή δομή` δουλεύει την ένταση ανάμεσα στις δύο ιστορίες χωρίς ποτέ να την επιλύει. Διηγείται την κρυφή ιστορία με έναν τρόπο πιο ασαφή κάθε φορά. Το κλασικό διήγημα του Πόε διηγόταν μια ιστορία αναγγέλλοντας πως υπήρχε άλλη` το μοντέρνο διήγημα διηγείται δύο ιστορίες σαν να ήταν μία και μόνη. Η θεωρία του παγόβουνου του Χέμινγουεϊ είναι η πρώτη σύνθεση τούτης της διαδικασίας του μετασχηματισμού: το πιο σημαντικό δε λέγεται ποτέ. Η κρυφή ιστορία κατασκευάζεται με το μη  ειπωμένο, με το αντιληπτό και με τον υπαινιγμό.

VII. Ο μεγάλος ποταμός με τις δύο καρδιές, ένα από τα θεμελιώδη αφηγήματα του Χέμινγουεϊ, κρυπτογραφεί μέχρι τέτοιο σημείο την ιστορία 2 (τα αποτελέσματα του πολέμου στον Νικ Άνταμς), που το διήγημα φαίνεται ως η ασήμαντη περιγραφή μια εκδρομής για ψάρεμα. Ο Χέμινγουεϊ βάζει όλη του την τεχνογνωσία στην ερμητική αφήγηση της κρυφής ιστορίας. Χρησιμοποιεί με τέτοια μαεστρία την τέχνη της έλλειψης που επιτυγχάνει να γίνει αντιληπτή η απουσία άλλου αφηγήματος. Τι θα είχε κάνει ο Χέμινγουεϊ με το ανέκδοτο του Τσέχωφ; Θα αφηγούταν με ακριβείς λεπτομέρειες την παρτίδα και το περιβάλλον όπου αναπτύσσεται το παιχνίδι, και την τεχνική που χρησιμοποιεί ο παίχτης για να στοιχηματίσει, και τον τύπο του ποτού που πίνει. Δε θα έλεγε ποτέ πως τούτος ο άντρας θα αυτοκτονήσει, αλλά θα έγραφε το διήγημα λες και ο αναγνώστης το ήξερε ήδη.

VIII. Ο Κάφκα διηγείται με σαφήνεια και απλότητα την κρυφή ιστορία και αφηγείται αθόρυβα τη φανερή ιστορία μέχρις ώτου τη μετατρέψει σε κάτι αινιγματικό και σκοτεινό. Τούτη η επένδυση καλύπτει το καφκικό. Την ιστορία της αυτοκτονίας στο ανέκδοτο του Τσέχωφ θα είχε διηγηθεί ο Κάφκα σε πρώτο πλάνο και με απόλυτη φυσικότητα. Το τρομερό θα ήταν επικεντρωμένο στην παρτίδα, που θα τη διηγόταν με έναν ελλειπτικό και απειλητικό τρόπο.

IX. Για τον Μπόρχες, η ιστορία 1 είναι ένα κειμενικό είδος και η ιστορία 2 είναι πάντα η ίδια. Για να μετριάσει ή να μεταμφιέσει τη μονοτονία αυτής της κρυφής ιστορίας, ο Μπόρχες ανατρέχει στις αφηγηματικές παραλλαγές που του προσφέρουν τα διάφορα κειμενικά είδη. Όλα τα διηγήματα του Μπόρχες είναι κατασκευασμένα με τούτη τη διαδικασία.
Τη φανερή ιστορίατο διήγημα, στο ανέκδοτο του Τσέχωφ θα είχε διηγηθεί ο Μπόρχες σύμφωνα με τα στερεότυπα (ελαφρώς παρωδημένα) μιας παράδοσης ή ενός κειμενικού είδους. Μια παρτίδα τάμπα ανάμεσα σε κυνηγημένους γκάουτσος (λέμε τώρα) στο βάθος μιας αποθήκης, στην εντρετεριανή πεδιάδα, διηγημένη από ένα γέρο στρατιώτη από το ιππικό της Ουρκίσα, φίλο του Ιλάριο Ασκασούμπι. Το αφήγημα της αυτοκτονίας θα ήταν μια ιστορία κατασκευασμένη με τη συμπύκνωση και την επικάλυψη της ζωής ενός άντρα σε μια μοναδική σκηνή ή πράξη που ορίζει τη μοίρα του.

X. Η θεμελιώδης παραλλαγή που εγκαινίασε ο Μπόρχες στην ιστορία του διηγήματος αποτελείτο από να βγάζει από την κρυπτογραφημένη κατασκευή της ιστορίας 2 το θέμα του αφηγήματος. Ο Μπόρχες αφηγείται τους ελιγμούς κάποιου που κατασκευάζει διεστραμμένα μια κρυφή πλοκή με τα υλικά μιας φανερής ιστορίας. Στο Ο Θάνατος και η πυξίδα, η ιστορία 2 είναι μια σκόπιμη κατασκευή του Σκάρλαχ. Το ίδιο συμβαίνει με τον Ασεβέδο Μπαντέιρα στο Ο νεκρός, με τον Νόλαν στο Θέμα του προδότη και του ήρωα.
Ο Μπόρχες (όπως ο Πόε, όπως ο Κάφκα) ήξερε να μεταμορφώνει τα προβλήματα της αφηγηματικής μορφής σε ανέκδοτα.

XI. Το διήγημα κατασκευάζεται για να κάνει τεχνητά να εμφανιστεί κάτι που ήταν κρυμμένο. Αναπαράγει την αναζήτηση, πάντα ανανεωμένη από μια μοναδική εμπειρία που να μας επιτρέπει να βλέπουμε, κάτω από την αδιαφανή επιφάνεια της ζωής, μια κρυφή αλήθεια. Το στιγμιότυπο  που μας κάνει να ανακαλύπτουμε το άγνωστο, όχι σε κάποια μακρινή, άγνωστη γη, αλλά στην ίδια την καρδιά του άμεσου, έλεγε ο Ρεμπώ.
Τούτη η βέβηλη φώτιση έχει μετατραπεί στη μορφή του διηγήματος.

Πηγή

* Σημείωση: Για τους τίτλους και τα κύρια ονόματα στις ιστορίες που αναφέρονται, καθώς και για κάποιες λέξεις, εμπιστεύτηκα όσον αφορά τον Μπόρχες τις μεταφράσεις του Αχιλλέα Κυριακίδη και όσον αφορά τον Χέμινγουεϊ τις μεταφράσεις της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου και της Ελεάννας Λαμπάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου