Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Η θεία Ντανιέλα*, της Άνχελες Μαστρέττα

(Μετάφρ.: Nathalie)

Σκεπτόμενη την Ελένα δε λα Κόντσα


Η θεία Ντανιέλα ερωτεύτηκε όπως ερωτεύονται πάντα οι έξυπνες γυναίκες: σαν ηλίθια. Τον είχε δει να φτάνει ένα πρωινό, περπατώντας με τους ώμους στητούς, με ένα γαλήνιο περπάτημα και είχε σκεφτεί: "Αυτός ο άνθρωπος περνιέται για Θεός". Αλλά στο λίγο που τον άκουσε να λέει ιστορίες για κόσμους άγνωστους και για πάθη παράξενα, ερωτεύτηκε αυτόν και τα μπράτσα του σαν να μη μιλούσε λατινικά από κοριτσάκι, να μην ήξερε λογική, να μην είχε εκπλήξει μισή πόλη αντιγράφοντας τα παιχνίδια του Γκόνγκορα και της Σορ Χουάνα όπως κάποιος που απαντά σε ένα τραγούδι πάνω στη διασκέδαση.
Ήταν τόσο σοφή που κανένας άντρας δεν ήθελε να μπλεχτεί μαζί της, όσο κι αν είχε μελιά μάτια κι ένα αστραφτερό στόμα, όσο και το κορμί της να χάιδευε τη φαντασία ξυπνώντας την όρεξη να το κοιτάξεις γυμνό, όσο κι αν ήταν όμορφη όσο η παρθένος του Ροζάριο. Προκαλούσε πόνο να την αγαπάς γιατί υπήρχε κάτι στην εξυπνάδα της που υπαινισσόταν μια περιφρόνηση για το αντίθετο φύλο και τις συγχύσεις του.
 Αλλά εκείνος ο άντρας που δεν ήξερε τίποτα για εκείνη και τα βιβλία της, την πλησίασε όπως τον οποιονδήποτε. Οπότε η θεία Ντανιέλα τον προίκισε με μια εξυπνάδα εκτυφλωτική, μια αρετή αγγέλου κι ένα ταλέντο καλλιτέχνη. Κοίταξε το κεφάλι του με τόσους τρόπους, που σε δώδεκα μέρες πίστεψε ότι γνώρισε εκατό άντρες.
Τον θέλησε πεπεισμένη ότι ο Θεός μπορεί να περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς, παραδομένη ως τα νύχια στους πόθους και τα ευφυολογήματα ενός τύπου που ποτέ δεν ήρθε για να μείνει και ποτέ δεν κατάλαβε ούτε ένα από όλα τα ποιήματα που η Ντανιέλα θέλησε να του διαβάσει για να εξηγήσει την αγάπη της.
Μια μέρα, έτσι όπως είχε έρθει, έφυγε, πριν αποχαιρετήσει κανέναν. Και δεν υπήρχε τότε στη στρογγυλή λογική της θείας Ντανιέλα ούτε μια υπόνοια ικανή για να την κάνει να καταλάβει τι είχε συμβεί.
Υπνωτισμένη από έναν πόνο δίχως όνομα ούτε προορισμό έγινε η πιο χαζή από τις χαζές. Το να τον χάσει υπήρξε μια τιμωρία μακρά όπως η αϋπνία, ένα γήρας αιώνων, η κόλαση.
Για λίγες μέρες φωτός, για μια ένδειξη, για τα μάτια από σίδερο και ικεσία που της δάνεισε μια νύχτα, η θεία Ντανιέλα έθαψε κάθε όρεξη να είναι ζωντανή κι άρχισε να χάνει τη λάμψη του δέρματος, τη δύναμη των ποδιών, την ένταση στο κούτελο και στα σπλάχνα.
Έμεινε σχεδόν τυφλή μέσα σε τρεις μήνες, μια καμπούρα φύτρωσε στην πλάτη της, και  κάτι συνέβη στο θερμοστάτη της έτσι που παρά το ότι περπατούσε στο φως του ήλιου με παλτό και κάλτσες, τουρτούριζε από το κρύο λες και ζούσε στο ίδιο το κέντρο του χειμώνα. Την έβγαζαν στον αέρα όπως ένα καναρίνι. Κοντά της έβαζαν φρούτα και μπισκότα για να τσιμπολογήσει, αλλά η μητέρα της έπαιρνε τα πράγματα άθικτα ενώ εκείνη συνέχιζε μουγκή παρά τις προσπάθειες που έκανε όλος ο κόσμος για να της αποσπάσει την προσοχή.
Στην αρχή την προσκαλούσαν στο δρόμο για να δουν αν κοιτώντας τα περιστέρια ή βλέποντας τον κόσμο να πηγαινοέρχεται, κάτι από αυτήν θα ξαναέδινε σημάδια προσήλωσης στη ζωή. Τα προσπάθησαν όλα. Η μητέρα της την πήρε σε ταξίδι στην Ισπανία και την έκανε να μπει και να βγει από όλα τα σεβιλλιάνικα πάρκα χωρίς να λάβει από αυτήν κάτι παραπάνω από ένα δάκρυ τη νύχτα στην οποία ο τραγουδιστής ήταν χαρούμενος. Το επόμενο πρωινό, έστειλε ένα τηλεγράφημα στον άντρα της λέγοντας: "Αρχίζει να καλυτερεύει, έκλαψε ένα δευτερόλεπτο". Είχε γίνει ένα ξερό δέντρο, πήγαινε όπου την έπαιρναν κι όταν μπορούσε αφηνόταν να πέσει στο κρεβάτι σαν να είχε δουλέψει εικοσιτέσσερις ώρες μαζεύοντας βαμβάκι. Επιτέλους οι δυνάμεις της δεν της έφτασαν πέρα από το να πλαγιάσει σε μια καρέκλα και να πει στη μητέρα της: "Σε εκλιπαρώ, πάμε σπίτι".
Όταν επέστρεψαν, η θεία Ντανιέλα οριακά μπορούσε να περπατήσει κι από τότε δεν ήθελε να σηκώνεται. Ούτε ήθελε να πλένεται, ούτε να χτενίζεται, ούτε να ουρεί. Ένα πρωινό ούτε καν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια.
- Είναι νεκρή!- άκουσε να λέγεται γύρω της και δε βρήκε τις δυνάμεις για να το αρνηθεί.
Κάποιος υπαινίχθηκε στη μητέρα της πως αυτή η συμπεριφορά ήταν ένας εκβιασμός, ένας τρόπος να εκδικηθεί τους άλλους, μια πόζα κακομαθημένου κοριτσιού που αν ξαφνικά έχανε τη γαλήνη του σπιτιού της και τη σίγουρη τροφή, θα τα κανόνιζε για να καλυτερέψει από τη μια μέρα στην άλλη. Η μητέρα της έκανε την προσπάθεια να τον πιστέψει και ακολούθησε τη συμβουλή να την εγκαταλείψει στο σφάλιστρο της πόρτας του Καθεδρικού. Την άφησαν εκεί μια νύχτα με την ελπίδα να τη δουν να επιστρέφει την επόμενη ημέρα, πεινασμένη και έξω φρενών, όπως είχε υπάρξει κάποτε. Την τρίτη νύχτα την μάζεψαν από την πόρτα του Καθεδρικού με πνευμονία και την πήγαν στο νοσοκομείο ανάμεσα σε κλάμματα από όλη την οικογένεια.
Εκεί πήγε να την επισκευθεί η φίλη της Ελιδέ, μια νεαρή με λαμπερό δέρμα που μιλούσε χωρίς σταματημό και που έλεγε πως ήξερε τις θεραπείες για το κακό από τους έρωτες. Ζήτησε να την αφήσουν να αναλάβει την ψυχή και το στομάχι εκείνου του ναυαγίου. Ήταν ένα πλάσμα χαρούμενο και άπληστο. Την άκουσαν να λέει τη γνώμη της. Με βάση αυτήν το λάθος στην αγωγή της έξυπνης φίλης της βρισκόταν στις συμβουλές του να ξεχάσει. Το να ξεχνάς είναι ένα θέμα ανέφικτο. Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να καθοδηγήσουν τις αναμνήσεις της ώστε αυτές να μη τη σκοτώσουν, ώστε να την εξαναγκάσουν να συνεχίσει ζωντανή.
Οι γονείς άκουσαν την κοπέλα να μιλά με την ίδια αδιαφορία που τους προκαλούσε πια οποιαδήποτε προσπάθεια να θεραπεύσουν την κόρη τους. Θεωρούσαν δεδομένο ότι τίποτα δεν θα εξυπηρετούσε και εκτός αυτού, το αντιμετώπιζαν σαν να μην είχαν χάσει την ελπίδα που είχαν όμως χάσει.
Τις έβαλαν να κοιμηθούν  στο ίδιο δωμάτιο. Κάθε φορά που κάποιος περνούσε μπροστά από την πόρτα άκουγε την ακούραστη φωνή της Ελιδέ να μιλά για το ζήτημα με την ίδια επιμονή με την οποία ένας γιατρός παρακολουθεί έναν ετοιμοθάνατο. Δε έπαυε να μιλάει. Δεν είχε σταματημό. Τη μία μέρα μετά την άλλη, τη μία εβδομάδα μετά την άλλη.
- Πώς λες πως ήταν τα χέρια του; - ρωτούσε. Αν η θεία Ντανιέλα δεν της απαντούσε, η Ελιδέ γύριζε από την άλλη πλευρά.
- Είχε πράσινα μάτια; Καφέ; Μεγάλα;
- Μικρά- της απάντησε η θεία Ντανιέλα μιλώντας για πρώτη φορά σε τριάντα ημέρες.
- Μικρά και θολά;- ρώτησε η θεία Ελιδέ.
- Μικρά και άγρια - απάντησε η θεία Ντανιέλα, και ξανασώπασε για άλλον ένα μήνα.
- Σίγουρα ήταν Λέων. Έτσι είναι οι Λέοντες- έλεγε η φίλη της βγάζοντας ένα βιβλίο με ωροσκόπια για να της διαβάσει. Έλεγε όλες τις φρίκες που μπορούν να χωρέσουν σε έναν Λέοντα -. Για φινάλε είναι ψεύτες. Αλλά δεν πρέπει να αφεθείς, εσύ είσαι Ταύρος. Είναι δυνατές οι γυναίκες του Ταύρου.
- Ψέματα, ναι, έλεγε - της απάντησε η Ντανιέλα ένα απόγευμα.
- Ποια; Να μην τα ξεχάσεις. Διότι ο κόσμος δεν είναι τόσο μεγάλος ώστε να μην τον πετύχουμε, και τότε θα του θυμίσεις τις λέξεις του. Μία προς μία, αυτές που άκουσες και αυτές που σε έκανε να πεις.
- Δεν θέλω να ταπεινωθώ.
- Ο ταπεινωμένος θα είναι αυτός. Δεν είναι όλα τόσο εύκολα όπως το να σπέρνεις λέξεις και να χάνεσαι.
- Αυτές οι λέξεις με διαφώτισαν- αμύνθηκε η θεία Ντανιέλα.
- Φαίνεται πως έχεις διαφωτιστεί- έλεγε η φίλη της όταν έφταναν σε τέτοια σημεία.
Στον τρίτο μήνα του να μιλάν και να μιλάν την έκανε να φάει όπως ορίζει ο Θεός. Ούτε καν κατάλαβε πώς έγινε. Την πήγε για έναν περίπατο γύρω από τον κήπο. Κουβαλούσε ένα καλάθι με φρούτα, τυρί, ψωμί, βούτυρο και τσάι. Άπλωσε μια κουβέρτα πάνω στο χορτάρι, έβγαλε τα πράγματα και συνέχισε να μιλάει ενώ άρχιζε να τρώει δίχως να της προσφέρει.
- Του άρεσαν τα σταφύλλια- είπε η άρρωστη.
- Καταλαβαίνω ότι σου λείπει.
- Ναι- είπε η άρρωστη πλησιάζοντας ένα τσαμπί σταφύλλι-. Φιλούσε βασιλικά. Και είχε μαλακό δέρμα στους ώμους και στη μέση.
- Πώς είχε; Ξέρεις- είπε η φίλη σαν να ήξερε από πάντα αυτό που τη βασάνιζε.
- Δε θα στο πω- απάντησε γελώντας για πρώτη φορά για μήνες. Μετά έφαγε τυρί και τσάι, ψωμί και βούτυρο.
- Νόστιμο;- τη ρώτησε η Ελιδέ.
- Ναι- απάντησε η άρρωστη αρχίζοντας να είναι ο εαυτός της.
Μια νύχτα κατέβηκαν να δειπνήσουν. Η θεία Ντανιέλα με ένα νέο φόρεμα και το μαλλί λαμπερό και καθαρό, απελευθερωμένο επιτέλους από τη σκονισμένη πλεξίδα που δεν είχε χτενιστεί για πολύ καιρό.
Είκοσι μέρες μετά αυτή και η φίλη της είχαν ανακαλέσει τις αναμνήσεις από τα πάνω προς τα κάτω μέχρι να τις μετατρέψουν σε μικροπράγματα. Όλα όσα είχε προσπαθήσει να ξεχάσει η θεία Ντανιέλα εξαναγκάζοντας τον εαυτό της να μην τον σκέφτεται, έγιναν ανάξια μνήμης αφότου τα επανέλαβε πολλές φορές. Τιμώρησε την καλή της κρίση, ακούγοντας τον εαυτό της να διηγείται τις εκατόν είκοσι χιλιάδες βλακείες που την είχαν κάνει ευτυχισμένη και δυστυχή.
- Πια δεν θέλω ούτε να εκδικηθώ - είπε ένα πρωί στην Ελιδέ-. Έχω υπερβαρεθεί το θέμα.
- Τι; Μην το παίζεις έξυπνη- είπε η Ελιδέ. Όλον αυτόν τον καιρό επρόκειτο για ένα ζήτημα περιορισμένης λογικής. Θα το μετατρέψεις σε κάτι λογικό; Μην το χαλάς. Μας λείπει το καλύτερο. Μας λείπει να αναζητήσουμε τον άντρα σε Ευρώπη και Αφρική, Νότια Αμερική και στην Ινδία, μας λείπει να τον βρούμε και να κάνουμε ένα σκάνδαλο που να δικαιολογήσει τα ταξίδια μας. Μας λείπει να γνωρίσουμε το Παλάτσο Πίττι, να δούμε τη Φλωρεντία, να ερωτευτούμε στη Βενετία, να ρίξουμε ένα νόμισμα στη Φοντάνα ντι Τρέβι. Δεν θα πάμε να κυνηγήσουμε τούτον τον άντρα που σε ερωτεύτηκε σαν μια ανόητη και μετά έφυγε;
Είχαν σχεδιάσει να ταξιδέψουν τον κόσμο σε αναζήτηση του ενόχου και τώρα που η εκδίκηση δεν είχε πια σημασία για τη θεραπεία της φίλης της, η Ελιδέ είχε απελπιστεί. Θα έχαναν την Ινδία και το Μαρόκκο, τη Βολιβία και το Κονγκό, τη Βιέννη και πάνω απ' όλα την Ιταλία. Ποτέ δε σκέφτηκε πως θα μπορούσε να τη μετατρέψει σε ένα λογικό ον αφότου την είχε δει παραλυμένη και σχεδόν τρελή πριν τέσσερις μήνες.
- Πρέπει να πάμε να τον ψάξουμε. Μην κάνεις την έξυπνη πριν να είναι καιρός- της έλεγε.
- Έφτασε χθες- της απάντησε η θεία Ντανιέλα ένα μεσημέρι.
- Πώς το ξέρεις;
- Τον είδα. Χτύπησε στο μπαλκόνι όπως πριν.
- Και τι ένιωσες;
- Τίποτα.
- Και τι σου είπε;
- Τα πάντα.
- Και τι του απάντησες;
- Έκλεισα.
- Και τώρα;- απάντησε η θεραπεύτρια.
- Τώρα ναι θα πάμε στην Ιταλία: οι απόντες πάντα σφάλλουν.
Και πήγαν στην Ιταλία μέσω της φωνής του Δάντη: “Piovverà dentro a l’alta fantasia”.


Mujeres de ojos grandes, 2006, Seix Barral

 Πηγή

*Στη συλλογή διηγημάτων της Μαστρέττα Mujeres de ojos grandes (= Γυναίκες με μεγάλα μάτια) δεν υπάρχουν τίτλοι στα διηγήματα, η συγγραφέας απλά αλλάζει κεφάλαιο. O τίτλος προστέθηκε από τη μεταφράστρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου