Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Piazza Sant’Alessandro, 6, του Χοσέ Αγκουστίν Γκοϊτισόλο

(Μετάφρ.:Nathalie)



Αγαπητή Κάρμεν σήμερα
δεν με νοιάζει τι θα πουν οι εφημερίδες
τι θα ακολουθήσει την απεργία των φοιτητών
ή τι θα χτυπήσει ο Βιετ-κονγκ
λοιπόν τώρα
εδώ και πολύ λίγο καιρό- μόλις
μερικά λεπτά-
έχει ξεκινήσει να βρέχει. Είναι σημαντικό:
το βρώμικο νερό αρχίζει να γλιστρά
στους τοίχους: μορφή

ένας ποταμός στο δρόμο` πέφτει ακριβώς όπως το σάλιο
των παρκαρισμένων στα πεζοδρόμια αυτοκινήτων
και οι τέντες κυρτώνουν απ' το βάρος
του νερού` και είναι πιθανό
να διαρκέσει μόνο λίγο αυτή η βροχόπτωση.
Κι εγώ είμαι σε ένα μπαρ γεμάτο κόσμο
κι εγώ είμαι σε ένα μπαρ γεμάτο κόσμο
με καπνό και άσχημη μυρωδιά από σάντουϊτς
και πίνω το δεύτερό μου
τζιν- τόνικ της βραδιάς κι έχω καταπιεί
δύο librium- το βλέπεις πια: κρατώ το λογαριασμό-
κι όπως σου έλεγα
δεν με ενδιαφέρουν καθόλου πια οι ειδήσεις
μήτε ο κόσμος που τρέχει μήτε η ζωή
σα να λέμε πως με ενδιαφέρει μόνο το νερό
που πέφτει πάντα με περισσότερη δύναμη
πιτσιλίζοντας το κρύσταλλο μπροστά απ' το πρόσωπό μου
και σκέφτομαι πράγματα γλυκά και δύσκολα
- να είμαι πιο όμορφος να έχω
μια κοπέλα χαριτωμένη κι ενθουσιασμένη
να περπατά στο πλευρό μου σ' έναν άγριο διάδρομο
γεμάτο με ψηλές πόρτες και πίνακες
προγόνων που είναι όλοι ίδιοι
που χαμογελούν` και ενίοτε
βαθιές, αυστηρές φωνές` όχι όπως αυτές
που μιλάν για ποδόσφαιρο και για βλακείες
με τόνο γλοιώδη και βαρετό-
κι αυτό με ανακουφίζει: είμαι ικανός
να αγαπήσω έναν ελέφαντα και να κάνω
τα συνακόλουθα με μια μεγάλη αδερφή
να δανείσω τη γραβάτα μου
να παίξω τα φαντάσματα με την ξαδέρφη μου`
και σηκώνομαι καλώ το σερβιτόρο
- συνεχίζει να βρέχει, ω! βρώμικο νερό πέσε
πέσε σε παρακαλώ!
πάνω στο απαίσιο δέρμα της Βαρκελώνης
μη σταματήσεις μέχρι να κοιμηθώ-
και πληρώνω τα τζιν- τόνικ και τον καπνό
μαζεύω τα χαρτιά μου- αντιλαμβάνομαι
πως κάνω νέα σχέδια, αδύνατα-
κι όταν είμαι στο τσακ
του να φύγω αμέσως από αυτό το θλιβερότατο
καφέ από τη μαλακία ξεχνώ ήδη
τον άντρα που υπήρξα πριν λίγο καιρό
την άχρηστη τρυφερότητά του και το κρύο του
τα χάπια που χρειάζομαι
για να πω αντίο στο λούστρο
και να βγω στη βροχή` εκεί όπου τώρα
σκέφτομαι εσένα και τις βλεφαρίδες σου και το παλτό σου
και πάω σπίτι να σου γράψω αμέσως
για να το διαβάσεις αυτό και να με θυμηθείς
να πιεις μια γουλιά και ξανά να με ξεχάσεις.

“Algo sucede” 1968-1996 – Obra completa -  Editorial Lumen – 2011 

Πηγή


Querida Carmen hoy
no me importa que digan los periódicos
que prosigue la huelga de estudiantes
o que ataca el Viet-Cong
pues ahora
hace muy poco tiempo  —tan sólo
unos minutos—
ha empezado a llover. Es importante:
el agua sucia empieza a resbalar
por las paredes: forma
un río en la calle; cae igual que la saliva
de los coches parqueados en aceras
y los toldos se comban por el peso
del agua; y es posible
que dure sólo un rato este chubasco.
Y yo estoy en un bar lleno de gente
y yo estoy en un bar lleno de gente
con humo y mal olor de bocadillos
y bebo mi segundo
gin-tonic de la tarde y me he tragado
dos librium —ya lo ves: llevo la cuenta—
y como te decía
ya no me importan nada las noticias
ni la gente que corre ni la vida
es decir que me importa sólo el agua
que está cayendo siempre con más fuerza
salpicando el cristal junto a mi cara
y pienso en cosas dulces y difíciles
—ser más guapo tener
a una chica bonita y excitada
caminando a mi lado por un feroz pasillo
lleno de puertas altas y de cuadros
de antepasados todos parecidos
que sonríen; y en voces
hondas voces severas; no como estas
que hablan de futbol y de tonterías
con tono pegajoso y aburrido—
y esto me reconforta: soy capaz
de amar a un elefante y de tener
concomitancias con un gran marica
de prestar mi corbata
de jugar a fantasmas con mi prima;
y me levanto llamo al camarero
—sigue lloviendo ¡oh agua sucia cae
cae por favor!
sobre la horrible piel de Barcelona
no te detengas hasta que me duerma—
y pago los gin-tonic y el tabaco
recojo mis papeles —me doy cuenta
que hago nuevos proyectos imposibles-
y cuando estoy a punto
de salir de una vez de este tristísimo
café de la puñeta ya me olvido
del hombre que yo fui hace poco rato
de su ternura inútil y su frío
de las pastillas que necesito
para decirle adiós al limpiabotas
y salir a la lluvia; en donde ahora
pienso en ti y tus pestañas y tu abrigo
y voy a casa a escribirte enseguida
para que leas esto y me recuerdes
bebas un trago y otra vez me olvides.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου