Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Δευτέρα, του Ρόκε Δάλτον

(Μετάφρ.: Nathalie)




Έξι το πρωί
Να ξεκινά με τις κραυγές του ρολογιού: ξανά
ο καθεδρικός του φωτός  θα ρίξει τους τοίχους του
πάνω στην πεζοπόρα καρδιά μου
που ξεκουραζόταν.
Μισώ τη φυγή των σεντονιών όπως κάποιον αστό.

Δεν είναι για το κρύο, που δεν υφίσταται.
Δεν είναι από φόβο προς το μάτι μου που έχει κουρνιάσει
όπου το φανάρι,
χθες το βράδυ,
σταύρωσε τη σκιά.
Ούτε καν για σένα είναι 
ούτε για το φύλο σου που εκρήγνυται στα χέρια μου,
την σπηλιά σου που ανακάλυψα
πρόσφατα νεκρή στο νερό.

Είναι
ω αναποφασιστικότητα
πως ένας γαλάζιος και σάπιος χρόνος αξίζει
την παλιά αίσθηση όπως η αριστερή μου γροθιά
ή τη νοσταλγική μου κατανόηση για τα πουλιά:
το μάτι μαζί με τον ώμο, χωρίς κανένα από τα δύο να ικετεύει,
το χέρι ως την επιφάνεια της νέας πέτρας που υψώνω,
η ζωή που μου ζητά,
o αξιοθρήνητoς οπός που αναγνωρίζω εντός μου.

Θα' πρεπε, λέω εγώ, να είχε έρθει,
όχι στον κόσμο των μαριονετών, των ραφτών του μεταξιού,
των άγαρμπων μπουκαλιών τζιν- νοσοκομείων της δίψας,
όχι στον κόσμο που μου δίνεις ή που σου δίνω,
ψωμί ευτελές, λιβάδι
για το μαχαίρι της μαρμελάδας
θα' πρεπε να είχε έρθει, επαναλαμβάνω,
όπως μια γυμνή πυρκαγιά
στο ξερό δάσος όπου με θάβω χωρίς να κραυγάζω,
όπως ένα άγριο ρεύμα στην εύθραυστη άμμο,
όπως εκείνο το δέντρο που απαιτεί αίμα από την κοιμισμένη γη,
αξιώνω την κύηση κόντρα στη φυγή,
κόντρα στο ακίνητο δάκρυ,
και την ισχυρή απελπισία

Αλλά, πρώιμα,
ήρθα όπως είμαι,
με χέρια αφαιμαγμένα,
με φόβο,
με αγάπη, 
με τέσσερις Δευτέρες κάθε μήνα.
Και πιστεύω πως αν δεν ήταν γι' αυτήν την καρδιά,
γι' αυτόν τον παλλόμενο μουσικό πλανήτη,
ήδη θα είχα φύγει για να προσπαθήσω να κοιμηθώ.
Παρ' όλα αυτά,
δεν θα' θελα να ξεχάσω το χαμόγελο


Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου