Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Θλιβεροί πόλεμοι, του Μιγέλ Ερνάντεθ

(μετάφρ.: nathalie)


Θλιβεροί πόλεμοι
όταν δεν είναι η αγάπη η επιχείρηση.
Θλιβεροί, θλιβεροί.

Θλιβερά όπλα
αν δεν είναι λέξεις.
Θλιβερά, θλιβερά.

Θλιβεροί άνθρωποι
αν δεν πεθαίνουν από αγάπες.
Θλιβεροί, θλιβεροί.

Εγκαταλελειμμένοι, της Τζιοκόντα Μπέλι

(μετάφρ.: nathalie)



Αγγίζουμε τη νύχτα με τα χέρια
στύβοντας το σκοτάδι ανάμεσα στα δάχτυλα,
πασπατεύοντάς τo όπως το δέρμα ενός μαύρου πρόβατος.

Έχουμε εγκαταλειφθεί στην απουσία της αγάπης,
στην ανία του να ζούμε συλλέγοντας ώρες στο κενό,
στις μέρες που αφήνονται να περάσουν και ξαναεπαναλαμβάνονται,
ανούσιες,
δίχως ίχνη, μήτε ήλιο, μήτε ακτινοβόλες εκρήξεις φωτεινότητας.

Έχουμε εγκαλειφθεί επίπονα στη μοναξιά,
νιώθοντας την ανάγκη της αγάπης κάτω από τα νύχια μας,
το κενό ενός διατρητικού στο στήθος,
την ανάμνηση και το θόρυβο σαν μέσα σε σαλιγκάρι
που έχει ζήσει πια υπερβολικά σε γυάλα πόλης
και μόλις που φέρνει της ηχώ της θάλασσας στο λαβύρινθό του από όστρακο.

Πώς θα αιχμαλωτίσουμε ξανά το χρόνο;
Να του παρεμβάλλουμε το δυνατό σώμα της επιθυμίας και την αγωνία,
να τον κάνουμε να υποχωρήσει ταπεινωμένος
από τη δική μας ακλόνητη απόφαση;

Μα... ποιος ξέρει αν θα μπορέσουμε να αιχμαλωτίσουμε ξανά τη στιγμή
που χάσαμε.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το παρελθόν
όταν πια ίσως να μην είμαστε οι ίδιοι,
όταν πια ίσως θα έχουμε ξεχάσει
το όνομα της οδού
όπου
κάποτε
μπορέσαμε
να συναντηθούμε.

Πηγή

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Του αντίο, του Χάιμε Σαμπίνες

(μετάφρ.: nathalie)



Δε λέγεται.
Απευθύνεται στα μάτια μας,
στα χέρια μας, τρέμει, αντιστέκεται.
Λες πως περιμένεις -περιμένεις- έκτοτε,
και ξέρεις πως το αντίο είναι άχρηστο και θλιβερό.

Πηγή


Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Γύρισε πίσω, παιδί- ψάρι της Κριστίνα Ά. ντε λα Φουέντε

(μετάφρ.: nathalie)




Μην αργείς. Και υπόσχομαι να σου διηγηθώ ιστορίες για τη θάλασσα. Για το πώς ο πατέρας μου με αποκαλούσε επίσης "ψαράκι" και μου τραγουδούσε ένα αρχαίο τραγούδι που ακουγόταν σε μια ταινία. Από το σχολείο των γλάρων. Για το κράκεν και μια πολύ βαθιά τάφρο που υπάρχει στον πλανήτη μου, τον τόσο μακρινό, τον τόσο κοντινό στον δικό σου. Για το πώς χορεύουν ο άνεμος και η παλίρροια στη γη σου. Για τα διαφορετικά μπλε της θάλασσας. Για το τυμπάνισμα των βράχων. Για το παιδί-ψάρι μου, τόσο ίδιο με σένα, που επίσης περιμένει την επιστροφή σου, που επίσης γνωρίζει χίλια ονόματα για χίλια ψάρια. Για τα τραγούδια που εφευρίσκονται, για το πώς απολαμβάνουμε να τα τραγουδάμε. Θα σου μιλήσω για τα βράγχια, για τα πτερύγια και για τις ουρές. Για τα κύματα, για τον αφρό και για τις δαντέλες τους. Για τις φάλαινες που τραγουδούν τραγούδια ερωτικά. Για τις τρεις καρδιές του χταποδιού και για το ευγενές αίμα του. Αν επιστρέψεις τώρα, υπόσχομαι να σε μάθω έναν τόπο όπου τα ψάρια πηδούν στα χέρια και το γέλιο σου ξεφεύγει σε πίδακες. Θα σου ράψω μια τσεπούλα γεμάτη με αστερίες. Θα σε καλύψουν με αλμυρά φιλιά.
Γύρισε πίσω, Γκαμπριέλ. Μην αργείς. Είμαστε με την καρδιά σκεβρωμένη.

Πηγή

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Η συντρόφισσα, του Χούλιο Κορτάσαρ

(μετάφρ.: nathalie)

Σαφώς και είσαι η συντρόφισσά μου
Γιατί είσαι περισσότερη, είσαι πάντα περισσότερη
Υπάρχει η από κοινού διαδρομή, ο ορίζοντας
σχεδιασμένος με μολύβι ελπίδας
υπάρχει η πίκρα της αποτυχίας
την ώρα που οι φούρνοι δεν ανάβουν
και πρέπει να φτιαρίσεις από την αρχή το κάρβουνο του αύριο

Σαφώς και είσαι η συντρόφισσά μου
γιατί είσαι αυτή που λέει όχι, έσφαλλες,
ή λέει ναι, εντάξει, προχωράμε
Και γιατί σε σένα αισθάνεται κανείς πως αυτή η λέξη είναι μία
ργή, ευτυχισμένη, χρήσιμη λέξη:
υπάρχει η τροφή στη λέξη συντρόφισσα,
και στη λέξη συντρόφισσα υπάρχει το συν,
το άρωμά σου στα μπράτσα μου,
η βάρκα σου αγκυροβολημένη πλάι στη δική μου.




Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Το κενό, του Χαβιέρ Λοσταλέ

(μετάφρ.: nathalie)

I
Στο κενό που χωρίζει δυο γυμνά κορμιά
υπάρχει ένας χλωμός ουρανός κουρασμένου αύριο,
μια υγρή κυκλοφορία σιωπών
λοιπόν χείλη στο ζενίθ ακόμη αποσυνδεδεμένα λαμποκοπούν.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο γυμνά κορμιά,
παρά μόνο ένας πρωτόγονος παλμός δίχως ιστορία,
μια ώθηση από απτό σύννεφο δίχως πρόσωπο.
Όλα βυθίζονται στο θαύμα που έχει αναβληθεί από την περάτωσή του
ενώ οι λέξεις σβήνουν ανάμεσα σε χτύπους υδραργύρου.
Στη μικρή φωτεινή ασφυξία τυγχάνει τότε ο κόσμος.
II
Στο κενό που χωρίζει δυο ματιές
τσιτσιρίζουν τα μουσκεμένα κλαδιά της επιθυμίας,
και ξημερώνει ένας βάλτος αναμμένων πτήσεων
που γρήγορα αχνοσβήνει σε μπλε καπνό
όπου τρέμει, παρθένα, η απάντηση.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο ματιές
παρά μόνο αέρας εν αγωνία της μυστικής αποστολής του.
Κανείς ποτέ δεν θα ξέρει ποιος πρώτος κατέκτησε τόσο εύθραστη επικράτεια.
Ποτέ κανείς δεν θα πει αυτό που ούτε η αθωότητα δεν ήξερε.
III
Στο κενό που διαχωρίζει δυο σιωπές
κάτι κλείνεται με ευθραυστότητα τριαντάφυλλου,
ενώ η θλίψη ρέει σαν άστρο σταθερού φωτός
που φιλάει τη μνήμη με τους τελευταίους ήχους.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο σιωπές
παρά μόνο στο διάφανο χώρο από ένα δάκρυ,
η θαμμένη αυγή της κενότητας.

Tormenta tansparente, Calambur, 2010
Πηγή

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Ρίχνουμε πυρκαγιές τα φιλιά, της Σιλβί Οριόν

(μετάφρ.: nathalie)
Έπειτα, το λεπτό έφτασε στο τέλος του.
Άρχισε άλλο λεπτό.
Ρ. Μπολάνιο

Ο πολύ ζωηρός κόσμος συνηθίζουμε να έχουμε δράκους εντός 
υπάρχουν όταν κοστίζει να συμφιλιώσουμε τον ύπνο
πονάει φωτιά στο λαιμό μια ερώτηση
έτοιμη να κλάψει
στα μάτια αυτού που δεν το περίμενε αυτό
Την πιο μικρή νύχτα του χρόνου είδα στο πρόσωπό σου ένα προαίσθημα
το ψυχωτικό γέλιο των θεών
το σπάσιμο του κορμιού
Υπάρχει μια κατάθλιψη που κοιμάται σε όλα όσα δεν κάνουμε
από φόβο πως θα την ξυπνήσουμε
μια αβάσιμη μανία
τούτη ακόμη- τρεμάμενη νοσταλγία
στο πώς έριξες στην πυρά ακριβώς το μόνο που χθες θα είχες σώσει από την πυρκαγιά
τους πίνακες του Γκόγια
να κάνεις λίγα, να κάνεις φως
να ζεις από στιγμές
Πρόσωπα που δεν ξέρουν αυτό που κάνουν
μια στο τόσο γυρνάμε
να σωριάσουμε τους τοίχους για να διαπιστώσουμε πως είναι αληθινά
άτομα για την ειρήνη
η αίσθηση της πτώσης
- σβήνω τον ουρανό κι εκεί ψηλά ένα πανί
πρέπει να υπάρχει,
θα φωτίσει το ακριβές
τους κοπτήρες
σε οποιονδήποτε επίσης δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει
που το δέχεται με φυσικότητα,
το αναλαμβάνει με συνενοχή
και συνηθίζει
στην τρέλα συνηθίζει..
Είσαι εσύ
εκεί που πάει αυτό-που-πια-δεν είσαι
- είναι πιο όμορφο να αυτοσχεδιάζεις και πιο πραγματικό, να φαντάζεσαι
Να μένουμε για ύπνο στο δικό μας
και να δίνουμε το κλειδί μόνο σε όποιον σε καταλαβαίνει_

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Κυρία που παίρνει σούπα, της Όλγα Ορόσκο


(μετάφρ.: nathalie)




Πίσω απ' το λευκό ατμό βρίσκεται η τάξη, η πρόσκληση ή η ικεσία,
καθεμιά να ανάβει τα σήματά της,
σπινθηρίζοντας μακριά με τα κοσμήματα του πειρασμού ή της αστραπής του κινδύνου.
Ήταν μεγάλο πλεονέκτημα  ν' ανταλλάξεις μια κουταλιά που κοχλάζει για ένα βασίλειο,
για ένα μπλε φτερό, για την ομορφιά, για μια ιστορία γεμάτη πυγολαμπίδες.
Αλλά το πεισματάρικο κορίτσι δεν θέλει να κυκλοφορήσει με τη φρικτή τροφή της:
απορρίπτει τα όσπρια σφίγγοντας τα δόντια.
Από το βάθος του πιάτου ανέρχεται σε σκοτεινές δίνες η καταδίκη:
θα μείνει χωρίς γιορτή, χωρίς αγάπη, χωρίς πανοφώρι,
και μόνη στο πιο μαύρο κάποιου χειμερινού δάσους όπου ουρλιάζουν οι λύκοι
και όπου δύναται να βρει την έξοδο.


Τώρα που δεν υπάρχει κανείς,
σκέφτομαι πως τα κουτάλια μάλλον έγιναν κουπιά για να φτάσουν πολύ μακριά.
Τους πήραν όλους, ίσως έναν προς έναν,
μέχρι τον τελευταίο χειμώνα, μέχρι την άλλη όχθη.
Ίσως να βρίσκονται μαζεμένοι να βλέπουν την μοναχική συνδαιτημόνα της λησμονιάς,
αυτή που καταπίνει αυτή τη φωτιά,
αυτή τη σούπα από άμμο, αυτή τη σούπα από τριβόλια, αυτή τη σούπα από μυρμήγκια,
για τίποτα περισσότερο πέρα από καθαρή συμμόρφωση,
ώστε κάθε κουταλιά να την προστατεύει με τις σφοδρότητες της μετάνοιας,
λες και ήταν χρόνος ακόμα,
λες και μπροστά απ' τον καπνό βρισκόταν η τάξη, η πρόσκληση, η ικεσία.



Πηγή

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Αξίζεις μια αγάπη, της Φρίντα Κάλο

(μετάφρ.: nathalie)





Αξίζεις μια αγάπη που να σε αγαπά ξεχτένιστη,
με τα πάντα και τις αιτίες που σε σηκώνουν βιαστικά,
με τα πάντα και τα δαιμόνια που δε σε αφήνουν να κοιμηθείς.
Αξίζεις μια αγάπη που να σε κάνει να νιώθεις σίγουρη,
που να μπορεί να καταναλώσει όλο τον κόσμο αν περπατάει χέρι με χέρι με σένα,
που να νιώθει πως οι αγκαλιές σου πάνε τέλεια με το δέρμα της.
Αξίζεις μια αγάπη που να θέλει να χορεύει μαζί σου,
που να επισκέπτεται τον παράδεισο κάθε φορά που κοιτάει τα μάτια σου,
και που δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει τις εκφράσεις σου.
Αξίζεις μια αγάπη που να σε ακούει όταν τραγουδάς,
που να σε στηρίζει στα ρεζιλίκια σου,
που να σέβεται ότι είσαι ελεύθερη,
που να σε συνοδεύει στο πέταγμά σου,
που να μην την τρομάζει η πτώση.
Αξίζεις μια αγάπη που να πάρει τα ψέματα,
που να σου φέρει τον ενθουσιασμό,
τον καφέ
και την ποίηση.

Πηγή


Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Όνειρο, του Αντόνιο Ματσάδο

(μετάφρ.: nathalie)



Κομματιασμένο το σύννεφο` το ουράνιο τόξο
λάμποντας ήδη στον ουρανό
κι ένας φανός βροχής
και ήλιου ο αναμεμειγμένος αγρός.
Ξύπνησα. Ποιός αναστατώνει
τα μαγικά κρύσταλλα του ονείρου μου;
Η καρδιά μου παλλόταν
άτονη και διάχυτη.
...Ο ανθισμένος λεμονεώνας
ο κυπαρισσώνας του περιβολιού,
το πράσινο λιβάδι, ο ήλιος, το νερό, η ίριδα!
το νερό στα μαλλιά σου!...
Κι όλα στη μνήμη χάνονταν
σαν μια σαπουνόφουσκα στον αέρα.


Πηγή

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Ο Γκοτζίλα στο Μεξικό, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(μετάφραση: nathalie)



Άκου προσεκτικά, γιε μου: οι βόμβες έπεφταν
πάνω στην Πόλη του Μεξικού
αλλά κανείς δεν το αντιλαμβανόταν.
Ο αέρας έφερε το δηλητήριο μέσα
από τους δρόμους και τ' ανοιχτά παράθυρα.
Εσύ μόλις είχες φάει κι έβλεπες στην τηλεόραση
κινούμενα σχέδια.
Εγώ διάβαζα στο διπλανό δωμάτιο
όταν κατάλαβα πως θα πεθαίναμε.
Παρά τη ζαλάδα και τις ναυτίες σύρθηκα
ως την τραπεζαρία και σε βρήκα στο πάτωμα.
Αγκαλιαστήκαμε. Με ρώτησες τι συνέβαινε
και δεν είπα πως ο θάνατος μας είχε
στο πρόγραμμά του
αλλά πως θ' αρχίζαμε ένα ταξίδι.
ακόμα ένα, μαζί, και να μη φοβάσαι.
Φεύγοντας, ο θάνατος ούτε καν
μας έκλεισε τα μάτια.
Τι είμαστε; με ρώτησες μια βδομάδα ή ένα χρόνο αργότερα
Μυρμήγκια, μέλισσες, λάθος αριθμοί
στη μεγάλη σάπια σούπα της τύχης;
Είμαστε ανθρώπινα πλάσματα, γιε μου, σχεδόν πουλιά,
λαϊκοί ήρωες και μυστικά.

Πηγή

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Η Αθηνά ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(μετάφραση από την ισπανική μετάφραση της Artillería Inmanente: nathalie)

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έλαβε πρόσφατα τον τίτλο «Δάσκαλος του καιρού μας. Βραβείο Nonino 2018», μαζί με το λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ. Σχετικά με αυτό παρέδωσε αυτό το αδημοσίευτο κείμενο που δημοσιεύτηκε στη «Domenica» του Sole 24 Ore στις 21 Ιανουαρίου 2018.

Στο μουσείο της Ακρόπολης των Αθηνών διατηρούνται τρία αγάλματα προερχόμενα από το αέτωμα του παλιού ναού της πολιάδας* Αθηνάς, που βρισκόταν στην Ακρόπολη, πλάι στον τόπο όπου τώρα βρίσκονται τα ερείπια του Ερεχθείου. Είναι εντυπωσιακή η εικόνα της θεάς Αθηνάς στο κέντρο, τελείως συντηρητικής στην εμφάνιση, αναπαριστώμενης όρθια στην πράξη της κατεδάφισης του γίγαντα Εγκέλαδου. Η θεά φοράει το μανδύα, την αποκαλούμενη αιγίδα, η άκρη του κρεμασταριού της οποίας είναι σχηματισμένη από δικτυωμένα φίδια, με τα οποία το αριστερό της χέρι τείνει προς τα μπροστά, απειλώντας τον πρηνή, στο πάτωμα τώρα, γίγαντα. Εντούτοις, αν ο παρατηρητής πλησιάσει λίγα βήματα, αντιλαμβάνεται πως μένουν στην αλήθεια μόνο θραύσματα από το αυθεντικό άγαλμα: το πρόσωπο, κάποτε παιδικό κι άγριο, ο αριστερός ώμος καλυμμένος από το μανδύα, το δεξί πόδι κι ένα κομμάτι του χιτώνα. Όλο το υπόλοιπο ανακατασκευάστηκε υπομονετικά από τους αρχαιολόγους μ' ένα ουδέτερο υλικό, χρώματος ανοιχτής ώχρας, που μόνο από μακριά μπορεί να μπερδευτεί με το μάρμαρο, αλλά καταγγέλει με διαφάνεια, στην αμέσως επόμενη ματιά, τη νεωτερικότητά του. Ακόμα πιο θραυσματικό είναι το σώμα του γίγαντα: από το πρωτότυπο μένουν εκεί μόνο ένα θραύσμα του λαιμού, ένα κομάτι από το γόνατο και από τη δεξιά φτέρνα και περιέργως, πολύ καλά διατηρημένο, το φύλο που κρέμεται προς τα κάτω.
Πού είναι η Αθηνά; Πού στο χρόνο να τοποθετήσουμε αυτόν τον κορμό που μοιάζει παρ' όλα αυτά τόσο ολοκληρωμένος και ζωντανός; Στη θεά, παρελθόν και παρόν είναι άρρηκτα και λειτουργικά ενωμένα, με τέτοιο τρόπο, που το μάτι, πηγαίνοντας αντίθετα στην αντίληψή του, διστάζει να τα χωρίσει. Είναι κυριολεκτικά φτιαγμένη από παρελθόν και παρόν, λες και τα δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια που διαχωρίζουν τα σμιλεμένα από τον Ενδοίο θραύσματα και τα ενσωματωμένα από τους αρχαιολόγους μέρη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τον παλμό που ζωντανεύει τη λυγερή σιλουέτα της. Το χαμογελαστό πρόσωπο, γερμένο σκληρά πάνω στο θύμα της, τα δάχτυλα που σφίγγουν τον ισχνό λαιμό του ερπετού, οι ελάχιστες πτυχώσεις του χιτώνα, το πόδι στηριγμένο σταθερά στο πάτωμα, αρκούν για να δώσουν ζωή στο σύνολο` και, εντούτοις, δίχως τη παρούσα ώρα, την όχι τόσο πρόσφορη στη διάθεση των θραυσμάτων του παρελθόντος, όσο πειθήνια στην υπακοή υπό τις διαταγές του, η σιλουέτα δεν θα κατέληγε τόσο ζωντανή. Είναι δυνατό, τότε, αυτό το άγαλμα να μας προσφέρει το παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, το παράδειγμα μιας δίκαιης κατάστασης του παρελθόντος. Γιατί είναι προφανές πως το παρελθόν δεν έχει άλλον τόπο από το παρόν, αλλά δεν ζει πέρα από την αποκάλυψή του στη στιγμή που του αφιερώνεται για να το υποδεχτεί.
Μια παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία δείχνει το εύρημα του 1894 ενός αγάλματος εφήβου σχεδόν άθικτου, μόλις απελευθερωμένου από τη γη που το κάλυπτε. Πλάι του, οι εργάτες και οι αρχαιολόγοι το κοιτούν ικανοποιημένοι και φανερά ενθουσιασμένοι. Έτσι, το παρελθόν αναφύεται στο παρόν, συζεί μαζί του, σ' αυτό έχει θέση. Και τη στιγμή που εμφανίζεται, η ψευδής συνέχεια της χρονολογίας σπάει και καταθέτει την υποτιθέμενη ανακλιτότητά της. Το απότομα απομακρυσμένο, γίνεται πολύ κοντινό, δυο μακρινές στιγμές στο χρόνο βρίσκονται ξάφνου σε επαφή, δίνουν καταφύγιο και ζωή η μία στην άλλη.
Τι συνέβη, τι έλαβε χώρα σ' αυτό το σημείο; Είναι γνωστή η θέση του Μπένγιαμιν κατά την οποία το παρόν —το «τώρα»— δεν δίνεται ποτέ αποκλειστικά σ' ένα σημείο απομονωμένο από τη χρονολογική συνέχεια, μα πάντα στον αστερισμό ανάμεσα σε μια στιγμή του παρελθόντος και στο παρόν. Αυτό σημαίνει πως το πρόβλημα της σχέσης με το παρελθόν δεν είναι ψυχολογικό και ατομικό, μα πολιτικό και συλλογικό. Κάθε απόφαση πάνω στο παρόν υπονοεί τη σχέση με μια ακριβή στιγμή του παρελθόντος, με την οποία το παρόν πρέπει να λογαριαστεί. Δίχως αυτόν τον κριτικό αστερισμό, το παρόν είναι μη προσβάσιμο και αδιαφανές, γιατί μειώνεται, όπως ο λόγος της εξουσίας δεν κουράζεται να προτείνει ένα σύνολο γεγονότων και αριθμών που πρέπει να γίνουν αποδεκτά χωρίς την πιθανότητα να ανακαλεστούν στην αμφισβήτησή τους. Γι' αυτό η αρχαιολογία, που ανάγει προς τα πίσω το παρελθόν, κυνηγώντας τη σκιά που το παρόν ρίχνει πάνω του, είναι ο μόνος δρόμος πρόσβασης στο παρόν.
Αν αυτό είναι βέβαιο, αν εκείνο που διακυβεύεται σε σχέση με το παρελθόν είναι το παρόν, γίνεται τότε αντιληπτό γιατί οι δυνάμεις που κυβερνούν στη Δύση δουλεύουν με τόση επιμέλεια για να κάνουν αδύνατη αυτή τη σχέση. Και το κάνουν κατεδαφίζοντας τα πανεπιστήμια -δηλαδή, τον τόπο στον οποίο το παρελθόν θα έπρεπε να μεταφέρεται ως κάτι ζωντανό- και, ταυτόχρονα, πολλαπλασιάζοντας τα μουσεία, νοούμενα ως εγκαταστάσεις στις οποίες το παρελθόν διατηρείται χωρισμένο απ' το παρόν. Το παρελθόν που είναι εδώ υπό αμφισβήτηση δεν είναι ούτε μια διαχρονική καταγωγή ούτε εκείνο που έχει συμβεί μια για πάντα, η σειρά από αμετάκλητα γεγονότα που προσπαθούν να συσσωρεύσουν και να φυλάξουν στα αρχεία: είναι, καλύτερα, κάτι που μπορεί ακόμη να συμβεί και που, γι' αυτό, πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση εκριζωμένο από την αναπαράσταση στην οποία το έχει φυλακίσει η κυρίαρχη ιδεολογία. Το παρελθόν -δηλαδή, το παρόν- δεν είναι προσβάσιμο ούτε καν πέρα από την ιστορία, σε μια διαχρονική καταγωγή, ούτε κατά μήκος της συνεχούς γραμμής της χρονολογίας, μα μόνο διαμέσου της διακοπής της. Η μνήμη είναι, γι' αυτό, μια καταστροφική πρακτική και η εργασία της -η αρχαιολογία ως πρόσβαση στο παρόν- είναι εκ φύσεως ουσιαστικώς πολιτική.
Αυτό είναι βέβαιο επίσης για το άτομο. Όταν αυτοί, νικώντας τους φόβους τους, επιστρέφουν στο παρελθόν -δηλαδή, στο παρόν που δεν έχει μπορέσει ή δεν έχει γνωρίσει να ζει- αυτό που τούτο φέρνει στο φως, σ' αυτόν τον κόσμο, δεν είναι κάτι ιδιωτικό και μη κοινωνήσιμο. Πρόκειται, καλύτερα, για μια εικόνα ή ένα φάντασμα που, όπως το γυμνό άγαλμα του εφήβου που ξεθάφτηκε από τους αρχαιολόγους, δεν τους ανήκει καθαυτό, αλλά το ίδιο καλεί και αποστρέφεται συγχρόνως άλλα σώματα έξω από το χρονολογικό χρόνο, σ' έναν μη- τόπο που είναι, εντούτοις, αναντίρρητα παρών. Σ' αυτό το σημείο, όπως η πολιάς Αθηνά του μουσείου της Ακρόπολης, το άτομο ανακαλύπτει πως είναι φτιαγμένος από κομμάτια του παρελθόντος και του μέλλοντος, διατηρημένα άρρηκτα μαζί από τη καταστροφική- δημιουργική δύναμη της μνήμης. Κάθε παρόν είναι, μ' αυτήν την έννοια, πάντα το θραύσμα ενός παρελθόντος κι ο κορμός είναι η πιο αυθεντική σιλουέτα της ιστορίας.

* οι λέξεις στα πλάγια είναι ελληνικές στο πρωτότυπο (Σ.τ.Μ.)

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Quand vous serais bien vieille, του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν

(μετάφρ.: nathalie)



“…σεβαστείτε τα φυτά
 και τα κορμιά όπου ξεκουράζεται η επιθυμία
του απέραντου φόβου κάθε λησμονιάς."
MΒM

Όταν θα είσαι πολύ γριά
κι εγώ θα έχω πεθάνει
θ' ανακαλύψεις ένα βράδυ τις ιδιαίτερες
ώρες
το άρωμα των ήλιων που δύουν
το βαθύ σκοτάδι του αέρα
που έχει νυχτώσει στους δρόμους χωρίς επιστροφή

θα περιπλανηθείς αιώνια σε αναζήτηση του καθρέφτη
που ανταποδίδει ευτυχισμένες στιγμές
-του γαλάζιου η θάλασσα
στη σάρκα μας ήλιος κι επιθυμία-

μπρος στο θάνατο του χρόνου στο κρύσταλλο
θα ακούσεις τις μουσικές που μας νάρκωσαν
τους καθημερινούς ήχους που μας αναβίωναν
διολισθήσεις
νερών σαπουνιού προς χάσματα
φρικτά

κουτιά μουσικής εγκεφαλικές καρτ- ποστάλ
και στο σταθερό καθρέφτη το σημείο της ζωής μας
με λευκές οδοντοστοιχίες και μαυρισμένα δέρματα
νέοι αρχαίοι ευτυχισμένοι ανίκητοι

άλλο μην αφήσεις να σκοτεινιάσουν τα μάτια σου
και ο καθρέφτης να σβήσει την πραγματικότητά του και την επιθυμία σου
γιατί θα σ' έβλεπες γριά κι έρημη
με τα μάτια κοιμισμένα από την αγωνία
ο άνεμος
που παίρνει τα φύλλα ενός τρομακτικού φθινοπώρου
όταν θα είσαι πολύ γριά
κι εγώ θα έχω πεθάνει
σπάσε καθρέφτες πορτρέτα αναμνήσεις
βάλε κιλότα χορεύτριας ακάνθινο στεφάνι
βγες γυμνή στο μπαλκόνι και κατούρησε τον κόσμο
πριν σε τουφεκίσουν τα κλειστά παράθυρα.

A la sombra de las muchachas sin flor, 1973

Πηγή