Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Από τα Ημερολόγια της Αλεχάντρα Πισαρνίκ

(Μετάφρ.: Nathalie)


Παρίσι, 1960

1 Νοεμβρίου
Λείπει η ζωή μου, λείπω στη ζωή μου, έφυγα με τούτο το πρόσωπο που δεν βρίσκω, που δεν θυμάμαι. 

18 Δεκεμβρίου
Κρίσιμη νύχτα. Νύχτα μέσα στη νύχτα. Η νύχτα μου. Η αξία μου. Εγώ η ίδια. Η ασφυκτιώσα αγαπά την έλλειψη αέρα. Αναμνήσεις μιας ναυαγού. Όνειρα μιας ναυαγού. Τι μπορεί να ονειρευτεί μια ναυαγός αν όχι πως χαϊδεύει την άμμο της ακτής. 

21 Δεκεμβρίου
Χθες το βράδυ ήπια νερό μέχρι τις τρεις το πρωί. Ήμουν λίγο μεθυσμένη κι έκλαιγα. Μου ζητούσα νερό σαν να ήμουν η μητέρα μου. Μου έδινα να πιω με αηδία. 

23 Δεκεμβρίου
Το δάσος ήταν σκοτεινό. Γι' αυτό τα κρεμάμενα απ' τα κλαδιά φύλλα απειλούσαν με ένα χρώμα μαύρο, όχι πράσινο. "Όλα είναι ψέματα", σκέφτηκα, "μέχρι κι αυτό που μου έλεγαν για χρώμα των φύλλων." Φοβόμουν τόσο που δεν ήξερα αν προχωρούσα ή αν οπισθοχωρούσα.  

24 Δεκεμβρίου
Ξύπνησα βλέποντάς με σαν ένα σώμα χωρίς δέρμα, μια άφιξη. 

31 Δεκεμβρίου
Όταν εισήλθα στο δωμάτιο φοβήθηκα γιατί το φως ήταν ήδη αναμμένο και το χέρι μου συνέχιζε να επιμένει μέχρι που είπα: Είναι ήδη αναμμένο. Έβγαλα το παντελόνι μου κι ανέβηκα στην καρέκλα για να κοιτάξω πώς είμαι με το πουλόβερ και το σλιπ` είδα το νεανικό κορμί μου` έπειτα κατέβηκα και πλησίασα εκ νέου τον καθρέφτη: Φοβάμαι, είπα. Επιθεώρησα τα χαρακτηριστικά μου και βαρέθηκα. Πεινούσα και είχα όρεξη να σπάσω κάτι. Κατευθύνθηκα στο τραπέζι και θέλησα να γράψω ένα ποίημα αλλά φοβήθηκα να μεγεθύνω την αταξία των βιβλίων και των χαρτιών. Δάγκωσα τα χείλη μου και δεν ήξερα τι να κάνω με τα χέρια. Με τρόμαζε να με γνωρίζω περπατώντας γύρω απ' το ακατάστατο δωματιάκι, με το στόμα να κατασπαράσσεται και τη μνήμη πετρωμένη. 

Diarios, 2003

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Είμαι ο ίδιος ξόρκι του εαυτού μου, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)




Γυροφέρνουν τα φαντάσματα της Πλάσα Ρεάλ τις σκάλες του σπιτιού μου. Καλυμμένος ως τα φρύδια, ακίνητος στο κρεβάτι, ιδρωμένος, ενώ επαναλαμβάνω στο μυαλό μου λέξεις που δε λένε τίποτα, τα αισθάνομαι να περιστρέφονται, να ανάβουν και να σβήνουν τα φώτα, να ανεβαίνουν με μια αβάσταχτη νωθρότητα ως τη στέγη. Εγώ είμαι το φεγγάρι, προτείνει κάποιος. Αλλά προηγουμένως υπήρξα ο αρχηγός της συμμορίας και είχα τον Άραβα στο στόχαστρό μου και τράβηξα τη σκανδάλη τη λιγότερο ευνοϊκή στιγμή. Στενοί δρόμοι στο εσωτερικό του 5ου Διαμερίσματος, χωρίς πιθανότητες να διαφύγω ή να αλλάξω τη μοίρα που υπερίπτατο πάνω απ'τα λαδωμένα μαλλιά μου σαν μια μαγική τζελάμπα. Λέξεις που απομακρύνονται η μία από την άλλη. Παιχνίδια της πόλης επινοημένα από αμνημονεύτων χρόνων... "Φρανκφούρτη"... "Μια ξανθιά κοπέλα στο πιο μεγάλο παράθυρο του οικοτροφείου"... "Πλέον δεν μπορώ να κάνω τίποτα"... Είμαι ο ίδιος ξόρκι του εαυτού μου. Τα χέρια μου ψηλαφίζουν μια τοιχογραφία στην οποία κάποιος, είκοσι εκατοστά ψηλότερος από εμένα, παραμένει στη σκιά, με τα χέρια στις τσέπες της ζακέτας του, προετοιμάζεται για το θάνατο και τη διαφάνεια που θα ακολουθήσει. Η γλώσσα των άλλων είναι ακατανόητη για μένα. "Κουρασμένος μετά από πολλές μέρες χωρίς ύπνο"... "Μια ξανθιά κοπέλα κατέβηκε τις σκάλες"... "Με λένε Ρομπέρτο Μπολάνιο"... "Άνοιξα τα χέρια μου"...

Amberes, 2002


Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Αποχαιρετισμός, του Μανουέλ Ρίβας

 (μετάφρ.: Nathalie)


Μπορώ να είμαι περήφανος
Το σπίτι πέφτει
μα τα παιδιά μου δραπέτευσαν στο δάσος
με το κεφάλι γεμάτο πουλιά.


Un millón de vacas, Barcelona, Ediciones B, 1990


Πηγή

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Ομιλία του Καράκας, του Ρομπέρτο Μπολάνιο


(Μετάφρ.: Nathalie)



Πάντα είχα πρόβλημα με τη Βενεζουέλα. Ένα πρόβλημα παιδικό, καρπός της άστατης εκπαίδευσής μου, ελάχιστο πρόβλημα, αλλά πρόβλημα παρ'όλα αυτά. Ο πυρήνας αυτού του προβλήματος είναι λεκτικής και γεωγραφικής φύσης. Επίσης είναι πιθανό να οφείλεται σε ένα είδος μη διεγνωσμένης δυσλεξίας. Δε θέλω να πω με αυτό πως η μητέρα μου δεν με πήγαινε ποτέ στο γιατρό, αντιθέτως, ως τα δέκα υπήρξα επιμελής επισκέπτης ιατρείων ως και νοσοκομείων, αλλά από εκεί και πέρα η μητέρα μου πίστεψε πως πια ήμουν επαρκώς δυνατός για να τα αντέξω όλα. Αλλά ας επιστρέψουμε στο πρόβλημα. Όταν ήμουν μικρός έπαιζα ποδόσφαιρο. Το νούμερό μου ήταν το 11, το νούμερο του Πέπε και του Ζαγκάλο στο Μουντιάλ της Σουηδίας και υπήρξα ενθουσιώδης παίκτης, αλλά αρκετά κακός, παρόλο που το καλό μου πόδι ήταν το αριστερό και υποτίθεται πως οι λεφτ δεν είναι παράταιροι σε έναν αγώνα. Στην περίπτωσή μου δεν ήταν βέβαιο, ήμουν παράταιρος σχεδόν πάντα, παρόλο που μια στις τόσες, μια φορά στους έξι μήνες για παράδειγμα, έκανα έναν καλό αγώνα και ανακτούσα τουλάχιστον ένα μέρος από το τεράστιο χαμένο κύρος. Τα βράδια, όπως είναι φυσικό, πριν αποκοιμηθώ, σκεφτόμουν και γυρόφερνα την αξιοθρήνητη κατάστασή μου ως ποδοσφαιριστή. Και τότε ήταν που είχα την πρώτη συνειδητή υπόνοια της δυσλεξίας μου. Εγώ κλωτσούσα με το αριστερό αλλά έγραφα με το δεξί. Αυτό ήταν γεγονός. Θα μου άρεσε να έγραφα με το αριστερό, αλλά το έκανα με το δεξί. Και εκεί ήταν το πρόβλημα. Για παράδειγμα, όταν ο προπονητής έλεγε: πέρασέ τη στον δεξιά σου, Μπολάνιο, εγώ δεν ήξερα σε ποια πλευρά έπρεπε να περάσω τη μπάλα. Και ακόμη κάποιες φορές, παίζοντας με την αριστερή πλευρά, μπρος στη βραχνιασμένη φωνή του προπονητή μου σταματούσα και έπρεπε να σκεφτώ: αριστερά-δεξιά. Δεξιά ήταν το γήπεδο του ποδοσφαίρου, αριστερά ήταν να την πετάξω έξω, προς τους λίγους θεατές, παιδιά όπως εγώ, ή προς τους άθλιους αλογολάτες που περιέβαλλαν τα γήπεδα ποδοσφαίρου του Κιλπέ ή του Καουκένες ή της επαρχίας του Μπίο- Μπίο. Με τον καιρό, σίγουρα, έμαθα να έχω μια αναφορά κάθε φορά που με ρωτούσαν ή με ενημέρωναν για μια οδό που βρισκόταν στα δεξιά ή στα αριστερά, και τούτη η αναφορά δεν ήταν το χέρι με το οποίο γράφω, αλλά το πόδι με το οποίο χτυπώ την μπάλα. Και με τη Βενεζουέλα είχα, λίγο πολύ στις ίδιες ημερομηνίες, σα να λέμε μέχρι χθες, ένα παρόμοιο πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν η πρωτεύουσά της. Για μένα το πιο λογικό ήταν η πρωτεύουσα της Βενεζουέλας να είναι η Μπογοτά. Και η πρωτεύουσα της Κολομβίας το Καράκας. Γιατί; Λοιπόν λόγω μιας λεκτικής λογικής ή μιας λογικής των γραμμάτων. Το ”βήτα” ή ”μπι”* του ονόματος Βενεζουέλα είναι παρόμοιο, για να μην πω της ίδιας οικογένειας, με το “μπι” της Μπογοτά. Και το “σε”** της Κολομβίας είναι πρώτο ξαδέρφι του “σε” του Καράκας. Αυτό φαίνεται επουσιώδες, και πιθανώς να είναι, αλλά για μένα κατέληξε σε πρόβλημα πρώτου μεγέθους, φτάνοντας κάποτε στο Μεξικό κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου για ποιητές της πόλης της Κολομβίας, να μιλήσω για το δυναμισμό των ποιητών του Καράκας και ο κόσμος, κόσμος τόσο αξιαγάπητος και μορφωμένος όπως εσείς, έμεινε σιωπηλός περιμένοντας πως έπειτα από την παρέκκλιση για τους Καρακένιους ποιητές θα περνούσα στο να μιλήσω για του Μπογοτάνους ποιητές, αλλά αυτό που έκανα ήταν να συνεχίσω να μιλάω για τους Καρακένιους ποιητές, για την αισθητική τους της καταστροφής, και τους συνέκρινα ακόμη με τους Ιταλούς φουτουριστές, γεφυρώνοντας το χάσμα, προφανώς, και με τους πρώτους λετριστές, την ομάδα του Ιζιντόρ Ιζού και του Μωρίς Λεμέτρ, την ομάδα από την οποία θα έβγαινε ο σπόρος του σιτουασιονισμού του Γκυ Ντεμπόρ και σε τούτο το σημείο ο κόσμος άρχισε να προβαίνει σε υποθέσεις, εγώ πιστεύω πως σκεφτόντουσαν πως οι Μπογοτάνοι είχαν μεταφερθεί μαζικά στο Καράκας, ή πως οι Καρακιανοί είχαν παίξει έναν καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την ομάδα των νέων Μπογοτάνων ποιητών, κι όταν έδωσα τέλος στο συνέδριο, με ένα απότομο φινάλε, ακριβώς όπως μου άρεσε τότε να τελειώνω οποιοδήποτε συνέδριο, ο κόσμος σηκώθηκε, χειροκρότησε ντροπαλά κι έφυγε τρέχοντας να συμβουλευτεί την αφίσα της εισόδου και όταν εγώ έφυγα, συνοδευόμενος από τον Μεξικανό ποιητή Μάριο Σαντιάγο, που πάντα ερχόταν μαζί μου και που σίγουρα είχε αντιληφθεί το σφάλμα μου παρόλο που δεν μου το είπε διότι για τον Μάριο τα σφάλματα και τα τυπογραφικά λάθη και οι παρεξηγήσεις ήταν όπως τα σύννεφα του Μπωντλαίρ που περνούν από τον ουρανό, σα να λέμε πως πρέπει να κοιτάζεις αλλά όχι να διορθώνεις, βγαίνοντας, έλεγα συναντηθήκαμε με ένα γέρο Βενεζολάνο ποιητή, και όταν λέω γέρος θυμάμαι εκείνη τη στιγμή και ο Βενεζολάνος ποιητής πιθανώς ήταν πιο νέος από όσο είμαι εγώ τώρα, που μας είπε με δάκρυα στα μάτια πως έπρεπε να είχα κάνει λάθος, πως αυτός ποτέ δεν είχε ακούσει ούτε μία λέξη σχετικά με τούτους τους μυστηριώδεις ποιητές του Καράκας.
Σε αυτό το σημείο της ομιλίας διαισθάνομαι πως ο δον Ρόμουλο Γκαγιέγος πρέπει να στριφογυρίζει στον τάφο του. Αλλά σε ποιον έχουν δώσει το βραβείο μου, θα σκέφτεται. Συγχωρέστε με, δον Ρόμουλο. Αλλά είναι που ακόμη και η δόνια Μπάρμπαρα, με μπι, ονειρεύεται τη Βενεζουέλα και τη Μπογοτά και επίσης ο Μπολίβαρ ονειρεύεται τη Βενεζουέλα και τη δόνια Μπάρμπαρα` Μπολίβαρ και Μπάρμπαρα, τι ωραίο ζευγάρι θα είχαν κάνει, παρόλο που τα άλλα δύο μεγάλα μυθιστορήματα του δον Ρόμουλο, Cantaclaro και Canaima, θα μπορούσαν άνετα να είναι κολομβιανά, αυτό που με κάνει να σκέφτομαι πως ίσως και να είναι, και πίσω από τη δυσλεξία μου ίσως να κρύβεται μια μέθοδος, μια σημειωτική μέθοδος μπάσταρδη ή γραφολογική ή μετασυντακτική ή φωνηματική ή απλά μια μέθοδος ποιητική και πως η αλήθεια της αλήθειας είναι πως το Καράκας είναι η πρωτεύουσα της Κολομβίας ακριβώς όπως και η Μπογοτά είναι η πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, με τον ίδιο τρόπο που ο Μπολίβαρ, που είναι Βενεζολάνος, πεθαίνει στην Κολομβία, που επίσης είναι Βενεζουέλα και Μεξικό και Χιλή. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε που θέλω να φτάσω. Το Pobre negro, για παράδειγμα, του δον Ρόμουλο, είναι ένα μυθιστόρημα κατεξοχήν περουβιανό, το Πράσινο σπίτι, του Βάργας Γιόσα, είναι ένα μυθιστόρημα κολομβιανό- βενεζολάνικο. Το Terra nostra, του Φουέντες, είναι ένα μυθιστόρημα αργεντίνικο και προειδοποιώ πως θα είναι καλύτερα να μη με ρωτήσετε σε τι βασίζω αυτή τη δήλωση γιατί η απάντηση θα ήταν προφανής και βαρετή.
H παταφυσική ακαδημία διδάσκει, επιπλέον με μυστήριο τρόπο, την επιστήμη των φανταστικών λύσεων που είναι, όπως γνωρίζετε, εκείνη που ερευνά τους νόμους που ρυθμίζουν τις εξαιρέσεις. Κι αυτό το ξεπέταγμα γραμμάτων, με κάποιο τρόπο, είναι μια φανταστική λύση που απαιτεί μια φανταστική λύση. Αλλά ας επιστρέψουμε στο δον Ρόμουλο πριν ασχοληθούμε με τον Ζαρρύ και ας σημειώσουμε, επί τη ευκαιρία, κάποια παράξενα σημάδια. Μόλις κέρδισα το εντέκατο βραβείο Ρόμουλο Γκαγιέγος. Το 11. Εγώ έπαιζα με το 11 στη φανέλα. Αυτό, σε εσάς, σας μοιάζει μια σύμπτωση, αλλά εμένα με αφήνει να τρέμω. Ο 11 που δεν ήξερε να ξεχωρίσει το δεξιά από το αριστερά και γι' αυτό μπέρδευε το Καράκας με τη Μπογοτά, μόλις κέρδισε (και εκμεταλλεύομαι αυτήν την παρένθεση για να ευχαριστήσω άλλη μια φορά την επιτροπή για τη διάκριση αυτή, ιδίως την Άνχελες Μαστρέτα) το εντέκατο βραβείο Ρόμουλο Γκαγιέγος. Τι θα σκεφτόταν ο δον Ρόμουλο επ' αυτού; Τις προάλλες, μιλώντας στο τηλέφωνο, ο Πέρε Τζιμφερέρ, που είναι ένας μεγάλος ποιητής και που επιπλέον τα ξέρει όλα και τα έχει διαβάσει όλα, μου είπε πως υπάρχουν δυο αναμνηστικές πλάκες στη Βαρκελώνη, στα μεμονωμένα σπίτια όπου έζησε ο δον Ρόμουλο. Σύμφωνα με τον Τζιμφερέρ, παρόλο που για το συγκεκριμένο δεν έβαζε τα χέρια στη φωτιά, σε ένα από αυτά τα σπίτια ξεκίνησε ο μεγάλος Βενεζολάνος συγγραφέας να γράφει το Canaima. Η αλήθεια είναι πως το 99.9% των πραγμάτων που λέει ο Τζιμφερέρ τα πιστεύω με τα μάτια κλειστά και άρα, ενώ ο Τζιμφερέρ μιλούσε (ένα από τα σπίτια όπου υπήρχε η μια πλάκα δεν ήταν οικία αλλά τράπεζα, το οποίο έθεσε μια σειρά αμφιβολιών, για παράδειγμα αν ο δον Ρόμουλο στην παραμονή του στη Βαρκελώνη και λέω παραμονή και όχι εξορία διότι ένας Λατινοαμερικάνος ποτέ δεν είναι εξόριστος στην Ισπανία, είχε δουλέψει σε τράπεζα ή αν η τράπεζα ήρθε μετά να εγκατασταθεί εκεί όπου έζησε ο μυθιστοριογράφος), όπως έλεγα, ενώ ο Καταλανός ποιητής μιλούσε, εγώ άρχισα να σκέφτομαι τις μακρινές μου αλλά όχι γι’αυτό λιγότερο κουραστικές, πάνω απ’όλα στη μνήμη, βόλτες απ’ το Ενσάντσε, και με είδα ξανά εκεί, να τριγυρνάω το 1977, το 1978, ίσως το 1982, και ξαφνικά πίστεψα ότι είδα μια οδό το σούρουπο, κοντά στο Μουντανέρ και είδα ένα νούμερο, είδα το νούμερο 11 και μετά περπάτησα λίγο ακόμα, κάποια βήματα ακόμη, κι εκεί βρισκόταν η πλάκα. Αυτό είναι που είδα με το μυαλό μου. Αλλά επίσης είναι πιθανό πως τα χρόνια που έζησα στη Βαρκελώνη να περνούσα από τούτο το δρόμο, και να έβλεπα την πλάκα, μια πλάκα που πιθανώς φέρει Εδώ έζησε ο Ρόμουλο Γκαγιέγος, μυθιστοριογράφος και πολιτικός, γεννημένος στο Καράκας το 1884 και απεβιώσας στο Καράκας το 1969 κι έπειτα, με πιο μικρά γράμματα, άλλα πράγματα, τα βιβλία, τα οικόσημα, και λοιπά, και είναι πιθανό εγώ να σκεφτόμουν, χωρίς να με σταματώ: κι άλλος διάσημος Κολομβιανός συγγραφέας, κι αυτό είναι πιθανό να το σκεφτόμουν μόνο χωρίς να σταματώ, επιμένω, λοιπόν η αλήθεια είναι πως τότε είχα ήδη διαβάσει το δον Ρόμουλο σαν υποχρεωτικό ανάγνωσμα δεν ξέρω σε ένα λύκειο χιλιανό ή σε ένα αντίστοιχο μεξικάνικο και μου άρεσε η Doña Bárbara [Δόνια Μπάρμπαρα], παρόλο που σύμφωνα με τον Τζιμφερέρ το Canaima είναι καλύτερο, και σίγουρα ήξερα πως ο δον Ρόμουλο ήταν Βενεζολάνος και όχι Κολομβιανός. Αυτό πραγματικά σημαίνει λίγα, το να είσαι Κολομβιανός ή Βενεζολάνος, και σε αυτό το σημείο επιστρέφουμε ωσάν εξωστρακισμένοι από μια γραμμή στο μπι του Μπολίβαρ, που δεν ήταν δυσλεκτικός και τον οποίο δεν θα τον είχε ξενίσει μια ενωμένη Λατινική Αμερική, μια προτίμηση που μοιράζομαι με τον Απελευθερωτή***, λοιπόν εμένα το ίδιο μου κάνει είτε πουν πως είμαι Χιλιανός, παρόλο που κάποιοι Χιλιανοί συνάδελφοι προτιμούν να με βλέπουν σαν Μεξικανό, ή να πουν πως είμαι Μεξικανός, παρόλο που κάποιοι Μεξικανοί συνάδελφοι προτιμούν να με θεωρούν Ισπανό, ή ήδη αναμφίβολα, εξαφανισμένο σε μάχη, και ακόμη το ίδιο μου κάνει το να με θεωρούν Ισπανό, παρόλο που κάποιοι Ισπανοί συνάδελφοι θα’ βαζαν μια φωνή ως τον ουρανό και από εδώ και πέρα θα λένε πως είμαι Βενεζολάνος, γεννημένος στο Καράκας ή τη Μπογοτά, πράγμα που επίσης δεν με ξενίζει, μάλλον το εντελώς αντίθετο. Το βέβαιο είναι πως είμαι Χιλιανός και επιπλέον είμαι πολλά άλλα πράγματα. Και φτάνοντας σε αυτό το σημείο πρέπει να εγκαταλείψω το Ζαρρύ και τον Μπολίβαρ και να προσπαθήσω να θυμηθώ εκείνον τον συγγραφέα που είπε πως η πατρίδα ενός συγγραφέα είναι η γλώσσα του. Δε θυμάμαι το όνομά του. Ίσως να ήταν ένας συγγραφέας που έγραφε στα ισπανικά. Ίσως να ήταν ένας συγγραφέας που έγραφε στα αγγλικά ή τα γαλλικά. Η πατρίδα ενός συγγραφέα, επίπε, είναι η γλώσσα του. Ακούγεται μάλλον δημαγωγικό, αλλά συμφωνώ πλήρως μαζί του, και ξέρω πως ενίοτε δεν μας απομένει άλλη θεραπεία από το να χορεύουμε ένα μπολερό στο φως κάποιων φαναριών ή κάποιου κόκκινου φεγγαριού. Παρόλο που επίσης είναι αλήθεια πως η πατρίδα ενός συγγραφέα δεν είναι η γλώσσα του ή δεν είναι μόνο η γλώσσα του αλλά οι άνθρωποι που αγαπά. Και ενίοτε η πατρίδα ενός συγγραφέα δεν είναι οι άνθρωποι που αγαπά αλλά η μνήμη του. Και άλλες φορές η μόνη πατρίδα ενός συγγραφέα είναι η πίστη του και η αξία του. Στην πραγματικότητα πολλές μπορούν να είναι οι πατρίδες ενός συγγραφέα, ενίοτε η ταυτότητα αυτής της πατρίδας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εκείνο που τούτη τη στιγμή γράφει. Πολλές μπορούν να είναι οι πατρίδες, μου συμβαίνει τώρα, αλλά μόνο ένα το διαβατήριο και τούτο το διαβατήριο προφανώς είναι αυτό της ποιότητας της γραφής. Που δε σημαίνει το να γράφεις καλά, γιατί αυτό μπορεί να το κάνει ο οποιοσδήποτε, αλλά να γράφεις θαυμάσια καλά, κι ούτε καν αυτό, λοιπόν να γράφεις θαυμάσια καλά επίσης μπορεί να το κάνει ο καθένας. Άρα τι είναι μία γραφή ποιότητας; Λοιπόν αυτό που πάντα ήταν: να ξέρεις να βάζεις το κεφάλι στο σκοτάδι, να ξέρεις να πηδάς στο κενό, να ξέρεις πως βασικά η λογοτεχνία είναι βασικά ένα επικίνδυνο επάγγελμα. Να τρέχεις στο χείλος του γκρεμού: από τη μία πλευρά η άβυσσος χωρίς βάθος κι από την άλλη πλευρά τα πρόσωπα που κανείς αγαπά, και τα βιβλία, και οι φίλοι, και το φαγητό. Και να δέχεσαι αυτό το γεγονός παρόλο που κάποιες φορές μας βαραίνει περισσότερο από την πλάκα που καλύπτει τα απομεινάρια όλων των νεκρών συγγραφέων. Η λογοτεχνία, όπως θα έλεγε ένα ανδαλουσιανό φολκλόρ, είναι ένας κίνδυνος.

Και τώρα που έχω επιστρέψει, επιτέλους, στο νούμερο 11, που είναι το νούμερο αυτών που τρέχουν από την πλευρά της, κι έχω αναφέρει τον κίνδυνο, θυμάμαι εκείνη τη σελίδα από τον Κιχώτη όπου συζητά σχετικά με τα προτερήματα και της πολιτοφυλακής και της ποίησης, και υποθέτω πως κατά βάθος αυτό που συζητιέται έχει να κάνει με το βαθμό του κινδύνου, που επίσης έχει να κάνει με το να μιλάς για την αρετή που εμπεριέχει η φύση αμφότερων των τεχνών. Κι ο Θερβάντες, που υπήρξε στρατιώτης, βάζει την πολιτοφυλακή να κερδίζει, βάζει να κερδίζει ο στρατιώτης μπρος στο αξιότιμο επάγγελμα του ποιητή, κι αν διαβάσουμε καλά αυτές τις σελίδες (κάτι που τώρα, ενώ γράφω αυτό το λόγο, δεν το κάνω, παρόλο που από το τραπέζι όπου γράφω βλέπω τις εκδόσεις μου του Κιχώτη) αντιλαμβανόμαστε σε αυτές ένα δυνατό άρωμα μελαγχολίας, γιατί ο Θερβάντες βάζει να κερδίσει την ίδια του τη νεαρή ηλικία, το φάντασμα της χαμένης νιότης του, μπροστά στη δική του πραγματικότητα της άσκησης της πρόζας ή της ποίησης, ως τότε τόσο αντιφατικό. Κι αυτό μου'ρχεται στο κεφάλι γιατί σε μεγάλο βαθμό όλα όσα έχω γράψει είναι ένα γράμμα αγάπης ή αποχαιρετισμού στη δικιά μου γενιά, αυτούς που γεννηθήκαμε τη δεκαετία του πενήντα και αυτούς που επιλέξαμε κάποια δεδομένη στιγμή την πολιτοφυλακή, σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν πιο σωστό να πούμε τη στράτευση, και παραδόσαμε το λίγο που είχαμε, το πολύ που είχαμε, που ήταν η νιότη μας, σε ένα σκοπό που πιστέψαμε ως την πιο γενναιόδωρη των αιτιών του κόσμου και που ως ένα ορισμένο βαθμό ήταν, αλλά που στην πραγματικότητα δεν ήταν. Είναι αυτονόητο ότι παλέψαμε με νύχια και με δόντια, αλλά είχαμε διεφθαρμένα αφεντικά, δειλούς ηγέτες, ένα μηχανισμό προπαγάνδας που ήταν χειρότερος από ένα λεπροκομείο, αγωνιστήκαμε για κόμματα που αν είχαν κερδίσει θα μας είχαν στείλει απευθείας σε κάποιο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, αγωνιστήκαμε και βάλαμε όλη μας τη γενναιοδωρία σε ένα ιδανικό που εδώ και πενήντα χρόνια ήταν νεκρό, και κάποιοι το γνωρίζαμε, και πώς να μην το γνωρίζαμε αν είχαμε διαβάσει Τρότσκι ή ήμασταν τροτσκιστές, αλλά και πάλι το κάναμε, γιατί ήμασταν ηλίθιοι και γενναιόδωροι, όπως είναι οι νέοι, που όλα τα δίνουν και δε ζητούν τίποτα σε αντάλλαγμα, και τώρα από εκείνους τους νέους δεν έχει μείνει πια τίποτα, όσοι δεν πέθαναν στη Βολιβία πέθαναν στην Αργεντινή ή στο Περού, κι αυτοί που επέζησαν πήγαν να πεθάνουν στη Χιλή ή στο Μεξικό, και αυτούς που δεν τους σκότωσαν εκεί τους σκότωσαν μετά στη Νικαράγουα, τη Κολομβία ή το Ελ Σαλβαδόρ. Όλη η Λατινική Αμερική είναι σπαρμένη με τα κόκκαλα αυτών των λησμονημένων νέων. Και είναι αυτό το ελατήριο που κινεί το Θερβάντες να επιλέξει το στρατό σε απιστία προς την ποίηση. Οι σύντροφοί του ήταν επίσης νεκροί. Ή γέροι και εγκατελειμμένοι, στη μιζέρια και την αδιαφορία. Επιλέγω ήταν επιλέγω τη νιότη κι επιλέγω τους ηττημένους κι επιλέγω αυτούς που πια τίποτα δεν είχαν. Κι αυτό κάνει ο Θερβάντες, επιλέγει τη νιότη. Και μέχρι και σε αυτή τη μελαγχολική αδυναμία, σε αυτό το άνοιγμα της ψυχής, ο Θερβάντες είναι ο πιο διαυγής, λοιπόν αυτός ξέρει πως οι συγγραφείς δεν χρειάζονται κανέναν να τους εκθειάσει το επάγγελμα. Μας το εκθειάζουμε εμείς οι ίδιοι. Συχνά ο δικός μας τρόπος να το εκθειάσουμε είναι να καταριόμαστε την κακιά ώρα την οποία αποφασίσαμε να γίνουμε συγγραφείς, αλλά κατά γενικό κανόνα μάλλον χειροκροτούμε και χορεύουμε όταν είμαστε μόνοι, λοιπόν αυτό είναι ένα επάγγελμα μοναχικό, κι απαγγέλουμε για εμάς τους ίδιους τις σελίδες μας και τούτος είναι ο τρόπος να εκθειαστούμε και δε χρειαζόμαστε κανέναν να μας πει τι πρέπει να κάνουμε και πολύ λιγότερο που μετά από μια δημοσκόπηση, το δικό μας επάγγελμα έχει επιλεγεί το επάγγελμα το πιο αξιότιμο από όλα τα επαγγέλματα. Ο Θερβάντες, που δεν ήταν δυσλεκτικός αλλά που η άσκηση της πολιτοφυλακής τον άφησε μονόχειρα, γνώριζε άψογα αυτό που ειπωνόταν. Η λογοτεχνία είναι ένα επάγγελμα επικίνδυνο. Αυτό που μας πάει απευθείας στον Αλφρέ Ζαρρύ, που είχε ένα πιστόλι και του άρεσε να πυροβολεί, και στο νούμερο 11, τον αριστερό εξτρέμ που κοιτά πλάγια, ενώ περνά σαν μια μπάλα, η πλάκα και το σπίτι όπου έζησε ο δον Ρόμουλο, που σε αυτό σε αυτό το στάδιο της ομιλίας ελπίζω να μην είναι τόσο έξαλλος μαζί μου, ούτε να εμφανιστεί στα όνειρα του Ντομίνγκο Μιλιάνι για να τον ρωτήσει γιατί μου έδωσαν το βραβείο που φέρει το όνομά του, ένα βραβείο σημαντικότατο για εμένα, είμαι ο πρώτος Χιλιανός που το αποκτά, ένα βραβείο που διπλασιάζει την πρόκληση, λες και ήταν αυτό δυνατό, λες και η πρόκληση από την ίδια της τη φύση, για χάρη της ίδιας της της χάρης, δεν ήταν προηγουμένως ήδη διπλασιασμένη ή τριπλασιασμένη. Ένα βραβείο, σύμφωνα με τον προηγούμενο, θα ήταν μια πράξη περιττή και τώρα που το σκέφτομαι, λοιπόν είναι αλήθεια, έχει κάτι από περιττή πράξη. Είναι μια περιττή πράξη που δε μιλά για το μυθιστόρημά μου ούτε για τα προτερήματά του αλλά για τη γενναιοδωρία μια επιτροπής. (Σε παρένθεση: μέχρι χθες δεν γνώριζα κανέναν.) Αυτό να μείνει ξεκάθαρο, λοιπόν σαν τους βετεράνους της Ναυπάκτου του Θερβάντες και σαν τους βετεράνους των πολέμων των λουλουδιών της Λατινικής Αμερικής****, ο μόνος μου πλούτος είναι η τιμή μου. Το πιστεύω και δεν το πιστεύω. Εγώ να μιλώ για τιμή. Μπορεί και να μην εμφανιστεί το πνεύμα του Δον Ρόμουλο στα όνειρα του Ντομίνγκο Μιλιάνι, αλλά σε εμένα. Αυτές οι λέξεις είναι γραμμένες ήδη από το Καράκας (Βενεζουέλα) και ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: ο δον Ρόμουλο δεν μπορεί να εμφανιστεί στα όνειρά μου για τον απλό λόγο του ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Έξω τραγουδούν τα τριζόνια. Υπολογίζω, με πρόχειρες εκτιμήσεις, πως θα είναι γύρω στα δέκα χιλιάδες ή είκοσι χιλιάδες. Στο τραγούδι ενός από αυτά τα τριζόνια ίσως να βρίσκεται η φωνή του δον Ρόμουλο, μπερδεμένη, μακαρίως μπερδεμένη, στη βενεζολάνικη νύχτα, στη νύχτα όλων εμάς, αυτών που κοιμούνται και αυτών που δεν μπορούμε να κοιμηθούμε. Αισθάνομαι σαν τον Πινόκιο.



*Στα ισπανικά το "β" και το "μπ" χρησιμοποιούνται σαν να πρόκειται για το ίδιο γράμμα.
** Στα ισπανικά το γράμμα "c" διαβάζεται και σαν "σ" και σαν "κ".
*** Απελευθερωτής (Libertador): προσωνύμιο του Σιμόν Μπολίβαρ
**** Ο πόλεμος των λουλουδιών έλαβε χώρα μεταξύ των Αζτέκων και των εχθρών τους στα μέσα του 15ου αιώνα και πριν την άφιξη των Ισπανών.



Πηγή 

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Επιστολή του Χουάν Ρούλφο στην Κλάρα Απαρίσιο

(Μετάφρ.: Nathalie)

Η Κλάρα Απαρίσιο φωτογραφημένη από τον Χουάν Ρούλφο το 1948.


Μικρούλα:

Ξέρεις κάτι;
Έφτασα να μάθω, μετά από πολλές βόλτες, πως έχεις μάτια ζαχαρένια. Χθες χωρίς άλλο ονειρεύτηκα πως σου φιλούσα τα μάτια, λίγο πάνω από τις βλεφαρίδες και αποδείχτηκε πως το στόμα μου γεύτηκε ζάχαρη, εκείνη τη ζάχαρη που τρώμε κλέβοντάς την από την κουζίνα, κρυφά από τη μαμά, όταν είμαστε παιδιά.
Επίσης κατέληξα να ξέρω πως τα μαγουλάκια, το δεξί και το αριστερό, και τα δύο, έχουν γεύση ροδάκινου, ίσως γιατί ανεβαίνει από την καρδιά κάτι από αυτή τη γεύση.
Λοιπόν, το θέμα είναι πως, με όποιον τρόπο, δεν βρίσκω την ώρα να σε ξαναδώ.
Δε συμβιβάζομαι, όχι` απελπίζομαι.
Χθες σε σκέφτηκα, επιπλέον, σκέφτηκα τι καλά που θα ήταν αν έβρισκα το δρόμο ως το ροδάκινο της καρδιάς σου` το πόσο γρήγορα θα τελείωνε η κακία στην ψυχή μου.
Προς το παρόν, βάλθηκα να μετρήσω το μέγεθος της αγάπης μου και μου έβγαλε 685 χιλιόμετρα στη λεωφόρο. Σαν να λέμε, από εδώ ως εκεί που βρίσκεσαι εσύ. Εκεί τελείωσε. Και είναι που εσύ είσαι η αρχή και το τέλος όλων των πραγμάτων.

Χουάν

Πηγή

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Περσεφόνη, της Γουαδαλούπε Νετέλ

(Μετάφρ.: Nathalie)



Ξύπνησε με τη γαλήνια αίσθηση εκείνου που έχει κοιμηθεί πολλές ώρες. Ήταν η πρώτη φορά εδώ και πολλές μέρες που δεν ένιωθε πονοκέφαλο κι αυτό τον ενθάρρυνε να σηκωθεί νωρίς για να εκμεταλλευτεί την Κυριακή. Πιο αργά θα έπαιρνε τη μητέρα του για να της διηγηθεί πως η υγεία του καλυτέρευε και να την πείσει πως δεν άξιζε τον κόπο να ξοδεύει τόσα χρήματα σε εκείνες τις εξετάσεις. Αλλά σχεδόν αμέσως, με το που έβαλε τα πόδια στο πάτωμα, παρατήρησε πως δεν ήταν μόνος. Δίπλα του, από την άλλη πλευρά του κρεβατιού, υπήρχε μια γυναίκα. Ήταν με την πλάτη γυρισμένη, με το πρόσωπο κρυμμένο κάτω από το μαξιλάρι, τον κορμό ξεσκέπαστο και τα πόδια κάτω από το σεντόνι. Το μόνο που κατάφερε να ξέρει γι' αυτή ήταν πως δεν τη γνώριζε. Χωρίς να σταματήσει να το σκέφτεται, βγήκε ανήσυχος από το δωμάτιο.

Μόλις έφτασε στο διάδρομο, οι ερωτήσεις και οι μομφές πετάχτηκαν πάνω του σαν εξαγριωμένοι γάτοι. Διέσχισε το διάδρομο περπατώντας με αδεξιότητα, μάζεψε την εφημερίδα που τον περίμενε κάτω από την πόρτα, διάβασε την ημερομηνία και τον τίτλο για να την αφήσει μετά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, χωρίς καν να την ανοίξει. Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να ηρεμήσει και να φτιάξει έναν καφέ` να πάρει κάποια κομμάτια από αυτό το ψωμί, το λίγο σκληρό, που εξείχε στο καλάθι και να θυμηθεί χωρίς άγχος τη διαδρομή των τελευταίων του κινήσεων, τις τελευταίες τηλεφωνικές κλήσεις, το γεύμα στο σπίτι των γονιών του. Δεν υπήρχαν κενά: η προηγούμενη μέρα ήταν ένα συνεχές νήμα, χωρίς ανεξήγητους κόμπους, μια ανώδυνη γραμμή όπου δεν είχαν θέση ούτε η σύγχυσή του ούτε το ζευγάρι τα μικρούλια στήθη που αχνοφαίνονταν με το λίγο φως που διέσχιζε τις κουρτίνες του.

Ίσως το πιο φυσικό θα ήταν να την ξυπνήσει, να ζητήσει συγγνώμη, να εξηγήσει την αντίδρασή του, να της πει πως εδώ και κάποιο καιρό η υγεία του τον πρόδιδε, να προτείνει ακόμη να τον βοηθήσει να αναπλάσει τη συνάντηση. Αλλά δεν τόλμησε. Δίχως να τελειώσει τη μπαντερίγια* που είχε βάλει πάνω στο πιάτο, άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να πίνει γουλιές από τον καφέ του, πικρό σαν μικρή τιμωρία. Η ειλικρίνια εκείνη τη στιγμή θα είχε καταλήξει σε προσβολή, ένας λόγος σαν εκείνο θα είχε την επίγευση ψέματος ή κυνισμού, πάνω απ' όλα όχι αυτό που περιμένει ένα άτομο που ξυπνά σε ένα ξένο κρεβάτι. Είπε πως τα πράγματα πάντα έχουν μια σειρά και πως ίσως ήταν δυνατό να την ανακτήσει, να επαναφέρει ένα δίκτυο από ραντεβού και τηλεφωνικές κλήσεις που τώρα δεν είχε στο μυαλό του, αλλά που αργά ή γρήγορα θα θυμόταν με εικόνες και αναγωγές. Για μια στιγμή ξαναείδε τους μυτερούς αγκώνες, τα λεπτά μπράτσα γύρω από το μαξιλάρι. Η ανάμνηση του σώματός της του φαινόταν ήδη αόριστη, λες και αντί να την έχει αφήσει στο δωμάτιο εδώ και μια ώρα, να την είχε δει πριν από χρόνια.  Εν τούτοις, με κάποιον τρόπο, η γυναίκα του φαινόταν γνωστή κι αυτή η οικειότητα τον φόβιζε.

Οι ναυτίες επέστρεψαν και μαζί τους ο πονοκέφαλος. Είχε βδομάδες που επώαζε μια αδιαθεσία για την οποία δεν ήθελε να ξέρει τίποτα και στην οποία αρνούνταν να πιστέψει, λες και η πραγματικότητα επεδείκνυε συνεχώς μια πλασματική πτυχή, ένα ψεύτικο πρόσωπο, ή σαν να είχε πάψει να της ανήκει. Από το παράθυρο της κουζίνας, κοίταξε το πρωινό. Ένας γάτος περπατούσε πάνω στην απέναντι μάντρα. Το κτίριο, που είχε αρχίσει εδώ και πάνω από πέντε χρόνια, συνέχιζε να είναι υπό κατασκευή. Η σκηνή μεγάλωσε την αίσθηση αηδίας του. Χωρίς να ξέρει πότε ακριβώς, είχε ξεκινήσει να αναπολεί ένα μακρινό τόπο, με άλλο ουρανό, άλλα δέντρα, άλλη μάντρα κι άλλο γάτο. Αυτή η εντύπωση της απόκλισης τον κυνηγούσε ακόμη και στη δουλειά. Και τώρα η γυναίκα. Είχε όρεξη να επιστρέψει στο δωμάτιο και να τη διώξει με τις κλωτσιές, τι θράσος, να ξυπνάει στο κρεβάτι του, τι έλλειψη σεβασμού, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε πως δεν μπορούσε. Δεν ήταν ικανός να χτυπήσει κανέναν, το αντίθετο, ένιωθε τελείως άοπλος, ανυπεράσπιστος, στο έλεος του καθενός. Οπότε και άρχισε να έχει την υποψία πως εκείνη δεν κοιμόταν. Τώρα αμέσως έπρεπε να περιμένει στο δωμάτιο, γευόμενη τη σύγχυσή του. Χωρίς να κάνει θόρυβο, θα είχε μπει στο σπίτι του σαν τον κλέφτη, περιμένοντας όλο το βράδυ για να τον αιφνιδιάσει. Να δρούσε μόνη ή να είχε σταλεί από κάποιον; Θα πρέπει να υπήρχε κάποιο ίχνος στο σαλόνι, κάποια τσάντα, κάποιος σάκος, μια μεταμφίεση, μια κλειδοθήκη στο τραπεζάκι στη μέση. Βάλθηκε να ψάχνει σε όλα τα μέρη αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Νικημένος από τον πόνο, αφέθηκε να πέσει πάνω στην πολυθρόνα. Από κάποιο κοντινό τόπο, ίσως από το γειτονικό διαμέρισμα, του έφτασε ο απόηχος ενός τσάρλεστον, σχεδόν μπορούσε να το ακούσει. Έκλεισε τα μάτια, φαντάστηκε τον εαυτό του να χορεύει.  Η γυναίκα που είχε δει στο κρεβάτι του, ακολουθούσε το ρυθμό άψογα, λες και αντί να τον τηρεί, να υπαγόρευε το ρυθμό στα όργανα. Η εικόνα ήταν τόσο αληθινή που φοβήθηκε και αποφάσισε να σηκωθεί. Οπότε γύρισε στην κουζίνα για να περιμένει στο τραπέζει, περιχαρακωμένος σε αυτό το ψεύτικο πρωινό. Όταν θα ξυπνούσε, εκείνη θα ήξερε τι να κάνει, σε κάθε περίπτωση ήταν η μόνη που γνώριζε την κατάσταση και το υπόβαθρό της. Αποφάσισε πως αν δεν έφευγε γρήγορα- μακάρι να το έκανε- θα της προσέφερε ένα πιάτο με δημητριακά, σίγουρα λιγότερο μπαγιάτικα από το γλυκό ψωμί. Θα την αποκαλούσε "εσύ" μέχρι εκεί που ήταν δυνατό, ίσως να επιστρέτευε τρυφερά επίθετα για να κρύψει την απόλυτη άγνοια για το όνομά της.

Γιατί καθυστερούσε τόσο; Ήταν σχεδόν έντεκα και το φως έμπαινε ευθύ μέσα από τα παράθυρα του δωματίου. Παρόλο που το επιχείρησε, δεν μπόρεσε να εξηγήσει την καθυστέρησή της χωρίς κάποιο ίχνος τραγωδίας ή ενοχής. Θα ήταν παράλογο να βγει από το κρεβάτι με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να σιγουρευτεί πρώτα πως εκείνη ήταν καλά και κοιμόταν χωρίς προβλήματα. Σε κάθε περίπτωση, ήταν αναντίρρητο πως είχαν περάσει τη νύχτα μαζί, γιατί δεν είχε εκμεταλλευτεί την ιδιωτικότητα του πρωινού για να μάθει αν ήταν αναγκαίο να ανησυχεί; Από κάποιον τόπο εξίσου πραγματικό και πλασματικό όπως τα βυζιά, όπως το μαύρο μαλλί πάνω στην πλάτη, του έφτασε ένα άγριο συναίσθημα συμπόνοιας για τη γυναίκα που σε οποιαδήποτε διάθεση ή κατάσταση υγείας -όλα ήταν πιθανά τώρα- θα έβαζε μόνη τα ρούχα της για να φύγει από το σπίτι του εκείνη την εχθρική και ζεστή Κυριακή. Αναρωτήθηκε αν τουλάχιστον είχαν περάσει καλά και προσπάθησε να το επιβεβαιώσει μυρίζοντας τα απομεινάρια της νύχτας στην άκρη των δαχτύλων του, αλλά αντί για μια μυρωδιά από δέρμα διέκρινε τη βρόμα από υγρασία με την οποία ξεκινούσαν πάντα οι ναυτίες. Εκείνη τη φορά, εν τούτοις, μπόρεσε να τις ελέγξει και δεν ήταν απαραίτητο να σπεύσει στο μπάνιο. Οπότε αποφάσισε να ανοίξει την πόρτα.

Όταν μπήκε στο δωμάτιο, η γυναίκα δεν ήταν πια στο κρεβάτι, αλλά κάτι στον αέρα πρόδιδε την παρουσία της. Έγειρε ένα λεπτό πάνω στο μαξιλάρι, περιμένοντας να περάσει η αδιαθεσία και πάνω απ' όλα εκείνη η επίμονη μυρωδιά που τα διαπερνούσε όλα σαν ναυτία, σαν κάποια λεπτά και λάγνα μπράτσα που τον περίμεναν μια ζωή, με υπομονή, και τώρα τον δέχονταν αργά, με γλυκύτητα, οδηγώντας τον σε εκείνο τον τόπο τον όχι τόσο μακρινό, όπως εκείνος πάντα πίστευε, αλλά τον απίστευτα κοντινό, και να τον πάρουν σ' εκείνη την ηλιόλουστη Κυριακή από την οποία ποτέ κανείς δεν επιστρέφει.

*μπαντερίγια=  το μεξικανικό hot-dog, με λουκάνικο σε τηγανητή κρούστα καλαμποκιού

Πηγή

Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Τα διπλά ή τίποτα, της Ελβίρα Σάστρε

(Μετάφρ.: Nathalie)




Όλοι είμαστε ερωτευμένοι.
Μόνο κάποιοι είμαστε ξύπνιοι.

~~~

Η αγάπη είναι μια ανοικτή παρένθεση.

~~~

-Μ' αγαπάς;
-Πιο πολύ κι απ'τη ζωή μου, είπε ο αυτόχειρας.

~~~

Γνώριζα πως ακόμη την αγαπούσα
γιατί τη μισούσα με μια βαναυσότητα ονειροπόλησης.
Γνώριζα πως πια δεν την αγαπούσα
γιατί το μίσος εξαφανίστηκε.
Τα διπλά ή τίποτα.

~~~

Γνωρίζω πως με κάνεις ευτυχισμένη
γιατί η θλίψη μου δεν σε αναγνωρίζει.

~~~

Ήταν τόσο όμορφη που με έκανε να αμφιβάλλω:
Θα την αγαπούσα από έξω
ή θα με αγαπούσα από μέσα;

~~~

Την αγαπούσα με την αιωνιότητα που παρέχει
η γενναιότητα μιας αξέχαστης στιγμής.

~~~

Όταν τόλμησες να με διαβάσεις
εγώ ήδη ήμουν σε άλλο βιβλίο.

~~~

Περνούσαμε τόσο χρόνο μαζί
που πιστεύαμε πως δεν κάναμε κάτι άλλο.
Σφάλλαμε.
Τα κάναμε όλα.

~~~

Μου ζήτησε να της γράψω
ένα ποίημα αγάπης.
Σχεδίασα ένα πουλί
κι έφυγε.

~~~

Δεν υπάρχει χειρότερη μορφή του να ξεχνάς
από το να αγνοείς.

~~~

Είσαι ένας έκπτωτος άγγελος,
αλλά εσύ μου έδειξες να πετώ
κι είναι αυτή αιτία αρκετή
για να ξανασηκωθείς.

~~~

Τείνω να συμφιλιώνομαι με τον κόσμο μου
όταν βλέπω κάποιον να μιλά μόνος
δυνατά: μια μοναξιά λιγότερη.

~~~

Είμαι εξίσου αδύναμη κι εξίσου δυνατή
με ένα λουλούδι στη μέση ενός κάμπου με χαλάσματα.

~~~

Μοιράζομαι τη μοναξιά μου με την πλάτη μου`
γι'αυτό πάντα είμαι σε διαρκή
διαφυγή: μόνη με αγκαλιάζω.

~~~

Τα αυτιά μου είναι ξεχειλισμένα όνειρα
από όταν μου φίλησες τα βλέφαρα.

~~~

Στοιχημάτισες στο να είσαι η πρώτη
και ήσουν,
αλλά δεν αντιλήφθηκες πως στην αγάπη
αυτός που πάντα κερδίζει
είναι όποιος φτάνει τελευταίος.

~~~

Σε θέλω μέχρι να μου αποδείξεις το ανάποδο.

~~~

Η λησμονιά είναι μια κατάσταση αποσύνθεσης.

~~~

Δεν έχει να κάνει με το να βαδίζεις κοιτώντας το πάτωμα,
αλλά με το να περπατάς αναζητώντας τα ίχνη της.

~~~

Το να αντιλαμβάνεσαι μια αγκαλιά στην πλάτη
σαν το ένα σώμα να ήταν αιτία
και το άλλο σώμα αποτέλεσμα.

~~~

Από όταν σε σκέπασα,
η πλάτη μου όλη είναι μια πληγή.

~~~

Η ζωή μου χαμογελά και έχει τα δόντια σου.

~~~

Υπάρχουν στιγμές στις οποίες η ζωή
σε τοποθετεί στην ίδια απόσταση
του να δραπετεύσεις ή να μείνεις για πάντα.

~~~

Η ειρήνη δεν είναι η απουσία θορύβων,
είναι το να τους ακούς και να τους μετατρέπεις σε σιωπή.

~~~

Εκείνοι μάχονται να αποδείξουν πως είναι
οι καλύτεροι συγγραφείς.
Εγώ μόνο επιχειρώ να δοκιμάσω
να είναι άλλες οι μούσες μου.

~~~
Το να γράφεις είναι για δειλούς`
γνήσια ανδρεία, η αγάπη.
Όλα μαζί, ποίηση.

~~~

Δύο πρόσωπα που λησμονιούνται
απλά αγαπιούνται με άλλον τρόπο.
Η λησμονιά φτάνει με τη μοναξιά,
όταν κανείς είναι μόνο ένας
και δεν υπάρχει οπή για άλλον.

~~~

Baluarte, 2014

Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

άτιτλο του Εσκάνταρ Αλχέετ

(Μετάφρ.: Nathalie)



Σταμάτησα να γράφω για την αγάπη για να την καλύψω με αηδία,
τα έσβησα όλα κι έκανα μια νέα αρχή γύρω από μένα για να μου αλλάξω τη ζωή
που είχα επιλέξει
λόγω του φόβου μου για το ευτυχισμένο τέλος, για την παρατεταμένη χαρά, για την αναγκαιότητα του πόνου,
για να αισθανθώ άνετα με τη δικαιοσύνη των ενοχών,
τις πιστές μου πουτάνες,
τις συμβούλους εχθρούς μου.

Αγκυροβόλησα σαν ένα πλοίο που, μεθυσμένο, αφήνεται να πέσει
στο πρώτο λιμάνι που δεν του γύρισε την πλάτη,
όπως μια τράπεζα γεμάτη με ληστές πληρωμένους από μένα,
αγκυροβόλησα
από γαμήλια δεξίωση, ανάμεσα στους καλεσμένους
και στο λουκούλειο γεύμα, προτίμησα την πικρή γεύση
των δικών μου εμετών
από τη γλυκιά αγκαλιά του γυμνού δέρματος.

Πριν πλύνω τα πιάτα, αποφάσισα να τα σπάσω,
να κλέψω το σερβίτσιο,
να σερβίρω σε αλουμινόχαρτο την εντιμότητα,
και να την καπνίσω.

Δεν είναι ένα σήμα συναγερμού, βλάκα, αλλά μου αρέσει να γεμίζω με καπνό
τη διακόσμηση,
τη φωτογραφία,
και το σενάριο.

Λες και αυτή ήταν μια ταινία καταστροφής και δοκιμίων
κι όχι μια σκατο- διαδοχή από ακολουθίες
χωρίς πολλά πολλά.

Ζωή μου, πόσο μακριά με τσακώνεις κάθε φορά που θέλω ν'αυτοκτονήσω
και δε με φιλάς,
και παρόλα αυτά πόσο κοντά, όταν, ενίοτε, σε φαντάζομαι ξυπόλητη να κοιτάς τη θάλασσα.
Κι όλα τα υπόλοιπα ξεχνιούνται.

Τι παράξενο είναι αυτό το κλουβί.
Και τι παράξενα κάγκελα έχει: όσο και να προσπαθώ να τα διασχίσω
μεγαλώνουν εντός μου,
ζημιά τη ζημιά.

Λες και μπέρδευα το να ξεπεράσω με το να ξεχάσω.
Λες και επειδή σταμάτησα να σε κοιτώ δεν υπήρχες.

Και τίποτα δεν ήταν πιο τυχαίο από όλο αυτό το παρελθόν από χειμώνες
με το οποίο κοιμάμαι
στην παλατινή σουίτα μου τη γεμάτη με καθρέφτες
και ρωγμές.

Στίψε με να στάξω, έλεγε τούτη η βροχή
με την οποία με κοιτούσες στα μάτια
κάθε φορά που έχυνες.
Αυτή η θύελλα
με την οποία ντυνόσουν τα συναισθήματα αναμένοντας την κακοποίηση
προσθέτοντας ύστερα: “ήρεμα,
δεν είναι τίποτα, αλλά φύγε πια, σε παρακαλώ,
δεν θα'θελα να δικαιολογήσω τα ναυάγιά σου,
να σου δωρίσω τις δικαιολογίες,
να σου γράφω εγώ τις μεταφορές με τις οποίες θα σου λέω ψέματα”

Υπήρχε μια σιωπή που μας περίμενε, ένα τίποτα που θα μας έκανε να κοιτάξουμε τα φιλιά άλλων
οπισθοδρομώντας, μαζεύοντας τα κομμάτια
και τους σπόρους για τα πουλιά, θα είμαστε λυπημένοι στη δική μας καταδίκη του υποκατάστατου,
θα γελάμε σαν γιορτές σε ασθενοφόρο,
σαν ένα πήγαινε-έλα από νοσταλγίες που μας γαργαλούσε
σαν κάποιο “δεν ξέρω τι είναι, αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος” σε κάθε τυχερό λαχείο
για το οποίο μας συνέχαιραν.

Το ξέρω,
ξέρω πως θα μπορούσα να ζήσω από δίψα
ήρεμα
όλη τη γαμημένη ζωή,
αλλά επέλεξα να την πιω
βιαστικά,
κι έτσι πρέπει να συνεχίσω

μέχρι να γίνει ξύδι.

Πηγή

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

για να μη σταματήσω να πιστεύω στις μίνι φούστες, του Εσκάνταρ Αλχέετ

(Μετάφρ.: Nathalie)



Αυτή ήταν η ζωή μου στην υποτροπή. Αν κάποιος σας διηγηθεί πως πέταξα, μην τον πιστέψετε. Ο κόσμος συνηθίζει να μπερδεύει το να πέφτεις με το να πετάς. Είναι τόσο εύκολο, το πρώτο. Και τόσο αδύνατο, το δεύτερο. Δεν υπάρχει βαρύτητα σε αυτές τις λέξεις, μόνο η αγάπη μέχρι το πάτωμα που με συγκρατεί, σε όλα τα χαστούκια τα συμφωνημένα με τα οποία με συγχώρεσα και στη δική τους δικαιοσύνη της γήινης θνητότητας, σε αυτά τα σκουλήκια των στομάτων μας έπειτα από τα φιλιά και τις χαραυγές. Ποτέ δεν κατάφερα να σταματήσω το χρόνο, ούτε καν να τον επιβραδύνω. Το στοίχημά μου ήταν: γρήγορα, σαν να μας κυνηγούσαν. Και σου έπιασα το χέρι. Ήθελα να δραπετεύσω μαζί σου αλλά χωρίς να βγω από εμένα. Και πήγα πίσω από μας ή γύρω από μας όλους τους φόβους μου που έφτυναν για να μας φτάσουν, για να μας δαγκώσουν τις πληγές από τις οποίες δεν είχαμε γιατρευτεί. Γλείφοντας ο ένας τον άλλον.

Αυτή είναι η επίθεση στην οποία φίλησα το μουσαμά. Και συνηθισμένος στα χείλη σου, σε άλλαξα με το πάτωμα. Το αίμα θα μιλήσει για μένα, δηλαδή, αυτοί της τελευταίας σειράς: εστιάστε τα κιάλια σας. Το δέρμα σου είναι σαν έλλειψη ζάχαρης όταν κάνω το πρωινό και δεν είναι για σένα. Θα στοιχημάτιζα να μην ξαναδώ τη θάλασσα στο ότι τα μάτια σου μπορούν να ταπεινώσουν οποιαδήποτε πέτρα, αλλά από μέσα, στο ότι μπορούν να διασχίσουν έναν τοίχο μέχρι να τον κάνουν να κλάψει, στο ότι όλη η γη που πατάς ιδρώνει μετά τα βήματά σου. Το τοπίο του πόνου σου είναι να προσέχω στο να συγκρατώ τους υπαινιγμούς μου για να σου κρατώ το χέρι. Ας υπάρχει κάτι αόρατο που δεν καταλαβαίνεις παλεύοντας στο να με απομακρύνεις από εσένα. Ας αφεθώ να γαμηθώ από μια τρελή ζωή αντί του να επανεφεύρω την αγάπη, ή να την ξαναδημιουργήσω, οργασμό τον οργασμό. Η καρδιά μου και η πούτσα μου ενίοτε μιλούν για τους γοφούς σου, και το κεφάλι μου λέει ναι, μόνο γι'αυτούς.

Ενίοτε ονειρεύομαι με την άνοιξη και με το στόμα σου, έτσι έρχομαι να ζητήσω το λουλούδι και την πίπα λες και το να ονειρεύομαι μου παραχωρούσε δικαιώματα αντί για υποχρεώσεις, λες και θα μπορούσα να κλοτσήσω την ανοησία μου από ναυάγιο διεκδικώντας το νησί των γαλάζιων ή ασιζινών ματιών σου. Και πουλώντας την απουσία σου σε αγνώστους, κάνοντας trafficking με αυτό το κενό μόνο για να έχω κάτι να αισθάνομαι χωρίς να πρέπει να πω ψέματα σχετικά με αυτό, η αμέτρητη ανάγκη μου να τραβώ το καζανάκι τη στιγμή που έχεις πάρει την τελευταία γραμμή, κι αυτό το ορφανοτροφείο χωρίς παιδιά που αποκαλώ σπίτι, μπορείς να το αποκαλείς κι εσύ όποτε θέλεις. Το ξέρεις, έτσι;

Συγχώρεσε το κουβάρι που ρίχνω σαν να ήθελα να τα περιπλέξω όλα. Πια ξέρεις πως σε μένα τα συναισθήματα πάντα μου φαίνονταν λίγο λαβύρινθος, γωνίες όπου χανόμουν όταν έπρεπε να πάρω ένα τρένο και έφτανα αργά, δικαιολογίες τις οποίες δεχόσουν οι οποίες δεν έπιαναν ποτέ στις δουλειές που πραγματικά ήθελες. Λίγο σαν μια μπάρα γεμάτη με κόσμο που ζητά μπύρα σαν να ήταν βοήθεια. Λένε Mahou* και ακούω αρωγή. Ένας σαματάς. Που είναι, υποθέτω, όπως ακριβώς σε αγάπησα. Φωνάζοντας.

Οι φόβοι μου έκαναν γιορτή στη δική μας ηχώ. Σε αυτό που ερχόταν μετά. Στις σκιές μας, οι φόβοι μου έπαιζαν για να δουν ποιον θα ζητούσα στο πρώτο χέρι. Και τι. Ήλπιζαν στη διαμόρφωση της ανάμνησης για να μεθύσουν, και υπόσχονταν απώλειες για τη διάσωσή τους, οι φόβοι μου δούλευαν το χθες που θα πηδούσε τα αύριό μας, εσύ με την πετσέτα στο κεφάλι κι εγώ να σου βάζω πίεση αντί για άλλα πράγματα, ξανά. Το καλό είναι πως, παρόλο που ήταν μόνο ένα λεπτό, τους είχαμε χεσμένους, τους φόβους μου. Το κακό είναι πως είχαν δίκιο. Κι εγώ μόνο συναισθήματα.

Έπαιρνες ένα λεπτό ραβδί και το έβαζες μέχρι τον πάτο για να βγει η αράχνη. Υπήρχε κάτι γοητευτικό σε όλο αυτό. Σκάλιζες τη νυφίτσα του προσπαθώντας ώστε να έβγαινε φοβισμένη, έτοιμη να δαγκώσει ή να πληγώσει σαν ένα οποιοδήποτε ζώο γραπωμένο από την επιβίωση παραπάνω από την αξιοπρέπειά του. Εμείς ούτε καν έπρεπε να επιβιώσουμε, και η αξιοπρέπεια υποδήλωνε μόνο το επίπεδο της εμπεδωμένης σκληρότητας. Μας είχαμε για θεούς σκοτώνοντας έντομα. Και τώρα που μεγαλώνουμε τέρατα, γιατί δεν κάνουμε το ίδιο;

Πώς θα πω στο παιδί πως είδα να κλαίνε μάνες στο δρόμο για τη δουλειά, παραιτημένες στη ρουτίνα, ζητώντας μια ζωή με λιγότερα για μια μέρα ξεκούρασης. Το χαμόγελο ποιανού θα πρέπει να εφεύρω για να το πείσω να ονειρεύεται όσο πιο μακριά γίνεται για να ζήσει αυτό που δε γίνεται πιο κοντά, σε τι ελευθερία θα πεθάνουν οι παλιάτσοι και οι πουτάνες αφότου θα τους έχουμε χρησιμοποιήσει, σε τι τιμή είναι οι αλυσίδες, κύριε χειμώνα; κι ο αέρας να κάνει το ξύλο να τρίζει, σαν να λέει: κοιμήσου, καλό παιδί, κοιμήσου...

Πιστεύω στις φωτιές και στη σπατάλη. Έχω αισθανθεί τη νύχτα μέσα από μένα και ούρλιαζα σαν μια περγαμηνή χωρίς θησαυρό, στην απόγνωσή της να αισθανθεί χρήσιμη, διάφανη, μανιώδης από ανάγκη. Έχω συγκεντρώσει κάθε ευκαιρία στο σέικερ και μετά το έχω ανακινήσει λες και αυνάνιζα το μίσος μου. Δεσποινίς, δεν είμαι άξιος για να μπεις στο κρεβάτι μου, αλλά μια πίπα δικιά σου αρκεί για να με γιατρέψει. Προσευχόμουν κάθε βράδυ σκεπτόμενος το μουνί σου. Πραγματικά θα ήθελες να αγαπάς κάποιον έτσι;

Πάντα πίστευα πως το hangover ήταν το τελευταίο μέρος του μεθυσιού. Τώρα το ξαναμετατρέπω επίσης σε αρχικό μέρος. Σε άλλο. Κι έτσι, περνούν οι εβδομάδες. Στο φουλ. Κι εγώ συμπτύσσοντάς τες.

“εσύ αγαπάς πολύ κόσμο, αλλά ποτέ δεν το λες σε κανέναν”. Μου είπε, ενώ ξεπακέταρε τις βαλίτσες του επόμενού της ταξιδιού. “Μείνε με αυτό. Εγώ δεν το χρειάζομαι, γιατί σ'αγαπώ και στο λέω, έτσι άσε τις μαλακίες κι άρχισε να το λες, εντάξει; ”.

Θα με δεις φευγαλέο ή αιώνιο, έκπτωτο σαν τον άγγελο εκείνο που καβάλησε μια κόλαση, μόνο λόγω επαναστατικότητας, μακριά όπως ένα αστέρι που δε χρησιμεύει για να φωτίζει το ανέβασμα στη σκηνή τουλάχιστον ενός ονείρου ή λυπημένου όπως αυτός ο κόσμος από διασταυρωμένες πλατφόρμες και αυτοκτονικούς τυφλούς, όπως το γιατί που κανείς δεν απαντά όταν τον ρωτούν για το θάνατο.

Θα με δεις όπως στα σύννεφα ή στις συμπτώσεις, ψάχνοντας, πια με ξέρεις, την ευτυχία από τα πόδια σου που δεν μου αντιστοιχεί.

Θα με δεις, ίσως με έναν κόμπο στο λαιμό καλά σφιγμένο, να προσπαθώ να μη βήξω, να χαμογελώ ενώ σου λέω:

Έχω έρθει για να σε φιλήσω και να σου κάνω καφέ.
Έχω έρθει για να είμαι το πρωινό σου.

*μάρκα ισπανικής μπύρας

Πηγή

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Αλλαγή σχεδίων, του Εσκάνταρ Αλχέετ

(μετάφρ.: Nathalie)


περπατώ στην άκρη των υπολοίπων στο άθροισμα του να σε έχω και να σου δίνω ένα τσίμπημα,
για να ξέρω πως είναι αλήθεια,
πως υπάρχεις πραγματικά και είσαι ικανή να διατηρήσεις στην ελιά σου μια ολόκληρη πραγματικότητα
και είναι αυτό που ποτέ δεν κοιτάζω πίσω όταν σε έχω μπροστά,
αυτό που η άνοιξη γλιστρά στην πλάτη σου,
αυτή η μανία μου να μη συνηθίζω να σε βλέπω χωμένη στον κόσμο μου
που τα μεταμορφώνει όλα και όλα μοιάζουν με ποίηση
και οι γέροι της γραμμής 5
και οι γείτονες του ασανσέρ του έκτου
και οι ζητιάνοι στην πλατεία της όπερας
γνωρίζουν, αλλά πολύ καλά για τι μιλώ
κι από εκεί σου λέω πως θα εξειδικευτώ στις αστραπές σου
και θα με αναστατώσω σε κάθε νέο ραντεβού, και θα σε δοκιμάσω
"με τον τρόπο που οι αρτοποιοί δοκιμάζουν το ψωμί, δηλαδή, με το στόμα"
μέχρι όλα να είναι τόσο ξεθωριασμένα όπως τα μάτια μου στις 5 το πρωί
και να ξαναμπλεχτούν οι χυδαιολογίες στο χαμόγελό σου
και το κρεβάτι μου να μην ξέρει πού να σε βάλει
θα σε πάρω αγκαλιά
και για μια στιγμή θα κλείσω τα μάτια για πάντα
και θα μιλήσω με φωνή πολύ χαμηλή για την αιωνιότητα,
για τους ψιθύρους που αποσιωπώ κάθε φορά που με φιλάς,
που σε αυτό το σημείο το μόνο που φιλοδοξώ είναι να σε λοξοκοιτάζω στις εξετάσεις,
να σου γράφω βλακείες στις σημειώσεις,
να αφήνω κομματάκια από τις καταστροφές μου στις τσέπες σου,
να λερωνόμαστε από μπόρες
κι έτσι θα αγοράσεις λιχουδιές κι εγώ θα σου πω μόνο: για να δούμε ποιος είναι πιο γλυκός!!!
θα πιεις έναν ωκεανό από τους φόβους μου σε ένα ποτηράκι νερού που θα βάλω στο κομοδίνο,
θα πρέπει να σε ξυπνώ το πρωί, λυπάμαι, αλλά είναι που
το να κοιμάμαι μαζί σου είναι πιο συναρπαστικό από οποιοδήποτε από τα όνειρά μου,
θέλω αυτή τη μάζωξη καπνού, αυτή τη συνωμοσία από ελεγείες,
θέλω πραγματικά κάθε σκιά και κάθε απροσεξία,
τα μισά χαμόγελά σου,
αυτό το να μην ξέρω τι να κάνω, η πού, αλλά μαζί σου,
να μη φύγεις υπερβολικά μακριά γιατί μπορώ να κινήσω ένα πλανήτη για να σε βρω,
δεν με ενδιαφέρουν οι ήπειροι αν είσαι εσύ το περιεχόμενο,
κι ελπίζω πως εσένα δεν σε ενδιαφέρουν οι εξομολογήσεις,
οι επιθέσεις με σκοπό το φιλί ή το θάνατο,
όλα όσα κινούνται στη μυστικότητα,
θα περάσω τα χέρια μου γύρω από τους ώμους σου όταν θα πάμε στο σινεμά,
θα συζητήσω μαζί σου για το τέλος κάθε ταινίας,
για την αρχή της δικής μας ιστορίας,
θα ανοίξω διάπλατα τα παράθυρα για να μπεις στη ζωή μου με το μόνο τρόπο που ξέρεις:
πετώντας.
δε θα σε αφήσω σε ησυχία ούτε για όλους τους πολέμους του κόσμου
κι επίσης, πρέπει να ξέρεις, θα είσαι ελευθερία ντυμένη από σάββατο
στο ανοιχτό γαλάζιο ήχο θάλασσας του πηγαινέλα των ματιών σου,
κοίτα: δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό που κάνεις
αλλά για να το κάνεις
θα είναι θαυμάσιο.



Πηγή

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Μια βόλτα από τη λογοτεχνία, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)*

για το Ροδρίγο Πίντο και τον Αντρές Νέουμαν
1. Ονειρεύτηκα πως ο Ζωρζ Περέκ ήταν τριών χρονών και επισκεπτόταν το σπίτι μου. Τον αγκάλιαζα, τον φιλούσα, του έλεγα πως ήταν ένα υπέροχο παιδί.
2. Μισοτελειωμένοι, μένουμε, πατέρα, ούτε ωμοί ούτε μαγειρεμένοι, χαμένοι στο μεγαλείο σε αυτήν την ατέλειωτη χωματερή, να περιπλανιόμαστε και να μπερδευόμαστε, σκοτώνοντας και ζητώντας συγγνώμη, μανιοκαταθλιπτικοί στον ύπνο σου, πατέρα, στον ύπνο με τα όνειρα που δεν είχαν όρια και που ξεδιπλωνόμασταν χίλιες φορές και μετά χίλιες φορές ακόμα, σαν λατινοαμερικάνοι ντετέκτιβ χαμένοι σ'ένα λαβύρινθο από κρύσταλλο και πηλό, ταξιδεύοντας κάτω από τη βροχή, βλέποντας ταινίες όπου εμφανίζονταν γέροι που φώναζαν ανεμοστρόβιλος! ανεμοστρόβιλος!, βλέποντας τα πράγματα για τελευταία φορά, αλλά χωρίς να τα βλέπουμε, σαν στοιχειά, σαν βατράχια στον πάτο ενός πηγαδιού, πατέρα, χαμένοι στη μιζέρια του ουτοπικού ονείρου, χαμένοι στην ποικιλία των φωνών σου και των αβύσσων σου, μανιοκαταθλιπτικοί μέσα στην πολύπλοκη σάλα της Κόλασης όπου μαγειρεύεται το Χιούμορ σου.
3. Μισοτελειωμένοι, ούτε ωμοί ούτε μαγειρεμένοι, διπολικοί ικανοί να καβαλήσουμε τον τυφώνα.
4. Σε αυτά τα ναυάγια, πατέρα, όπου απ’ το χαμόγελό σου έμεναν μόνο αρχαιολογικά κατάλοιπα.
 5. Εμείς, οι nec spes nec metus.
 6. Και κάποιος είπε: 
Αδερφή της δικής μας άγριας μνήμης
για την αξία είναι καλύτερο να μη μιλάμε.
Όποιος μπόρεσε να κερδίσει το φόβο
έγινε γενναίος για πάντα.
Χορεύουμε, λοιπόν, ενώ περνά η νύχτα
όπως ένα γιγάντιο συρτάρι με παπούτσια
πάνω από την κρημνώδη ακτή και τη βεράντα,
σε μια ζάρα της πραγματικότητας, του δυνατού,
εκεί όπου η καλοσύνη δεν είναι μια εξαίρεση
Χορεύουμε στον αβέβαιο αντικατοπτρισμό
των λατινοαμερικάνων ντετέκτιβ,
ένας νερόλακος από βροχή όπου αντικατοπτρίζονται τα πρόσωπά μας
κάθε δέκα χρόνια

Μετά ήρθε το όνειρο.
7. Ονειρεύτηκα λοιπόν πως επισκεπτόμουν το αρχοντικό του Αλόνσο δε Ερσίγια. Ήμουν εβδομήντα χρονών και ήμουν διαλυμένος από την αρρώστια (κυριολεκτικά ήμουνα κομμάτια). Ο Ερσίγια ήταν ενενήντα και ψυχορραγούσε σε ένα τεράστιο κρεβάτι με ουρανό. Ο γέρος με κοιτούσε ακατάδεκτος και μετά μου ζητούσε ένα ποτήρι αγουαρδιέντε. Εγώ έψαχνα και ξαναέψαχνα το αγουαρδιέντε αλλά έβρισκα μόνο σύνεργα ιππασίας.
8. Ονειρεύτηκα ότι περνούσα περπατώντας από την Παραλιακή Οδό της Νέας Υόρκης και έβλεπα στο βάθος τη φιγούρα του Μανουέλ Πουίγκ. Φορούσε ένα θαλασσί πουκάμισο και ένα παντελόνι από ελαφρύ καραβόπανο ανοιχτό γαλάζιο ή σκούρο γαλάζιο` εξαρτάται.
 9. Ονειρεύτηκα ότι ο Μασεδόνιο Φερνάντες εμφανιζόταν στον ουρανό της Νέας Υόρκης με μορφή σύννεφου: ένα σύννεφο χωρίς μύτη ούτε αυτιά, αλλά με μάτια και στόμα.
10. Ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν σε ένα δρόμο της Αφρικής που σύντομα θα μεταβαλλόταν σε ένα δρόμο του Μεξικού. Καθισμένος σ’ένα πλάτωμα, ο Εφραίν Ουέρτα [Efraín Huerta] έπαιζε ζάρια με τους επαίτες ποιητές της Πόλης του Μεξικού.
11. Ονειρεύτηκα ότι σ’ένα ξεχασμένο κοιμητήριο της Αφρικής συναντούσα τον τάφο ενός φίλου, το πρόσωπο του οποίου δεν μπορούσα πια να θυμηθώ.
12. Ονειρεύτηκα ότι ένα απόγευμα χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού μου. Χιόνιζε. Εγώ δεν είχα σόμπα ούτε λεφτά. Πιστεύω πως μέχρι και το φως θα μου το έκοβαν. Και ποιος ήταν στην αλλη πλευρά της πόρτας; Ο Ενρίκε Λιν με ένα μπουκάλι κρασί, ένα πακέτο με φαγητό και μια επιταγή από το Άγνωστο Πανεπιστήμιο (**).
13. Ονειρεύτηκα πως διάβαζα Σταντάλ στον Πυρηνικό Σταθμό της Τσιβιταβέκια: μια σκιά γλιστρούσε από το κεραμικό υλικό των αντιδραστήρων. Είναι το φάντασμα του Σταντάλ έλεγε ένας νεαρός με μπότες και γυμνός από τη μέση και πάνω. Κι εσύ ποιος είσαι;, τον ρώτησα. Είμαι το πρεζάκι του κεραμικού υλικού, ο Ουσάρος του κεραμικού υλικού και των σκατών, είπε.
14. Ονειρεύτηκα πως ονειρευόμουν, είχαμε χάσει την επανάσταση πριν την κάνουμε και αποφάσιζα να γυρίσω σπίτι. Προσπαθώντας να πέσω στο κρεβάτι συναντούσα τον Ντε Κουίνσι να  κοιμάται. Ξυπνήστε, δον Τομάς, του έλεγα, θα ξημερώσει, πρέπει να φύγετε. (Λες και ο Ντε Κουίνσι ήταν ένα βαμπίρ.) Αλλά κανείς δε με άκουγε και ξαναγύριζα στους σκοτεινούς δρόμους της Πόλης του Μεξικού.
15. Ονειρεύτηκα πως έβλεπα να γεννιέται και να πεθαίνει την ίδια μέσα ο Αλοΰσιους Μπερτράν,  σχεδόν χωρίς χρονική απόσταση, ωσάν οι δυο μας να ζούσαμε  εντός ενός πέτρινου ημερολογίου χαμένου στο διάστημα.
16. Ονειρεύτηκα πως ήμουν ένας γέρος και άρρωστος ντετέκτιβ. Τόσο άρρωστος που κυριολεκτικά ήμουν κομμάτια. Πήγαινα πίσω από τα ίχνη του Γκι Ρόουζι [Gui Rosey]. Περπατούσα στις γειτονιές ενός λιμανιού που θα μπορούσε να είναι η Μασσαλία ή και όχι. Ένας γέρος Κινέζος, καταδεκτικός, με οδηγούσε επιτέλους σε ένα υπόγειο. Αυτό είναι ό,τι απομένει από τον Ρόουζι, έλεγε. Ένας μικρός σωρός  από στάχτες. Έτσι όπως είναι, θα μπορούσε να είναι ο Λι Πο, του απαντούσα.
17. Ονειρεύτηκα πως ήμουν ένας γέρος και άρρωστος ντετέκτιβ που αναζητούσε κόσμο χαμένο από καιρό. Ενίοτε με κοιτούσα συμπτωματικά σε έναν καθρέφτη και αναγνώριζα τον Ρομπέρτο Μπολάνιο.
18. Ονειρεύτηκα ότι ο Άρτσιμπαλντ Μακ Λις έκλαιγε –μόλις τρία δάκρυα- στη βεράντα ενός εστιατορίου στο Κέιπ Κοντ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και παρότι δεν γνώριζα πώς να επιστρέψω καταλήγαμε να πίνουμε και να κάνουμε προπόσεις στον αγέρωχο Νέο Κόσμο.
19. Ονειρεύτηκα με τα Πτώματα και τις Ξεχασμένες Παραλίες.  
20. Ονειρεύτηκα πως το πτώμα επέστρεφε στη Γη της Επαγγελίας προσαρτημένο σε μια Λεγεώνα Μηχανικών Ταύρων.
21. Ονειρεύτηκα πως ήμουν δεκατεσσάρων χρονών και πως ήμουν το τελευταίο ανθρώπινο ον του Νότιου Ημισφαιρίου που διάβαζε τους αδερφούς Γκονκούρ.
22. Ονειρεύτηκα πως συναντούσα την Γκαμπριέλα Μιστράλ σε ένα αφρικάνικο χωριουδάκι. Είχε αδυνατίσει λίγο και είχε υιοθετήσει τη συνήθεια του να κοιμάται καθισμένη στο πάτωμα με το κεφάλι πάνω στα γόνατα. Μέχρι και τα κουνούπια φαίνονταν να την γνωρίζουν.
23. Ονειρεύτηκα πως επέστρεφα από την Αφρική σε ένα λεωφορείο γεμάτο με νεκρά ζώα. Σε ένα οποιοδήποτε σύνορο εμφανιζόταν ένας κτηνίατρος χωρίς πρόσωπο. Το πρόσωπό του ήταν σαν ένα αέριο, αλλά δεν ήξερα ποιος ήταν.
24. Ονειρεύτηκα πως ο Φίλιπ Κ. Ντικ έκανε βόλτα γύρω από τον Πυρηνικό Σταθμό της Τσιβιταβέκια.
25. Ονειρεύτηκα πως ο Αρχίλοχος διέσχιζε μια έρημο από ανθρώπινα κόκκαλα. Ενθάρρυνε τον εαυτό του «Πάμε, Αρχίλοχε, μην καταρρέεις, εμπρός, εμπρός.»
26. Ονειρεύτηκα πως ήμουν δεκαπέντε χρονών και πήγαινα στο σπίτι του Νικάνορ Πάρρα να με αποχαιρετήσω. Τον έβρισκα όρθιο, να στηρίζεται σε ένα μαύρο τοίχο. Πού πας Μπολάνιο;, έλεγε. Μακριά από το Νότιο Ημισφαίριο, του απαντούσα.
27. Ονειρεύτηκα πως ήμουν δεκαπέντε χρονών και, πράγματι, έφευγα από το Νότιο Ημισφαίριο. Βάζοντας στο σακίδιό μου το μοναδικό βιβλίο που είχα (Τρίλσε, του Βαγιέχο), αυτό καιγόταν. Ήταν επτά το απόγευμα κι εγώ πετούσα το καμμένο μου σακίδιο από το παράθυρο.
28. Ονειρεύτηκα πως ήμουν δεκαέξι και πως ο Μαρτίν Αδάν [Martín Adán] μου έκανε μαθήματα πιάνου. Τα δάχτυλα του γέρου, μακριά όπως αυτά του ελαστικού Κύριου Φανταστικού, βυθίζονταν στο πάτωμα και πληκτρολογούσαν πάνω σε μια αλυσίδα από υποθαλάσσια ηφαίστεια.
 29. Ονειρεύτηκα πως μετέφραζα το Βιργίλιο με μια πέτρα. Ήμουν γυμνός πάνω σε μια μεγάλη πλάκα από βασάλτη και ο ήλιος, όπως έλεγαν οι πιλότοι μαχητικών, μετεωριζόταν επικίνδυνα στις 5.
30. Ονειρεύτηκα πως πέθαινα σε μια αφρικανική αυλή και πως ένας ποιητής αποκαλούμενος Πωλάν Ζοακίμ [Paulin Joachim] μου μιλούσε στα γαλλικά (καταλάβαινα μόνο αποσπάσματα όπως «η παρηγοριά», «ο χρόνος», «τα χρόνια που θα έρθουν») ενώ ένας πίθηκος κρεμασμένος ισορροπούσε στο λαδί ενός δέντρου.  
31. Ονειρεύτηκα πως η γη τελείωνε. Και πως το μόνο ανθρώπινο πλάσμα που ενατένιζε το τέλος ήταν ο Φραντς Κάφκα. Στον ουρανό οι Τιτάνες μάχονταν μέχρι θανάτου. Από μια θέση από σφυρήλατο σίδερο στο πάρκο της Νέας Υόρκης έβλεπε τον κόσμο να καίγεται.
32. Ονειρεύτηκα πως ονειρευόμουν και πως επέστρεφα στο σπίτι μου υπερβολικά αργά. Στο κρεβάτι μου έβρισκα τον Μάριο ντε Σα-Καρνέιρο να κοιμάται με την πρώτη μου αγάπη. Ξεσκεπάζοντάς τους ανακάλυπτα ότι ήταν νεκροί και δαγκώνοντας τα χείλη μέχρι να με ματώσω γυρνούσα στους γειτονικούς δρόμους.   
33. Ονειρεύτηκα πως ο Ανακρέοντας κατασκεύαζε το κάστρο του στην κορυφή ενός γυμνού λόφου κι έπειτα το κατέστρεφε.
34. Ονειρεύτηκα πως ήμουν ένας πολύ γέρος λατινοαμερικάνος ντετέκτιβ. Ζούσα στη Νέα Υόρκη και ο Μαρκ Τουέιν με προσλάμβανε για να σώσω τη ζωή κάποιου που δεν είχε πρόσωπο. Θα είναι μια καταραμένα δύσκολη υπόθεση, κύριε Τουέιν, του έλεγα.
35. Ονειρεύτηκα πως ερωτευόμουν την Άλις Σέλντον. Αυτή δε με αγαπούσε. Έτσι προσπαθούσα ν'αυτοκτονήσω σε τρεις ηπείρους. Περνούσαν τα χρόνια. Επιτέλους, όταν ήμουν πια πολύ γέρος, εκείνη εμφανιζόταν από το άλλο άκρο της Παραλιακής Οδού στη Νέα Υόρκη και μέσω σημάτων (σαν αυτά που έκαναν στα αεροπλανοφόρα για να προσγειώνονται οι πιλότοι) μου έλεγε πως πάντα με αγαπούσε.
36. Ονειρεύτηκα πως έκανα ένα 69 με την Αναΐς Νιν πάνω σε μια τεράστια πλάκα από βασάλτη.
37. Ονειρεύτηκα πως γαμούσα την Κάρσον ΜακΚάλερς σε ένα δωμάτιο, στα σκοτεινά, την άνοιξη του 1981. Και οι δυο αισθανόμασταν παράλογα ευτυχισμένοι.
38. Ονειρεύτηκα πως γυρνούσα στο παλιό μου Λύκειο και πως ο Αλφόνς Ντωντέ ήταν ο καθηγητής μου στα γαλλικά. Κάτι αδιόρατο μας υποδείκνυε πως ονειρευόμασταν. Ο Ντωντέ κοιτούσε συνέχεια από το παράθυρο και κάπνιζε την πίπα του Ταρταρέν.
39. Ονειρεύτηκα πως έμενα κοιμισμένος ενώ οι συμμαθητές μου από το Λύκειο προσπαθούσαν να ελευθερώσουν τον Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τερεζίν. Όταν ξυπνούσα μια φωνή με διέταζε να μπω σε κίνηση. Γρήγορα, Μπολάνιο, γρήγορα, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Φτάνοντας έβρισκα μόνο ένα γέρο ντετέκτιβ να σκαλίζει τα καπνισμένα ερείπια στην άσφαλτο.
40. Ονειρεύτηκα πως μια καταιγίδα από απόκοσμα νούμερα ήταν ό,τι απέμενε από τα ανθρώπινα όντα τρία δισεκατομμύρια χρόνια αφότου η Γη είχε πάψει να υφίσταται.
41. Ονειρεύτηκα ότι ονειρευόμουν και πως στις τελευταίες στοές των ονείρων συναντούσα το όνειρο του Ρόκε Δάλτον: το όνειρο των γενναίων που πέθαναν για μια χίμαιρα του κώλου.
42. Ονειρεύτηκα πως ήμουν δεκαοχτώ χρονών και πως έβλεπα τον καλύτερό μου φίλο από τότε, που ήταν επίσης δεκαοχτώ, να κάνει έρωτα με τον Ουόλτ Ουίτμαν. Το έκαναν σε μια πολυθρόνα, ατενίζοντας το άγριο σούρουπο της Τσιβιταβέκια.
43. Ονειρεύτηκα πως ήμουν φυλακισμένος και πως ο Βοήθιος ήταν συγκρατούμενός μου. Κοίτα, Μπολάνιο, έλεγε απλώνοντας το χέρι και την πένα στο μισοσκόταδο: δεν τρέμουν! Δεν τρέμουν! (Μετά από λίγο, προσέθετε με γαλήνια φωνή: αλλά θα τρέμουν όταν αναγνωρίσουν το μαλάκα το Θεοδώριχο.)
44. Ονειρεύτηκα πως μετέφραζα Μαρκήσιο Ντε Σαντ με χτυπήματα τσεκουριού. Είχα τρελαθεί και ζούσα σε ένα δάσος.
45. Ονειρεύτηκα πως ο Πασκάλ μιλούσε για το φόβο με κρυστάλλινες λέξεις σε μια ταβέρνα της Τσιβιταβέκια: «Τα θαύματα δεν χρησιμεύουν στο να μεταμορφώνουν, αλλά στο να καταδικάζουν», έλεγε.
46. Ονειρεύτηκα πως ήμουν ένας γέρος λατινοαμερικάνος ντετέκτιβ και πως ένα μυστηριώδες Ίδρυμα με επιφόρτιζε να βρω τα πιστοποιητικά θανάτου των Ιπτάμενων Λατίνο(***). Ταξίδευα σε όλο τον κόσμο: νοσοκομεία, πεδία μάχης, ποτάδικα, εγκατελειμμένα σχολεία.
47. Ονειρεύτηκα ότι ο Μπωντλέρ έκανε έρωτα με μια σκιά σε ένα δωμάτιο όπου είχε διαπραχθεί ένα έγκλημα. Αλλά τον Μπωντλέρ δεν τον ενδιέφερε. Πάντα είναι το ίδιο, έλεγε.
48. Ονειρεύτηκα ότι μια νεαρή δεξάξι χρονών εισερχόταν στο τούνελ των ονείρων και μας ξυπνούσε με δύο είδη βέργας. Η κοπέλα ζούσε σ’ένα τρελοκομείο και σιγά σιγά γινόταν πιο τρελή. 
49. Ονειρεύτηκα πως στις ταχυδρομικές άμαξες που έμπαιναν και έβγαιναν από τη Τσιβιταβέκια έβλεπα το πρόσωπο του Μαρσέλ Σβωμπ. Το όραμα ήταν φευγαλέο. Ένα πρόσωπο σχεδόν ημιδιάφανο, με τα μάτια κουρασμένα, γεμάτο ευτυχία και πόνο.
50. Ονειρεύτηκα πως μετά την καταιγίδα ένας Ρώσος συγγραφέας και οι Γάλλοι φίλοι του επέλεγαν μαζί την ευτυχία. Χωρίς να ρωτούν ούτε να ζητούν τίποτα. Όπως εκείνος που καταρρέει χωρίς νόημα πάνω στο αγαπημένο του χαλί.  
51. Ονειρεύτηκα πως οι ονειροπόλοι είχαν πάει στον πόλεμο των λουλουδιών(****). Κανείς δεν είχε επιστρέψει. Στους πίνακες των ξεχασμένων στρατώνων στα βουνά κατάφερα να διαβάσω μερικά ονόματα. Από έναν μακρινό τόπο μια φωνή μετέδιδε ξανά και ξανά εντολές εξαιτίας των οποίων εκείνοι είχαν καταδικαστεί.
52. Ονειρεύτηκα πως ο άνεμος μετακινούσε τη φθαρμένη πινακίδα μιας ταβέρνας. Στο εσωτερικό ο Τζέιμς Μάθιου Μπάρι έπαιζε ζάρια με πέντε απειλητικούς κυρίους.
53. Ονειρεύτηκα πως επέστρεφα στους δρόμους, αλλά αυτή τη φορά δεν ήμουν πια δεκαπέντε χρονών, μα πάνω από σαράντα. Κατείχα μόνο ένα βιβλίο, το οποίο κουβαλούσα στο μικρό μου σακίδιο. Με το που πήγαινα να περπατήσω, το βιβλίο ξεκινούσε να καίγεται. Ξημέρωνε και σχεδόν δεν περνούσαν αμάξια. Ενώ πετούσα το καμμένο σακίδιο σε ένα χαντάκι, ένιωσα πως με έτσουζε η πλάτη μου λες και είχα φτερά.
54. Ονειρεύτηκα ότι οι δρόμοι της Αφρικής ήταν γεμάτοι χρυσοθήρες, πιονέρους, συγκεφαλαιωτές. 
55. Ονειρεύτηκα πως κανένας δεν πεθαίνει την παραμονή. 
56. Ονειρεύτηκα ότι ένας άντρας γυρνούσε την όραση προς τα πίσω, στο αναμορφικό τοπίο των ονείρων και πως η ματιά του ήταν σκληρή σαν ατσάλι αλλά κατακερματιζόταν εξίσου σε πολλαπλές ματιές κάθε φορά πιο αθώες, κάθε φορά πιο ανυπεράσπιστες.
57. Ονειρεύτηκα ότι ο Ζωρζ Περέκ ήταν τριών χρονών και έκλαιγε απαρηγόρητα. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω. Τον έπαιρνα αγκαλιά, του αγόραζα ζαχαρωτά, βιβλία για ζωγραφική. Μετά πηγαίναμε στην Παραλιακή Οδό της Νέας Υόρκης κι ενώ εκείνος έπαιζε στην τσουλήθρα εγώ έλεγα στον εαυτό μου: δεν χρησιμεύω πουθενά, αλλά θα είμαι χρήσιμος στο να σε προσέχω, κανείς δε θα σου κάνει κακό, κανείς δε θα προσπαθήσει να σε σκοτώσει. Μετά ξεκινούσε να βρέχει και επιστρέφαμε ήσυχα στο σπίτι. Αλλά που ήταν το σπίτι μας;
BLANES, 1994
Tres, 2000

* Τα ονόματα των συγγραφέων και των ποιητών που αναφέρει ο Μπολάνιο και για τους οποίους δε βρήκα πληροφορίες στα ελληνικά, έκανα μια απόπειρα να τα μεταφράσω, ωστόσο, έχω αφήσει σε αγκύλες το πρωτότυπο όνομα σε περίπτωση που κάποιος θελήσει να τους αναζητήσει. 
** "Το Άγνωστο Πανεπιστήμιο" (La universidad desconocida) τιτλοφορείται η έκτη και τελευταία ποιητική συλλογή του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Ο τίτλος έχει παρθεί από το διήγημα του Άλφρεντ Μπέστερ The men who killed Mohammed.
*** Ο όρος που χρησιμοποιεί ο Μπολάνιο (sudacas) χρησιμοποιείται υποτιμητικά στην Ισπανία για τους Λατινοαμερικάνους. Επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη στα ελληνικά, χρησιμοποίησα τη λέξη "Λατίνος" που χρησιμοποιείται αντίστοιχα στις ΗΠΑ , και με κάποιον τρόπο, έχει έστω φτάσει στην Ελλάδα.
****Ο πόλεμος των λουλουδιών έλαβε χώρα μεταξύ των Αζτέκων και των εχθρών τους στα μέσα του 15ου αιώνα και πριν την άφιξη των Ισπανών.