Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Περσεφόνη, της Γουαδαλούπε Νετέλ

(Μετάφρ.: Nathalie)



Ξύπνησε με τη γαλήνια αίσθηση εκείνου που έχει κοιμηθεί πολλές ώρες. Ήταν η πρώτη φορά εδώ και πολλές μέρες που δεν ένιωθε πονοκέφαλο κι αυτό τον ενθάρρυνε να σηκωθεί νωρίς για να εκμεταλλευτεί την Κυριακή. Πιο αργά θα έπαιρνε τη μητέρα του για να της διηγηθεί πως η υγεία του καλυτέρευε και να την πείσει πως δεν άξιζε τον κόπο να ξοδεύει τόσα χρήματα σε εκείνες τις εξετάσεις. Αλλά σχεδόν αμέσως, με το που έβαλε τα πόδια στο πάτωμα, παρατήρησε πως δεν ήταν μόνος. Δίπλα του, από την άλλη πλευρά του κρεβατιού, υπήρχε μια γυναίκα. Ήταν με την πλάτη γυρισμένη, με το πρόσωπο κρυμμένο κάτω από το μαξιλάρι, τον κορμό ξεσκέπαστο και τα πόδια κάτω από το σεντόνι. Το μόνο που κατάφερε να ξέρει γι' αυτή ήταν πως δεν τη γνώριζε. Χωρίς να σταματήσει να το σκέφτεται, βγήκε ανήσυχος από το δωμάτιο.

Μόλις έφτασε στο διάδρομο, οι ερωτήσεις και οι μομφές πετάχτηκαν πάνω του σαν εξαγριωμένοι γάτοι. Διέσχισε το διάδρομο περπατώντας με αδεξιότητα, μάζεψε την εφημερίδα που τον περίμενε κάτω από την πόρτα, διάβασε την ημερομηνία και τον τίτλο για να την αφήσει μετά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, χωρίς καν να την ανοίξει. Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να ηρεμήσει και να φτιάξει έναν καφέ` να πάρει κάποια κομμάτια από αυτό το ψωμί, το λίγο σκληρό, που εξείχε στο καλάθι και να θυμηθεί χωρίς άγχος τη διαδρομή των τελευταίων του κινήσεων, τις τελευταίες τηλεφωνικές κλήσεις, το γεύμα στο σπίτι των γονιών του. Δεν υπήρχαν κενά: η προηγούμενη μέρα ήταν ένα συνεχές νήμα, χωρίς ανεξήγητους κόμπους, μια ανώδυνη γραμμή όπου δεν είχαν θέση ούτε η σύγχυσή του ούτε το ζευγάρι τα μικρούλια στήθη που αχνοφαίνονταν με το λίγο φως που διέσχιζε τις κουρτίνες του.

Ίσως το πιο φυσικό θα ήταν να την ξυπνήσει, να ζητήσει συγγνώμη, να εξηγήσει την αντίδρασή του, να της πει πως εδώ και κάποιο καιρό η υγεία του τον πρόδιδε, να προτείνει ακόμη να τον βοηθήσει να αναπλάσει τη συνάντηση. Αλλά δεν τόλμησε. Δίχως να τελειώσει τη μπαντερίγια* που είχε βάλει πάνω στο πιάτο, άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να πίνει γουλιές από τον καφέ του, πικρό σαν μικρή τιμωρία. Η ειλικρίνια εκείνη τη στιγμή θα είχε καταλήξει σε προσβολή, ένας λόγος σαν εκείνο θα είχε την επίγευση ψέματος ή κυνισμού, πάνω απ' όλα όχι αυτό που περιμένει ένα άτομο που ξυπνά σε ένα ξένο κρεβάτι. Είπε πως τα πράγματα πάντα έχουν μια σειρά και πως ίσως ήταν δυνατό να την ανακτήσει, να επαναφέρει ένα δίκτυο από ραντεβού και τηλεφωνικές κλήσεις που τώρα δεν είχε στο μυαλό του, αλλά που αργά ή γρήγορα θα θυμόταν με εικόνες και αναγωγές. Για μια στιγμή ξαναείδε τους μυτερούς αγκώνες, τα λεπτά μπράτσα γύρω από το μαξιλάρι. Η ανάμνηση του σώματός της του φαινόταν ήδη αόριστη, λες και αντί να την έχει αφήσει στο δωμάτιο εδώ και μια ώρα, να την είχε δει πριν από χρόνια.  Εν τούτοις, με κάποιον τρόπο, η γυναίκα του φαινόταν γνωστή κι αυτή η οικειότητα τον φόβιζε.

Οι ναυτίες επέστρεψαν και μαζί τους ο πονοκέφαλος. Είχε βδομάδες που επώαζε μια αδιαθεσία για την οποία δεν ήθελε να ξέρει τίποτα και στην οποία αρνούνταν να πιστέψει, λες και η πραγματικότητα επεδείκνυε συνεχώς μια πλασματική πτυχή, ένα ψεύτικο πρόσωπο, ή σαν να είχε πάψει να της ανήκει. Από το παράθυρο της κουζίνας, κοίταξε το πρωινό. Ένας γάτος περπατούσε πάνω στην απέναντι μάντρα. Το κτίριο, που είχε αρχίσει εδώ και πάνω από πέντε χρόνια, συνέχιζε να είναι υπό κατασκευή. Η σκηνή μεγάλωσε την αίσθηση αηδίας του. Χωρίς να ξέρει πότε ακριβώς, είχε ξεκινήσει να αναπολεί ένα μακρινό τόπο, με άλλο ουρανό, άλλα δέντρα, άλλη μάντρα κι άλλο γάτο. Αυτή η εντύπωση της απόκλισης τον κυνηγούσε ακόμη και στη δουλειά. Και τώρα η γυναίκα. Είχε όρεξη να επιστρέψει στο δωμάτιο και να τη διώξει με τις κλωτσιές, τι θράσος, να ξυπνάει στο κρεβάτι του, τι έλλειψη σεβασμού, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε πως δεν μπορούσε. Δεν ήταν ικανός να χτυπήσει κανέναν, το αντίθετο, ένιωθε τελείως άοπλος, ανυπεράσπιστος, στο έλεος του καθενός. Οπότε και άρχισε να έχει την υποψία πως εκείνη δεν κοιμόταν. Τώρα αμέσως έπρεπε να περιμένει στο δωμάτιο, γευόμενη τη σύγχυσή του. Χωρίς να κάνει θόρυβο, θα είχε μπει στο σπίτι του σαν τον κλέφτη, περιμένοντας όλο το βράδυ για να τον αιφνιδιάσει. Να δρούσε μόνη ή να είχε σταλεί από κάποιον; Θα πρέπει να υπήρχε κάποιο ίχνος στο σαλόνι, κάποια τσάντα, κάποιος σάκος, μια μεταμφίεση, μια κλειδοθήκη στο τραπεζάκι στη μέση. Βάλθηκε να ψάχνει σε όλα τα μέρη αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Νικημένος από τον πόνο, αφέθηκε να πέσει πάνω στην πολυθρόνα. Από κάποιο κοντινό τόπο, ίσως από το γειτονικό διαμέρισμα, του έφτασε ο απόηχος ενός τσάρλεστον, σχεδόν μπορούσε να το ακούσει. Έκλεισε τα μάτια, φαντάστηκε τον εαυτό του να χορεύει.  Η γυναίκα που είχε δει στο κρεβάτι του, ακολουθούσε το ρυθμό άψογα, λες και αντί να τον τηρεί, να υπαγόρευε το ρυθμό στα όργανα. Η εικόνα ήταν τόσο αληθινή που φοβήθηκε και αποφάσισε να σηκωθεί. Οπότε γύρισε στην κουζίνα για να περιμένει στο τραπέζει, περιχαρακωμένος σε αυτό το ψεύτικο πρωινό. Όταν θα ξυπνούσε, εκείνη θα ήξερε τι να κάνει, σε κάθε περίπτωση ήταν η μόνη που γνώριζε την κατάσταση και το υπόβαθρό της. Αποφάσισε πως αν δεν έφευγε γρήγορα- μακάρι να το έκανε- θα της προσέφερε ένα πιάτο με δημητριακά, σίγουρα λιγότερο μπαγιάτικα από το γλυκό ψωμί. Θα την αποκαλούσε "εσύ" μέχρι εκεί που ήταν δυνατό, ίσως να επιστρέτευε τρυφερά επίθετα για να κρύψει την απόλυτη άγνοια για το όνομά της.

Γιατί καθυστερούσε τόσο; Ήταν σχεδόν έντεκα και το φως έμπαινε ευθύ μέσα από τα παράθυρα του δωματίου. Παρόλο που το επιχείρησε, δεν μπόρεσε να εξηγήσει την καθυστέρησή της χωρίς κάποιο ίχνος τραγωδίας ή ενοχής. Θα ήταν παράλογο να βγει από το κρεβάτι με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να σιγουρευτεί πρώτα πως εκείνη ήταν καλά και κοιμόταν χωρίς προβλήματα. Σε κάθε περίπτωση, ήταν αναντίρρητο πως είχαν περάσει τη νύχτα μαζί, γιατί δεν είχε εκμεταλλευτεί την ιδιωτικότητα του πρωινού για να μάθει αν ήταν αναγκαίο να ανησυχεί; Από κάποιον τόπο εξίσου πραγματικό και πλασματικό όπως τα βυζιά, όπως το μαύρο μαλλί πάνω στην πλάτη, του έφτασε ένα άγριο συναίσθημα συμπόνοιας για τη γυναίκα που σε οποιαδήποτε διάθεση ή κατάσταση υγείας -όλα ήταν πιθανά τώρα- θα έβαζε μόνη τα ρούχα της για να φύγει από το σπίτι του εκείνη την εχθρική και ζεστή Κυριακή. Αναρωτήθηκε αν τουλάχιστον είχαν περάσει καλά και προσπάθησε να το επιβεβαιώσει μυρίζοντας τα απομεινάρια της νύχτας στην άκρη των δαχτύλων του, αλλά αντί για μια μυρωδιά από δέρμα διέκρινε τη βρόμα από υγρασία με την οποία ξεκινούσαν πάντα οι ναυτίες. Εκείνη τη φορά, εν τούτοις, μπόρεσε να τις ελέγξει και δεν ήταν απαραίτητο να σπεύσει στο μπάνιο. Οπότε αποφάσισε να ανοίξει την πόρτα.

Όταν μπήκε στο δωμάτιο, η γυναίκα δεν ήταν πια στο κρεβάτι, αλλά κάτι στον αέρα πρόδιδε την παρουσία της. Έγειρε ένα λεπτό πάνω στο μαξιλάρι, περιμένοντας να περάσει η αδιαθεσία και πάνω απ' όλα εκείνη η επίμονη μυρωδιά που τα διαπερνούσε όλα σαν ναυτία, σαν κάποια λεπτά και λάγνα μπράτσα που τον περίμεναν μια ζωή, με υπομονή, και τώρα τον δέχονταν αργά, με γλυκύτητα, οδηγώντας τον σε εκείνο τον τόπο τον όχι τόσο μακρινό, όπως εκείνος πάντα πίστευε, αλλά τον απίστευτα κοντινό, και να τον πάρουν σ' εκείνη την ηλιόλουστη Κυριακή από την οποία ποτέ κανείς δεν επιστρέφει.

*μπαντερίγια=  το μεξικανικό hot-dog, με λουκάνικο σε τηγανητή κρούστα καλαμποκιού

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου