Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Το διήγημα, του Ρικάρντο Πίλια

(Μετάφρ.: Nathalie)


I. Σε ένα από τα τετράδια σημειώσεών του, ο Τσέχωφ κατέγραψε αυτό το ανέκδοτο: Ένας άντρας, στο Μοντεκάρλο, πηγαίνει στο καζίνο, κερδίζει ένα εκατομμύριο, γυρίζει στο σπίτι, αυτοκτονεί. Η κλασική φόρμα του διηγήματος συνοψίζεται στον πυρήνα αυτού του μελλοντικού αφηγήματος που δε γράφτηκε. Ενάντια στο προβλέψιμο και το συμβατικό (παίζω- χάνω- αυτοκτονώ), η ίντριγκα τίθεται σαν μια παραδοξολογία. Το ανέκδοτο τείνει να αποσυνδέει την ιστορία του παιχνιδιού και την ιστορία της αυτοκτονίας. Τούτη η τομή είναι κλειδί για να οριστεί ο διπλός χαρακτήρας της φόρμας του διηγήματος.
Θέση πρώτη: ένα διήγημα πάντα διηγείται δύο ιστορίες.

II. Το κλασικό διήγημα (Πόε, Κιρόγα) διηγείται  σε πρώτο πλάνο την ιστορία 1 (το αφήγημα του παιχνιδιού) και κατασκευάζει κρυφά την ιστορία 2 (το αφήγημα της αυτοκτονίας). Η τέχνη του διηγηματογράφου αποτελείται από το να ξέρει να κρυπτογραφήσει την ιστορία 2 στα κενά της ιστορίας 1. Ένα ορατό αφήγημα κρύβει ένα κρυφό αφήγημα, διηγημένο με έναν ελλειπτικό και αποσπασματικό τρόπο. Το αποτέλεσμα της έκπληξης παράγεται όταν το τέλος της κρυφής ιστορίας έρχεται στην επιφάνεια.

III. Κάθε μία από τις δύο ιστορίες λέγεται με ένα διαφορετικό τρόπο. Το να δουλεύει κανείς με δύο ιστορίες θα πει να δουλεύει με δύο διαφορετικά συστήματα αιτιότητας. Τα ίδια περιστατικά εισέρχονται ταυτόχρονα σε δύο ανταγωνιστικές αφηγηματικές λογικές. Τα ουσιώδη στοιχεία του διηγήματος έχουν διπλή λειτουργία και χρησιμοποιούνται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε μία από τις δύο ιστορίες. Τα σημεία όπου διασταυρώνονται είναι το θεμέλιο της κατασκευής.

IV. Στο Ο θάνατος και η πυξίδα, στην αρχή του αφηγήματος, ένας βιβλιοπώλης αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο. Τούτο το βιβλίο βρίσκεται εκεί διότι είναι αναπόσπαστο όπλο της κρυφής ιστορίας. Πώς θα γίνει ένας γκάνγκστερ όπως ο Ρεντ Σκάρλαχ να είναι γνώστης των σύνθετων εβραϊκών παραδόσεων και ικανός να στήσει στον Λόνροτ μια μυστικιστική και φιλοσοφική παγίδα; Ο συγγραφέας, Μπόρχες, του παραδίδει τούτο το βιβλίο για να διδαχθεί. Στον ίδιο χρόνο χρησιμοποιεί την ιστορία 1 για να μεταμφιέσει τούτη τη λειτουργία: το βιβλίο φαίνεται να βρίσκεται εκεί σε συνάφεια με τη δολοφονία του Γιαρμολίνσκι και απαντά σε μια ειρωνική αιτιότητα. Ένας από τούτους τους βιβλιοπώλες που πιστεύουν πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι μοιραίο ν' αγοράσει κάποτε οποιοδήποτε βιβλίο, εξέδωσε μια λαϊκή έκδοσης της "Ιστορίας της σέκτας των Χασιντίμ". Αυτό που είναι επιφανειακό στη μια ιστορία, είναι βασικό στην άλλη. Το βιβλίο του βιβλιοπώλη είναι ένα παράδειγμα (όπως ο τόμος από τις Χίλιες και μια νύχτες στο Νότο, όπως το σημάδι στο Σχήμα του Σπαθιού) του διφορούμενου θέματος που κάνει τη μικροσκοπική αφηγηματική μηχανή ενός διηγήματος να λειτουργήσει.

V. Το διήγημα είναι ένα αφήγημα που περικλύει ένα κρυφό αφήγημα. 
Δεν έχει να κάνει με ένα κρυμμένο νόημα που εξαρτάται από την ερμηνεία: το αίνιγμα δεν είναι κάτι άλλο από μια ιστορία που λέγεται με έναν τρόπο αινιγματικό. Η στρατηγική του αφηγήματος τίθεται στη διάθεση αυτής της κρυπτογραφημένης αφήγησης. Πώς να διηγηθεί κανείς μια ιστορία ενώ διηγείται άλλη; Τούτη η ερώτηση συνοψίζει τα τεχνικά προβλήματα του διηγήματος.

Θέση δεύτερη: η κρυφή ιστορία είναι το κλειδί της φόρμας του διηγήματος.

VI. H σύγχρονη εκδοχή του διηγήματος που έρχεται από τον Τσέχωφ, την Κάθριν Μάνσφιλντ, το Σέργουντ Άντερσον, τον Τζόις των Δουβλινέζων, εγκαταλείπει το αναπάντεχο φινάλε και την κλειστή δομή` δουλεύει την ένταση ανάμεσα στις δύο ιστορίες χωρίς ποτέ να την επιλύει. Διηγείται την κρυφή ιστορία με έναν τρόπο πιο ασαφή κάθε φορά. Το κλασικό διήγημα του Πόε διηγόταν μια ιστορία αναγγέλλοντας πως υπήρχε άλλη` το μοντέρνο διήγημα διηγείται δύο ιστορίες σαν να ήταν μία και μόνη. Η θεωρία του παγόβουνου του Χέμινγουεϊ είναι η πρώτη σύνθεση τούτης της διαδικασίας του μετασχηματισμού: το πιο σημαντικό δε λέγεται ποτέ. Η κρυφή ιστορία κατασκευάζεται με το μη  ειπωμένο, με το αντιληπτό και με τον υπαινιγμό.

VII. Ο μεγάλος ποταμός με τις δύο καρδιές, ένα από τα θεμελιώδη αφηγήματα του Χέμινγουεϊ, κρυπτογραφεί μέχρι τέτοιο σημείο την ιστορία 2 (τα αποτελέσματα του πολέμου στον Νικ Άνταμς), που το διήγημα φαίνεται ως η ασήμαντη περιγραφή μια εκδρομής για ψάρεμα. Ο Χέμινγουεϊ βάζει όλη του την τεχνογνωσία στην ερμητική αφήγηση της κρυφής ιστορίας. Χρησιμοποιεί με τέτοια μαεστρία την τέχνη της έλλειψης που επιτυγχάνει να γίνει αντιληπτή η απουσία άλλου αφηγήματος. Τι θα είχε κάνει ο Χέμινγουεϊ με το ανέκδοτο του Τσέχωφ; Θα αφηγούταν με ακριβείς λεπτομέρειες την παρτίδα και το περιβάλλον όπου αναπτύσσεται το παιχνίδι, και την τεχνική που χρησιμοποιεί ο παίχτης για να στοιχηματίσει, και τον τύπο του ποτού που πίνει. Δε θα έλεγε ποτέ πως τούτος ο άντρας θα αυτοκτονήσει, αλλά θα έγραφε το διήγημα λες και ο αναγνώστης το ήξερε ήδη.

VIII. Ο Κάφκα διηγείται με σαφήνεια και απλότητα την κρυφή ιστορία και αφηγείται αθόρυβα τη φανερή ιστορία μέχρις ώτου τη μετατρέψει σε κάτι αινιγματικό και σκοτεινό. Τούτη η επένδυση καλύπτει το καφκικό. Την ιστορία της αυτοκτονίας στο ανέκδοτο του Τσέχωφ θα είχε διηγηθεί ο Κάφκα σε πρώτο πλάνο και με απόλυτη φυσικότητα. Το τρομερό θα ήταν επικεντρωμένο στην παρτίδα, που θα τη διηγόταν με έναν ελλειπτικό και απειλητικό τρόπο.

IX. Για τον Μπόρχες, η ιστορία 1 είναι ένα κειμενικό είδος και η ιστορία 2 είναι πάντα η ίδια. Για να μετριάσει ή να μεταμφιέσει τη μονοτονία αυτής της κρυφής ιστορίας, ο Μπόρχες ανατρέχει στις αφηγηματικές παραλλαγές που του προσφέρουν τα διάφορα κειμενικά είδη. Όλα τα διηγήματα του Μπόρχες είναι κατασκευασμένα με τούτη τη διαδικασία.
Τη φανερή ιστορίατο διήγημα, στο ανέκδοτο του Τσέχωφ θα είχε διηγηθεί ο Μπόρχες σύμφωνα με τα στερεότυπα (ελαφρώς παρωδημένα) μιας παράδοσης ή ενός κειμενικού είδους. Μια παρτίδα τάμπα ανάμεσα σε κυνηγημένους γκάουτσος (λέμε τώρα) στο βάθος μιας αποθήκης, στην εντρετεριανή πεδιάδα, διηγημένη από ένα γέρο στρατιώτη από το ιππικό της Ουρκίσα, φίλο του Ιλάριο Ασκασούμπι. Το αφήγημα της αυτοκτονίας θα ήταν μια ιστορία κατασκευασμένη με τη συμπύκνωση και την επικάλυψη της ζωής ενός άντρα σε μια μοναδική σκηνή ή πράξη που ορίζει τη μοίρα του.

X. Η θεμελιώδης παραλλαγή που εγκαινίασε ο Μπόρχες στην ιστορία του διηγήματος αποτελείτο από να βγάζει από την κρυπτογραφημένη κατασκευή της ιστορίας 2 το θέμα του αφηγήματος. Ο Μπόρχες αφηγείται τους ελιγμούς κάποιου που κατασκευάζει διεστραμμένα μια κρυφή πλοκή με τα υλικά μιας φανερής ιστορίας. Στο Ο Θάνατος και η πυξίδα, η ιστορία 2 είναι μια σκόπιμη κατασκευή του Σκάρλαχ. Το ίδιο συμβαίνει με τον Ασεβέδο Μπαντέιρα στο Ο νεκρός, με τον Νόλαν στο Θέμα του προδότη και του ήρωα.
Ο Μπόρχες (όπως ο Πόε, όπως ο Κάφκα) ήξερε να μεταμορφώνει τα προβλήματα της αφηγηματικής μορφής σε ανέκδοτα.

XI. Το διήγημα κατασκευάζεται για να κάνει τεχνητά να εμφανιστεί κάτι που ήταν κρυμμένο. Αναπαράγει την αναζήτηση, πάντα ανανεωμένη από μια μοναδική εμπειρία που να μας επιτρέπει να βλέπουμε, κάτω από την αδιαφανή επιφάνεια της ζωής, μια κρυφή αλήθεια. Το στιγμιότυπο  που μας κάνει να ανακαλύπτουμε το άγνωστο, όχι σε κάποια μακρινή, άγνωστη γη, αλλά στην ίδια την καρδιά του άμεσου, έλεγε ο Ρεμπώ.
Τούτη η βέβηλη φώτιση έχει μετατραπεί στη μορφή του διηγήματος.

Πηγή

* Σημείωση: Για τους τίτλους και τα κύρια ονόματα στις ιστορίες που αναφέρονται, καθώς και για κάποιες λέξεις, εμπιστεύτηκα όσον αφορά τον Μπόρχες τις μεταφράσεις του Αχιλλέα Κυριακίδη και όσον αφορά τον Χέμινγουεϊ τις μεταφράσεις της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου και της Ελεάννας Λαμπάκη.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Ονειρεύομαι μια γυναίκα που ονειρεύεται, του Κάρλος Σάλεμ

(Μετάφρ.: Nathalie)



Ονειρεύομαι μια γυναίκα που ονειρεύεται
πως είναι άλλες και συνάμα η ίδια.
Που ανακαλύπτει το δέρμα της και το διατρέχει
με διακριτικότητα πουλιού
με αφή σύννεφου χαμηλού
με την αδηφαγία του άγνωστου.

Ονειρεύομαι μια γυναίκα που αναζητεί τον εαυτό της στις υπόλοιπες,
και που θα παραστρατούσε προς τις υπόλοιπες για να βρει τον εαυτό της.
Που ρωτά τη μοίρα της στους καθρέφτες
Και μπερδεύει τα όνειρα με τις αναμνήσεις.

Ονειρεύομαι μια γυναίκα που μαθαίνει να μετρά
όταν χάνει το μέτρημα με τα δάχτυλα.

Που δε φοβάται την τριβή αν είναι να καλέσει την ιδιοφυΐα.
Και ποτέ δεν συμβιβάζεται με τρεις μόνο επιθυμίες.

Ονειρεύομαι μια γυναίκα που ονειρεύεται και ξελύνεται
Όταν οι συμβάσεις είναι φίμωτρα.

Που ξεδιπλώνει τις φαντασίες της σε όλο τους το εύρος
και δε φοβάται να πάρει το τιμόνι στις καταιγίδες.

Ονειρεύομαι μια γυναίκα που είναι κοντά και μακριά
και ανοίγεται όπως μια πατρίδα δίχως σύνορα.

Που είναι άγρια όπως μια λύκαινα σε οίστρο
και ικανή να πιει τους ωκεανούς μου.

Ονειρεύομαι μια γυναίκα που ντύνεται με κορμιά
πάντα τόσο οικεία και τόσο ξένα.

Και γυμνή από μάσκες απογειώνεται
και ανέρχεται πετώντας, με τον ουρανό εντός της.

Ονειρεύομαι μια γυναίκα που με ονειρεύεται
και που με το να μας ονειρεύεται απελευθερώνεται.

Που δεν βάζει μάνταλο στην επιθυμία.
Και που ανοίγεις όλες της τις πόρτες.

Ώστε η επιθυμία
κι εγώ
να μπούμε
όταν μας ονειρεύεται
ξύπνια.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Η θεία Ντανιέλα*, της Άνχελες Μαστρέττα

(Μετάφρ.: Nathalie)

Σκεπτόμενη την Ελένα δε λα Κόντσα


Η θεία Ντανιέλα ερωτεύτηκε όπως ερωτεύονται πάντα οι έξυπνες γυναίκες: σαν ηλίθια. Τον είχε δει να φτάνει ένα πρωινό, περπατώντας με τους ώμους στητούς, με ένα γαλήνιο περπάτημα και είχε σκεφτεί: "Αυτός ο άνθρωπος περνιέται για Θεός". Αλλά στο λίγο που τον άκουσε να λέει ιστορίες για κόσμους άγνωστους και για πάθη παράξενα, ερωτεύτηκε αυτόν και τα μπράτσα του σαν να μη μιλούσε λατινικά από κοριτσάκι, να μην ήξερε λογική, να μην είχε εκπλήξει μισή πόλη αντιγράφοντας τα παιχνίδια του Γκόνγκορα και της Σορ Χουάνα όπως κάποιος που απαντά σε ένα τραγούδι πάνω στη διασκέδαση.
Ήταν τόσο σοφή που κανένας άντρας δεν ήθελε να μπλεχτεί μαζί της, όσο κι αν είχε μελιά μάτια κι ένα αστραφτερό στόμα, όσο και το κορμί της να χάιδευε τη φαντασία ξυπνώντας την όρεξη να το κοιτάξεις γυμνό, όσο κι αν ήταν όμορφη όσο η παρθένος του Ροζάριο. Προκαλούσε πόνο να την αγαπάς γιατί υπήρχε κάτι στην εξυπνάδα της που υπαινισσόταν μια περιφρόνηση για το αντίθετο φύλο και τις συγχύσεις του.
 Αλλά εκείνος ο άντρας που δεν ήξερε τίποτα για εκείνη και τα βιβλία της, την πλησίασε όπως τον οποιονδήποτε. Οπότε η θεία Ντανιέλα τον προίκισε με μια εξυπνάδα εκτυφλωτική, μια αρετή αγγέλου κι ένα ταλέντο καλλιτέχνη. Κοίταξε το κεφάλι του με τόσους τρόπους, που σε δώδεκα μέρες πίστεψε ότι γνώρισε εκατό άντρες.
Τον θέλησε πεπεισμένη ότι ο Θεός μπορεί να περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς, παραδομένη ως τα νύχια στους πόθους και τα ευφυολογήματα ενός τύπου που ποτέ δεν ήρθε για να μείνει και ποτέ δεν κατάλαβε ούτε ένα από όλα τα ποιήματα που η Ντανιέλα θέλησε να του διαβάσει για να εξηγήσει την αγάπη της.
Μια μέρα, έτσι όπως είχε έρθει, έφυγε, πριν αποχαιρετήσει κανέναν. Και δεν υπήρχε τότε στη στρογγυλή λογική της θείας Ντανιέλα ούτε μια υπόνοια ικανή για να την κάνει να καταλάβει τι είχε συμβεί.
Υπνωτισμένη από έναν πόνο δίχως όνομα ούτε προορισμό έγινε η πιο χαζή από τις χαζές. Το να τον χάσει υπήρξε μια τιμωρία μακρά όπως η αϋπνία, ένα γήρας αιώνων, η κόλαση.
Για λίγες μέρες φωτός, για μια ένδειξη, για τα μάτια από σίδερο και ικεσία που της δάνεισε μια νύχτα, η θεία Ντανιέλα έθαψε κάθε όρεξη να είναι ζωντανή κι άρχισε να χάνει τη λάμψη του δέρματος, τη δύναμη των ποδιών, την ένταση στο κούτελο και στα σπλάχνα.
Έμεινε σχεδόν τυφλή μέσα σε τρεις μήνες, μια καμπούρα φύτρωσε στην πλάτη της, και  κάτι συνέβη στο θερμοστάτη της έτσι που παρά το ότι περπατούσε στο φως του ήλιου με παλτό και κάλτσες, τουρτούριζε από το κρύο λες και ζούσε στο ίδιο το κέντρο του χειμώνα. Την έβγαζαν στον αέρα όπως ένα καναρίνι. Κοντά της έβαζαν φρούτα και μπισκότα για να τσιμπολογήσει, αλλά η μητέρα της έπαιρνε τα πράγματα άθικτα ενώ εκείνη συνέχιζε μουγκή παρά τις προσπάθειες που έκανε όλος ο κόσμος για να της αποσπάσει την προσοχή.
Στην αρχή την προσκαλούσαν στο δρόμο για να δουν αν κοιτώντας τα περιστέρια ή βλέποντας τον κόσμο να πηγαινοέρχεται, κάτι από αυτήν θα ξαναέδινε σημάδια προσήλωσης στη ζωή. Τα προσπάθησαν όλα. Η μητέρα της την πήρε σε ταξίδι στην Ισπανία και την έκανε να μπει και να βγει από όλα τα σεβιλλιάνικα πάρκα χωρίς να λάβει από αυτήν κάτι παραπάνω από ένα δάκρυ τη νύχτα στην οποία ο τραγουδιστής ήταν χαρούμενος. Το επόμενο πρωινό, έστειλε ένα τηλεγράφημα στον άντρα της λέγοντας: "Αρχίζει να καλυτερεύει, έκλαψε ένα δευτερόλεπτο". Είχε γίνει ένα ξερό δέντρο, πήγαινε όπου την έπαιρναν κι όταν μπορούσε αφηνόταν να πέσει στο κρεβάτι σαν να είχε δουλέψει εικοσιτέσσερις ώρες μαζεύοντας βαμβάκι. Επιτέλους οι δυνάμεις της δεν της έφτασαν πέρα από το να πλαγιάσει σε μια καρέκλα και να πει στη μητέρα της: "Σε εκλιπαρώ, πάμε σπίτι".
Όταν επέστρεψαν, η θεία Ντανιέλα οριακά μπορούσε να περπατήσει κι από τότε δεν ήθελε να σηκώνεται. Ούτε ήθελε να πλένεται, ούτε να χτενίζεται, ούτε να ουρεί. Ένα πρωινό ούτε καν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια.
- Είναι νεκρή!- άκουσε να λέγεται γύρω της και δε βρήκε τις δυνάμεις για να το αρνηθεί.
Κάποιος υπαινίχθηκε στη μητέρα της πως αυτή η συμπεριφορά ήταν ένας εκβιασμός, ένας τρόπος να εκδικηθεί τους άλλους, μια πόζα κακομαθημένου κοριτσιού που αν ξαφνικά έχανε τη γαλήνη του σπιτιού της και τη σίγουρη τροφή, θα τα κανόνιζε για να καλυτερέψει από τη μια μέρα στην άλλη. Η μητέρα της έκανε την προσπάθεια να τον πιστέψει και ακολούθησε τη συμβουλή να την εγκαταλείψει στο σφάλιστρο της πόρτας του Καθεδρικού. Την άφησαν εκεί μια νύχτα με την ελπίδα να τη δουν να επιστρέφει την επόμενη ημέρα, πεινασμένη και έξω φρενών, όπως είχε υπάρξει κάποτε. Την τρίτη νύχτα την μάζεψαν από την πόρτα του Καθεδρικού με πνευμονία και την πήγαν στο νοσοκομείο ανάμεσα σε κλάμματα από όλη την οικογένεια.
Εκεί πήγε να την επισκευθεί η φίλη της Ελιδέ, μια νεαρή με λαμπερό δέρμα που μιλούσε χωρίς σταματημό και που έλεγε πως ήξερε τις θεραπείες για το κακό από τους έρωτες. Ζήτησε να την αφήσουν να αναλάβει την ψυχή και το στομάχι εκείνου του ναυαγίου. Ήταν ένα πλάσμα χαρούμενο και άπληστο. Την άκουσαν να λέει τη γνώμη της. Με βάση αυτήν το λάθος στην αγωγή της έξυπνης φίλης της βρισκόταν στις συμβουλές του να ξεχάσει. Το να ξεχνάς είναι ένα θέμα ανέφικτο. Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να καθοδηγήσουν τις αναμνήσεις της ώστε αυτές να μη τη σκοτώσουν, ώστε να την εξαναγκάσουν να συνεχίσει ζωντανή.
Οι γονείς άκουσαν την κοπέλα να μιλά με την ίδια αδιαφορία που τους προκαλούσε πια οποιαδήποτε προσπάθεια να θεραπεύσουν την κόρη τους. Θεωρούσαν δεδομένο ότι τίποτα δεν θα εξυπηρετούσε και εκτός αυτού, το αντιμετώπιζαν σαν να μην είχαν χάσει την ελπίδα που είχαν όμως χάσει.
Τις έβαλαν να κοιμηθούν  στο ίδιο δωμάτιο. Κάθε φορά που κάποιος περνούσε μπροστά από την πόρτα άκουγε την ακούραστη φωνή της Ελιδέ να μιλά για το ζήτημα με την ίδια επιμονή με την οποία ένας γιατρός παρακολουθεί έναν ετοιμοθάνατο. Δε έπαυε να μιλάει. Δεν είχε σταματημό. Τη μία μέρα μετά την άλλη, τη μία εβδομάδα μετά την άλλη.
- Πώς λες πως ήταν τα χέρια του; - ρωτούσε. Αν η θεία Ντανιέλα δεν της απαντούσε, η Ελιδέ γύριζε από την άλλη πλευρά.
- Είχε πράσινα μάτια; Καφέ; Μεγάλα;
- Μικρά- της απάντησε η θεία Ντανιέλα μιλώντας για πρώτη φορά σε τριάντα ημέρες.
- Μικρά και θολά;- ρώτησε η θεία Ελιδέ.
- Μικρά και άγρια - απάντησε η θεία Ντανιέλα, και ξανασώπασε για άλλον ένα μήνα.
- Σίγουρα ήταν Λέων. Έτσι είναι οι Λέοντες- έλεγε η φίλη της βγάζοντας ένα βιβλίο με ωροσκόπια για να της διαβάσει. Έλεγε όλες τις φρίκες που μπορούν να χωρέσουν σε έναν Λέοντα -. Για φινάλε είναι ψεύτες. Αλλά δεν πρέπει να αφεθείς, εσύ είσαι Ταύρος. Είναι δυνατές οι γυναίκες του Ταύρου.
- Ψέματα, ναι, έλεγε - της απάντησε η Ντανιέλα ένα απόγευμα.
- Ποια; Να μην τα ξεχάσεις. Διότι ο κόσμος δεν είναι τόσο μεγάλος ώστε να μην τον πετύχουμε, και τότε θα του θυμίσεις τις λέξεις του. Μία προς μία, αυτές που άκουσες και αυτές που σε έκανε να πεις.
- Δεν θέλω να ταπεινωθώ.
- Ο ταπεινωμένος θα είναι αυτός. Δεν είναι όλα τόσο εύκολα όπως το να σπέρνεις λέξεις και να χάνεσαι.
- Αυτές οι λέξεις με διαφώτισαν- αμύνθηκε η θεία Ντανιέλα.
- Φαίνεται πως έχεις διαφωτιστεί- έλεγε η φίλη της όταν έφταναν σε τέτοια σημεία.
Στον τρίτο μήνα του να μιλάν και να μιλάν την έκανε να φάει όπως ορίζει ο Θεός. Ούτε καν κατάλαβε πώς έγινε. Την πήγε για έναν περίπατο γύρω από τον κήπο. Κουβαλούσε ένα καλάθι με φρούτα, τυρί, ψωμί, βούτυρο και τσάι. Άπλωσε μια κουβέρτα πάνω στο χορτάρι, έβγαλε τα πράγματα και συνέχισε να μιλάει ενώ άρχιζε να τρώει δίχως να της προσφέρει.
- Του άρεσαν τα σταφύλλια- είπε η άρρωστη.
- Καταλαβαίνω ότι σου λείπει.
- Ναι- είπε η άρρωστη πλησιάζοντας ένα τσαμπί σταφύλλι-. Φιλούσε βασιλικά. Και είχε μαλακό δέρμα στους ώμους και στη μέση.
- Πώς είχε; Ξέρεις- είπε η φίλη σαν να ήξερε από πάντα αυτό που τη βασάνιζε.
- Δε θα στο πω- απάντησε γελώντας για πρώτη φορά για μήνες. Μετά έφαγε τυρί και τσάι, ψωμί και βούτυρο.
- Νόστιμο;- τη ρώτησε η Ελιδέ.
- Ναι- απάντησε η άρρωστη αρχίζοντας να είναι ο εαυτός της.
Μια νύχτα κατέβηκαν να δειπνήσουν. Η θεία Ντανιέλα με ένα νέο φόρεμα και το μαλλί λαμπερό και καθαρό, απελευθερωμένο επιτέλους από τη σκονισμένη πλεξίδα που δεν είχε χτενιστεί για πολύ καιρό.
Είκοσι μέρες μετά αυτή και η φίλη της είχαν ανακαλέσει τις αναμνήσεις από τα πάνω προς τα κάτω μέχρι να τις μετατρέψουν σε μικροπράγματα. Όλα όσα είχε προσπαθήσει να ξεχάσει η θεία Ντανιέλα εξαναγκάζοντας τον εαυτό της να μην τον σκέφτεται, έγιναν ανάξια μνήμης αφότου τα επανέλαβε πολλές φορές. Τιμώρησε την καλή της κρίση, ακούγοντας τον εαυτό της να διηγείται τις εκατόν είκοσι χιλιάδες βλακείες που την είχαν κάνει ευτυχισμένη και δυστυχή.
- Πια δεν θέλω ούτε να εκδικηθώ - είπε ένα πρωί στην Ελιδέ-. Έχω υπερβαρεθεί το θέμα.
- Τι; Μην το παίζεις έξυπνη- είπε η Ελιδέ. Όλον αυτόν τον καιρό επρόκειτο για ένα ζήτημα περιορισμένης λογικής. Θα το μετατρέψεις σε κάτι λογικό; Μην το χαλάς. Μας λείπει το καλύτερο. Μας λείπει να αναζητήσουμε τον άντρα σε Ευρώπη και Αφρική, Νότια Αμερική και στην Ινδία, μας λείπει να τον βρούμε και να κάνουμε ένα σκάνδαλο που να δικαιολογήσει τα ταξίδια μας. Μας λείπει να γνωρίσουμε το Παλάτσο Πίττι, να δούμε τη Φλωρεντία, να ερωτευτούμε στη Βενετία, να ρίξουμε ένα νόμισμα στη Φοντάνα ντι Τρέβι. Δεν θα πάμε να κυνηγήσουμε τούτον τον άντρα που σε ερωτεύτηκε σαν μια ανόητη και μετά έφυγε;
Είχαν σχεδιάσει να ταξιδέψουν τον κόσμο σε αναζήτηση του ενόχου και τώρα που η εκδίκηση δεν είχε πια σημασία για τη θεραπεία της φίλης της, η Ελιδέ είχε απελπιστεί. Θα έχαναν την Ινδία και το Μαρόκκο, τη Βολιβία και το Κονγκό, τη Βιέννη και πάνω απ' όλα την Ιταλία. Ποτέ δε σκέφτηκε πως θα μπορούσε να τη μετατρέψει σε ένα λογικό ον αφότου την είχε δει παραλυμένη και σχεδόν τρελή πριν τέσσερις μήνες.
- Πρέπει να πάμε να τον ψάξουμε. Μην κάνεις την έξυπνη πριν να είναι καιρός- της έλεγε.
- Έφτασε χθες- της απάντησε η θεία Ντανιέλα ένα μεσημέρι.
- Πώς το ξέρεις;
- Τον είδα. Χτύπησε στο μπαλκόνι όπως πριν.
- Και τι ένιωσες;
- Τίποτα.
- Και τι σου είπε;
- Τα πάντα.
- Και τι του απάντησες;
- Έκλεισα.
- Και τώρα;- απάντησε η θεραπεύτρια.
- Τώρα ναι θα πάμε στην Ιταλία: οι απόντες πάντα σφάλλουν.
Και πήγαν στην Ιταλία μέσω της φωνής του Δάντη: “Piovverà dentro a l’alta fantasia”.


Mujeres de ojos grandes, 2006, Seix Barral

 Πηγή

*Στη συλλογή διηγημάτων της Μαστρέττα Mujeres de ojos grandes (= Γυναίκες με μεγάλα μάτια) δεν υπάρχουν τίτλοι στα διηγήματα, η συγγραφέας απλά αλλάζει κεφάλαιο. O τίτλος προστέθηκε από τη μεταφράστρια.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Μετά τις γιορτές, του Χούλιο Κορτάσαρ

 (Μετάφρ.: Nathalie)

 Julio Cortázar & Carol Dunlop

Κι όταν όλος ο κόσμος έφευγε
και μέναμε οι δυο μας
ανάμεσα σε άδεια ποτήρια και βρώμικα σταχτοδοχεία,
τι όμορφο που ήταν να ξέρω πως βρισκόσουν
εδώ σαν μια όαση,
μόνη μαζί μου στην άκρη της νύχτας,
και πως διαρκούσες, ήσουν περισσότερη από το χρόνο,
ήσουν αυτή που δεν έφευγε
διότι ένα κοινό μαξιλάρι
και μια κοινή ζεστασιά
θα μας καλούσαν ξανά
να ξυπνήσουμε την επόμενη ημέρα,
μαζί, γελώντας, ξεχτένιστοι.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Σκιάχτρα Ι, του Ολιβέριο Χιρόντο

(Μετάφρ.: Nathalie)



Δεν ξέρω, δεν δίνω δεκάρα για το αν οι γυναίκες έχουν στήθη σαν μανόλιες ή σαν σταφίδες σύκου` επιδερμίδα ροδάκινου ή γυαλόχαρτου. Δε δίνω μία, αν ξυπνούν με μια αναπνοή αφροδισιακή ή με μια αναπνοή εντομοκτόνου. Είμαι απόλυτα ικανός να ανεχτώ σε αυτές μια μύτη που θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο σε έκθεση καρότου` αλλά αυτό ναι! και σ' αυτό είμαι αδιάλλακτος, δεν τους συγχωρώ, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, το να μην ξέρουν να πετάνε. Αν δεν ξέρουν να πετάνε αυτές που προσπαθούν να με αποπλανήσουν χάνουν το χρόνο τους!

Αυτός ήταν κι όχι άλλος, ο λόγος που ερωτεύτηκα, τόσο τρελά, τη Μαρία Λουίσα.

Τι με ένοιαζαν τα για παράδοση χείλη της και οι θειούχες ζήλιες της; Τι με ένοιαζαν τα άκρα της τα υμενόποδου και οι αποκλειστικής πρόγνωσης ματιές της;

Η Μαρία Λουίσα ήταν ένα αληθινό φτερό!

Από το χάραμα πετούσε από το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, πετούσε από την τραπεζαρία 
στο κελάρι. Πετώντας μου ετοίμαζε το μπάνιο, το πουκάμισο. Πετώντας έκανε τα ψώνια της, τις δουλειές της. 

Με τι ανυπομονησία περίμενα να γυρίσει, πετώντας, από κάποια βόλτα εδώ γύρω! Εκεί μακριά, χαμένη ανάμεσα στα σύννεφα, μια ροζ κουκκιδούλα. "Μαρία Λουίσα! Μαρία Λουίσα!"... και σε λίγα δευτερόλεπτα, ήδη με αγκάλιαζε με τα φτερωτά πόδια της, για να με πάει, πετώντας, σε οποιοδήποτε μέρος. 

Κατά τη διάρκεια χιλιομέτρων σιωπής σχεδιάζαμε κάποιο χάδι που θα μας έκανε να προσεγγίσουμε τον παράδεισο` ώρες ολόκληρες φωλιάζαμε σε κάποιο σύννεφο, σαν δυο άγγελοι, και ξαφνικά, σε περιστροφή, σε νεκρό φύλλο, η αναγκαστική προσγείωση ενός σπασμού.

Τι απόλαυση να έχεις μια γυναίκα τόσο ελαφριά..., παρόλο που μας κάνει να βλέπουμε, μια στο τόσο, τα αστέρια! Τι ηδονή αυτή του να περνάς τις μέρες ανάμεσα στα σύννεφα... αυτή του να περνάς τις νύχτες σε μια μόνο πτήση!

Αφότου γνωρίσουμε μια γυναίκα αιθέρια, μπορεί να μας προσφέρει κάποιου είδους θέλγητρα μια γυναίκα γήινη; Αλήθεια, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του να ζεις με μια αγελάδα ή με μια γυναίκα που θα έχει τους γλουτούς στα εβδομήντα οκτώ εκατοστά από το πάτωμα;

Εγώ τουλάχιστον, είμαι ανίκανος να αντιληφθώ την αποπλάνηση από μια γυναίκα πεζή, και όση προσπάθεια και να καταβάλω για να το συλλάβω, δεν μου είναι δυνατό ούτε καν να φανταστώ πως θα μπορούσα να κάνω έρωτα με άλλον τρόπο, εκτός από πετώντας.


Espantapájaros (1932)

Πηγή

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Αλληλογραφία υπό, του Μάριο Σαντιάγο Παπασκιάρο

(Μετάφρ.: Nathalie)

H θάλασσα αγγίζει τα κορμιά μας
για να νιώσει το δικό της κορμί
Το ίδιο στο βραχώδες Μανσανίγιο
όπως στο Neviot / κοραλλιογενές νησί της ερήμου
Εμείς επιστρέφουμε το χαμόγελό της από αλάτι
σχεδιάζοντας τα ονόματά μας και τις λαχτάρες μας
στο καβούκι των καβουριών
που μοιάζουν να ψάχνουν παλιά ξύλινα πόδια που έχει καταπιεί η άμμος
Η θάλασσα σηκώνεται ανάποδα
& μας τραγουδά / στη γλώσσα την πιο γυμνή & συναφή στο άγγιγμά μας
Το λιμάνι Βεντρές Βίγιε βρυχάται σαν τόνος μαινόμενος στα μάτια μας
Ο Μπέρναρντ πιάνει 1 από τα σκουλαρίκια πράσινο φθόριο στα καρφωμένα από 1 σκατζόχοιρο μαλλιά
Οι υπόλοιποι ψαράδες του Saint Joan Fetiche II
απ' τις γαρίδες τους με τον τρόπο τους εκμυστηρεύονται
με αυτό μαζί και η θάλασσά τους, που τους κινηματογραφεί σταθερά
Εδώ όπου εκείνοι λύνουν το νευρικό τους παντελόνι
& τα χείλη τους δε σταματούν να ωρύονται
όταν βλέπουν μέχρι και τις κυνάγχες του Βράχου του Γιβραλτάρ
να κινούνται σαν ζάρια ή ασημένια ψάρια
στη σκιά των ποτηριών τους των γεμάτων ρούμι.



Πηγή

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

6 γράμματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο στον Χουάν Πάσκο*: Γράμμα πρώτο

(Μετάφρ.: Nathalie)

“Μπαρσελόνα η Τρελόγκα** — πρώτη Ιουλίου; Καταλονία. 1977”.

Με τον Μπρούνο γράψαμε στίχους, ποιήματα υπογεγραμμένα μεταξύ των δυο μας, και μιλήσαμε για τη δομή και το λόγο, για να διασκεδάσουμε. Ο δικός μας ποιητικός λόγος είναι στην πραγματικότητα να ετοιμάζουμε τα σακίδιά μας για την εποχή του σταφυλλιού, γαλλικός Νότος, ή να ψάχνουμε το Μάριο και να μεθάμε οι τρεις μας συν τρεις ωραίες συντρόφισσες σε κάποια παραλία. Απομεινάρια του Υπορεαλισμού***: η γενιά της Διασποράς. Απελευθέρωση, ναι, απελευθέρωση από όλα, από την ίδια τη μνήμη που μας κατέχει (Βισέντε dixit) και από τρέιλερ γεμάτα μανιφέστα και όργια...
Ποίηση- Σύσπαση. Ποίηση- Σαύρα. Ποίηση Βλέφαρο Τρελού. Η ελευθερία μαχαιρωμένη σε ένα φθηνό σινεμά και να ξαναγεννιέται σε ένα φθηνό σινεμά & όλοι ξαφνικά να δεχόμαστε εισβολή από μια παράξενη μυρωδιά & κοπέλες να χειροκροτούν (ΝΑ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΟΥΝ) στη δική μας γέρικη και βρωμιάρα καρδιά εγγενών χαμένων όπως έλεγε το γέρικο και βρωμιάρικο πτώμα του Νιλ Κάσαντι...
Αρχικά θα σαπίσει η πρόζα μου. Τα λυπημένα διηγήματά μου. Μετά θα σαπίσει το θέατρό μου (έχω ανακαλύψει πως ΟΛΟ μου το θέατρο το έχω πραγματοποιήσει προκειμένου ο Μάριο να κάνει τον πρώτο ρόλο, προκειμένου αυτός να κάνει το δικό μου ρόλο, να πρωταγωνιστήσει τα όνειρά μου, όμορφο ε;) Μετά ΕΓΩΟΙΔΙΟΣ, τούτος ο φίλος ο λίγο έξυπνος. Μετά η ποίησή μου. Μετά θα αναστηθώ στο στήθος ενός ΑΤΙΑ. Μετά θα με ξυπνήσει μια κοπέλα και θα πει πως μιλούσα κοιμισμένος, & θα πεί αγάπη & εγώ θα πω τι είπα & αυτή θα πεί δεν πειράζει κοιμίσου λίγο ακόμα. Μετά ένα ξέφρενο ροκ με τον τραβεστί Αϊνστάιν.
Η ζωή είναι το δικό μας τραγούδι στο κλάσμα του χρόνου που μας λαχαίνει...
Χουάν, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΟΡΓΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙΣ ΤΡΕΛΟΥΣ ΛΟΥΜΠΕΝ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΡΕΛΑ ΟΡΓΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ. "Σκίσε τα βιβλία πριν αυτά σκίσουν την ψυχή σου": αντιφατική αλήθεια, που μπορεί να ταιριάξει στο λόγο του 
Γκαίρινγκ και το λόγο του Τσε` σα να λέμε: τρέψου σε φυγή, περιστέρι κουκουρουκουκού****...
Μια αγκαλιά,
Ρ.

* Juan Pascoe: Τυπογράφος και ιδρυτής του εκδοτικού οίκου ονόματι Taller Martín Pescador (Το εργαστήρι της Αλκυόνας), όνομα το οποίο υπήρξε πρόταση του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Σε αυτόν τον οίκο εξέδωσαν τα ποιήματά τους πολλοί νέοι καλλιτέχνες της "Γενιάς χωρίς όνομα" του Μεξικού, ενώ ο Μπολάνιο εξέδωσε εκεί την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Reinventar el amor y otros poemas  (μεταφρασμένα ποιήματα από αυτή τη συλλογή εδώ, εδώ και εδώ).
** Στο πρωτότυπο: Barcelona La Loca, λογοπαίγνιο του συγγραφέα με τη Juana La Loca (Ιωάννα Α΄ της Καστίλης).
*** Καλλιτεχνικό κίνημα που ίδρυσαν είκοσι νέοι ποιητές το 1975 στο Μεξικό. Ανάμεσά τους ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο Μάριο Σαντιάγο Παπασκιάρο, το Χοσέ Βισέντε Ανάγια, το Ρουμπέν Μεδίνα και τον Χοσέ Ρόσας Ριμπέιρο. Το μανιφέστο τους μεταφρασμένο εδώ.
**** Πιθανή αναφορά στο κλασικό μεξικανικό κομμάτι Cucurrucucú paloma.


Πηγή

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Ο επισκέπτης, της Αμπάρο Δάβιλα

 (Μετάφρ.: Nathalie)



Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη μέρα που ήρθε για να μείνει με εμάς. Ο άντρας μου τον έφερε στην επιστροφή του από ένα ταξίδι. 
Ήμασταν τότε κοντά στα τρία χρόνια γάμου, είχαμε δυο παιδιά κι εγώ δεν ήμουν ευτυχισμένη. Αποτελούσα για τον σύζυγό μου κάτι σαν ένα έπιπλο, που συνηθίζει κανείς να βλέπει σε ένα ορισμένο μέρος, αλλά που δεν προκαλεί την παραμικρή εντύπωση. Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό, απομονωμένο και μακριά από την πόλη. Ένα χωριό σχεδόν νεκρό ή στο όριο του να εξαφανιστεί.
Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω μια κραυγή τρόμου, όταν τον είδα για πρώτη φορά. Ήταν θλιβερός, δυσοίωνος. Με μεγάλα κιτρινισμένα μάτια, σχεδόν στρογγυλά και χωρίς βλεφάρισμα, που έμοιαζαν να διαπερνούν τα πράγματα και τα πρόσωπα.
Η δύστυχη ζωή μου μετατράπηκε σε μια κόλαση. Την ίδια νύχτα της άφιξής του ικέτευσα το σύζυγό μου να μη με καταδικάσει στο μαρτύριο της παρέας του. Δεν μπορούσα να  του αντισταθώ` μου ενέπνεε δυσπιστία και τρόμο. "Είναι τελείως άκακος"- είπε ο άντρας μου κοιτώντας με με υπογραμμισμένη αδιαφορία. "Θα συνηθίσεις στην παρέα του, αν δεν το καταφέρεις..." Δεν υπήρχε τρόπος να τον πείσω να τον πάρει. Έμεινε στο σπίτι μας.
Δεν ήμουν η μόνη που υπέφερα από την παρουσία του. Όλοι στο σπίτι- τα παιδιά μου, η γυναίκα που με βοηθούσε στις δουλειές, ο μικρός της γιος- νιώθαμε ανατριχίλα γι' αυτόν. Μόνο ο άντρας μου απολάμβανε να τον έχει εκεί. Από την πρώτη μέρα, ο άντρας μου του διέθεσε το δωμάτιο στη γωνία. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, αλλά υγρό και σκοτεινό. Για αυτά τα μειονεκτήματα εγώ ποτέ δεν ασχολιόμουν με αυτό. Παρόλα αυτά, εκείνος έδειχνε να αισθάνεται ευχαριστημένος με το δωμάτιο. Μιας και ήταν αρκετά σκοτεινό, ταίριαζε με τις ανάγκες του. Κοιμόταν μέχρι το σκοτείνιασμα και ποτέ δεν ήξερα τι ώρα ξάπλωνε.
Έχασα τη λίγη ειρήνη που απολάμβανα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, όλα κινούνταν με προφανή κανονικότητα. Εγώ σηκωνόμουν πάντα πολύ νωρίς, έντυνα τα παιδιά που ήδη ήταν ξύπνια, τους έδινα το πρωινό και τα διασκέδαζα ενώ η Γουαδαλούπε συγύριζε το σπίτι και έβγαινε να αγοράσει τα ζητούμενα. Το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο, με έναν κήπο στο κέντρο και δωμάτια διανεμημένα γύρω του. Ανάμεσα στα υπνοδωμάτια και στον κήπο υπήρχαν διάδρομοι που προστάτευαν τα δωμάτια από τη δριμύτητα της βροχής και του αέρα που ήταν συχνά. Το να έχεις τακτοποιημένο ένα σπίτι τόσο μεγάλο και προσεγμένο τον κήπο, η καθημερινή μου δραστηριότητα του πρωινού, ήταν ζόρικη δουλειά. Αλλά εγώ αγαπούσα τον κήπο μου. Οι διάδρομοι ήταν καλυμμένοι από αναρριχητικά φυτά που άνθιζαν σχεδόν όλο το χρόνο. Θυμάμαι πόσο μου άρεσε, τα απογεύματα, να κάθομαι σε κάποιον από αυτούς τους διαδρόμους για να ράβω τα ρούχα των παιδιών, ανάμεσα στο άρωμα από το αγιόκλημα και τις βουκαμβίλιες.
Στον κήπο καλλιεργούσα χρυσάνθεμα, σκέψεις, βιολέτες των Άλπεων, μπιγκόνιες και ηλιοτρόπια. Ενώ πότιζα τα φυτά, τα παιδιά διασκέδαζαν ψάχνοντας για σκουλήκια ανάμεσα στα φύλλα. Ενίοτε περνούσαν ώρες, σιωπηλά και πολύ προσεκτικά, προσπαθώντας να πιάσουν τις σταγόνες νερού που ξέφευγαν από το παλιό λάστιχο. Εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάω, μια στις τόσες, μέχρι το δωμάτιο στη γωνία. Παρόλο που περνούσε όλη τη μέρα κοιμισμένος δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Υπήρξαν πολλές φορές που όταν έφτιαχνα το φαγητό έβλεπα ξαφνικά τη σκιά του να προβάλλεται πάνω στη ξυλόσομπα. Τον ένιωθα πίσω μου... πέταγα στο πάτωμα αυτό που είχα στα χέρια μου και έβγαινα τρέχοντας από την κουζίνα, ουρλιάζοντας σαν τρελή. Αυτός γυρνούσε πάλι στο δωμάτιό του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Πιστεύω πως αγνοούσε εξ' ολοκλήρου τη Γουαδαλούπε, ποτέ δεν την πλησίαζε ούτε την καταδίωκε. Δεν ήταν το ίδιο με τα παιδιά και με μένα. Εκείνα τα μισούσε κι εμένα με παραμόνευε πάντα.
Όταν έβγαινε από το δωμάτιό του άρχιζε ο πιο τρομερός εφιάλτης που θα μπορούσε κανείς να ζήσει. Καθόταν πάντα σε ένα μικρό κιόσκι, απέναντι από την πόρτα του δωματίου μου. Εγώ δεν έβγαινα πια. Κάποιες φορές, σκεπτόμενη πως ακόμα κοιμόταν, πήγαινα ως την κουζίνα για το κολατσιό των παιδιών, ξαφνικά τον ανακάλυπτα σε κάποια σκοτεινή γωνιά του διαδρόμου, κάτω από τα αναρριχητικά φυτά. "Εκεί είναι ήδη, Γουαδαλούπε!", φώναζα απελπισμένη.
Η Γουαδαλούπε κι εγώ ποτέ δεν τον κατονομάζαμε, μας φαινόταν πως με το που θα το κάναμε, εκείνο το ζοφερό ον θα αποκτούσε υπόσταση. Πάντα λέγαμε: Είναι εκεί, τώρα βγήκε, κοιμάται, αυτός, αυτός, αυτός...
Είχε μόνο δύο γεύματα, ένα όταν σηκωνόταν στο σούρουπο και το άλλο, ίσως, το ξημέρωμα πριν ξαπλώσει. Η Γουαδαλούπε ήταν η επιφορτισμένη με το να του πηγαίνει το δίσκο, μπορώ να διαβεβαιώσω πως τον πέταγε μέσα στο δωμάτιο οπότε η καημένη η γυναίκα υπέφερε τον ίδιο τρόμο με εμένα. Όλη του η διατροφή περιοριζόταν στο κρέας, δεν δοκίμαζε τίποτα άλλο.
Όταν τα παιδιά αποκοιμιούνταν, η Γουαδαλούπε μου έφερνε το δείπνο στο δωμάτιο. Δεν μπορούσα να τα αφήσω μόνα τους, ξέροντας πως είχε σηκωθεί ή ήταν έτοιμος να το κάνει. Μια φορά, αφού είχε τελειώσει τις δουλειές της, η Γουαδαλούπε έφυγε με το μικρό της να κοιμηθεί κι εγώ έμεινα μόνη, ατενίζοντας τον ύπνο των παιδιών μου. Μιας και η πόρτα του δωματίου μου έμενε πάντα ανοιχτή, δεν τολμούσα να ξαπλώσω, τρέμοντας πως σε οποιαδήποτε λεπτό θα μπορούσε να εισέλθει και να μας επιτεθεί. Και δεν ήταν εφικτό να την κλείσω` ο άντρας μου έφτανε πάντα αργά και με τον να μην τη βρει ανοιχτή ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν.. Κι έφτανε αρκετά αργά. Είχα πολλή δουλειά, είπε κάποια φορά. Σκέφτομαι πως τον ψυχαγωγούσαν επίσης άλλα πράγματα...
Ένα βράδυ ήμουν ξύπνια μέχρι κοντά τις δύο το πρωί, ακούγοντάς τον απ'έξω... Όταν ξύπνησα, τον είδα δίπλα στο κρεβάτι μου, να με κοιτάζει με το σταθερό του βλέμμα, το διαπεραστικό... Πήδηξα απ'το κρεβάτι και του πέταξα τη λάμπα πετρελαίου που άφηνα αναμμένη όλη τη νύχτα. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό φως σε εκείνο το χωριό κι εγώ δεν θα το είχα αντέξει να μείνω στα σκοτάδια, ξέροντας πως οποιοδήποτε λεπτό... Αυτός ξέφυγε από το χτύπημα και βγήκε από το δωμάτιο. Η λάμπα συνετρίβη στο τούβλινο δάπεδο και το πετρέλαιο αναφλέχθηκε γρήγορα. Αν δεν ήταν η Γουαδαλούπε που έσπευσε στις κραυγές μου, θα είχε καεί όλο το σπίτι.
Ο άντρας μου δεν είχε χρόνο να με ακούσει ούτε τον ενδιέφερε για ό,τι γινόταν στο σπίτι. Μιλούσαμε μόνο όσο ήταν απαραίτητο. Ανάμεσά μας, εδώ και καιρό η αγάπη και τα λόγια είχαν εξαντληθεί.
Αισθάνομαι πάλι άρρωστη όποτε θυμάμαι... Η Γουαδαλούπε θα είχε βγει για ψώνια και άφησε το μικρό Μαρτίν κοιμισμένο σε ένα κιβώτιο όπου τον κοίμιζε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Πήγα να τον δω αρκετές φορές, κοιμόταν ήρεμος. Ήταν κοντά μεσημέρι. Χτένιζα τα παιδιά μου όταν άκουσα το κλάμμα του μικρού αναμεμιγμένο με παράξενες κραυγές. Όταν έφτασα στο δωμάτιο τον βρήκα να χτυπάει σκληρά το παιδί. Ακόμη δεν μπορούσα να εξηγήσω πώς χτυπούσε τον μικρό και πώς ρίχτηκα εναντίον του με ένα παλούκι που βρήκα στο χέρι και του επιτέθηκα με όλη μου τη συσσωρευμένη όλον αυτόν τον καιρό οργή. Δεν ξέρω αν έφτασα να του προκαλέσω μεγάλη ζημιά, λοιπόν έπεσα χωρίς σκέψη. Όταν η Γουαδαλούπε επέστρεψε από το θέλημα, με βρήκε λιπόθυμη και το μικρό της γεμάτο με χτυπήματα και γρατζουνιές που αιμορραγούσαν. Ο πόνος και το θάρρος που ένιωσε ήταν τρομερά. Ευτυχώς το παιδί δεν πέθανε και ανάρρωσε γρήγορα.
Έτρεμα πως η Γουαδαλούπε θα έφευγε και θα με άφηνε μόνη. Αν δεν το έκανε, ήταν γιατί ήταν μια ευγενής γυναίκα και θαρραλέα και ένιωθε μεγάλη στοργή για τα παιδιά και για μένα. Αλλά τούτη τη μέρα γεννήθηκε εντός της ένα μίσος που φωνασκούσε για εκδίκηση.
Όταν διηγήθηκα αυτό που είχε συμβεί στον άντρα μου, απαίτησα να τον πάρει μακριά, ισχυριζόμενη ότι μπορούσε να σκοτώσει τα παιδιά μας όπως προσπάθησε να κάνει με τον μικρό Μαρτίν. "Κάθε μέρα γίνεσαι πιο υστερική, είναι πραγματικά λυπηρό και θλιβερό να σε βλέπει κανείς έτσι... σου έχω εξηγήσει χιλιάδες φορές πως είναι ένα ακίνδυνο πλάσμα."
Σκέφτηκα τότε να το σκάσω από εκείνο το σπίτι, από τον άντρα μου, από εκείνον,,, Αλλά δεν είχα λεφτά και οι τρόποι επικοινωνίας ήταν δύσκολοι. Χωρίς φίλους ούτε συγγενείς στους οποίους να προστρέξω, ένιωθα τόσο μόνη όσο ένα ορφανό.
Τα παιδιά μου ήταν τρομοκρατημένα, δεν ήθελαν πια να παίζουν στον κήπο και δεν έφευγαν από το πλάι μου. Όταν η Γουαδαλούπε πήγαινε στην αγορά, κλεινόμουν με αυτά στο δωμάτιό μου.
- Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί- είπα μια μέρα στη Γουαδαλούπε.
- Πρέπει να κάνουμε κάτι και γρήγορα- μου απάντησε.
- Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε οι δυο μας, μόνες μας; Μόνες, είναι αλήθεια, αλλά με ένα μίσος...
Τα μάτια της είχαν μια παράξενη λάμψη. Ένιωσα φόβο και χαρά.
Η ευκαιρία έφτασε εκεί που λιγότερο την περιμέναμε. Ο άντρας μου έφυγε για την πόλη για να διευθετήσει κάποιες υποθέσεις Θα αργούσε να επιστρέψει, όπως μου είπε, είκοσι μέρες.
Δεν ξέρω αν αυτός έμαθε πως ο άντρας μου είχε φύγει, αλλά τούτη τη μέρα ξύπνησε νωρίτερα από το συνηθισμένο κι εγκαταστάθηκε απέναντι από το δωμάτιό μου. Η Γουαδαλούπε και το παιδί της κοιμόντουσαν στο δωμάτιό μου και για πρώτη φορά μπόρεσα να κλείσω την πόρτα.
Η Γουαδαλούπε κι εγώ περάσαμε σχεδόν όλη τη νύχτα κάνοντας σχέδια. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ήσυχα. Πότε πότε ακούγαμε πως έφτανε μέχρι την πόρτα του δωματίου και τη χτυπούσε με μανία...
Την επόμενη ημέρα δώσαμε στα τρία παιδιά πρωινό και, για να είμαστε ήσυχες και για να μην εμποδίσουν τα σχέδιά μας, τα κλείσαμε στο δωμάτιό μου. Η Γουαδαλούπε κι εγώ είχαμε πολλά πράγματα να κάνουμε και τόση βιασύνη στο να τα πραγματοποιήσουμε που δεν μπορούσαμε να χάσουμε χρόνο ούτε για να φάμε.
Η Γουαδαλούπε έκοψε διάφορες σανίδες, μεγάλες και ανθεκτικές, ενώ εγώ έψαχνα σφυρί και καρφιά. Όταν όλα ήταν έτοιμα, φτάσαμε χωρίς να κάνουμε θόρυβο, μέχρι το δωμάτιο στη γωνία. Τα πορτόφυλλα ήταν μισάνοικτα. Κρατώντας την αναπνοή μας, κατεβάσαμε τα μάνταλα, μετά κλείσαμε την πόρτα με κλειδί και αρχίσαμε να καρφώνουμε τις σανίδες μέχρι να την κλείσουμε τελείως. Ενώ δουλεύαμε, λιπαρές σταγόνες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπό μας. Τότε δεν έκανε θόρυβο, έμοιαζε λες και κοιμόταν βαθιά. Όταν όλα είχαν τελειώσει, η Γουαδαλούπε κι εγώ αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν φρικτές. Έζησε πολλές μέρες χωρίς αέρα, χωρίς φως, χωρίς τρόφιμα... Στην αρχή χτυπούσε την πόρτα, πετιόταν κατά πάνω της, ούρλιαζε απελπισμένος, γρατζούναγε... Ούτε η Γουαδαλούπε ούτε εγώ μπορούσαμε να κοιμηθούμε, ούτε να φάμε, ήταν τρομερές οι κραυγές! Ενίοτε σκεφτόμασταν πως ο άντρας μου θα επέστρεφε πριν να έχει πεθάνει. Αν τον έβρισκε έτσι...! Η αντοχή του ήταν πολλή, νομίζω πως έζησε κοντά δυο βδομάδες...
Μια μέρα δεν ακουγόταν πια κανένας θόρυβος. Ούτε κάποιος θρήνος... Παρ' όλα αυτά, περιμέναμε δύο ακόμη μέρες πριν ανοίξουμε το δωμάτιο.
Όταν ο άντρας μου επέστρεψε, τον υποδεχτήκαμε με την είδηση του αιφνίδιου και αλλόκοτου θανάτου του.

Πηγή

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Αγκυροβολημένη, της Ελβίρα Σάστρε

 (Μεταφρ.: Nathalie)



Δεν είναι το κρύο,
μήτε η βροχή,
μήτε ο χειμώνας που κρέμεται απ'το παράθυρο,
μήτε οι έρημοι δρόμοι,
μήτε ο αέρας που σαρώνει ό,τι απομένει από μένα
ένα οποιοδήποτε πρωινό.

Δεν είναι αυτή η εξαρθρωμένη πόλη,
μήτε μια άκαιρη κραυγή
δεν είναι ότι η μοναξιά με αναγκάζει να σε επιθυμώ
και να μην ξέρω τι να κάνω με αυτά τα άδεια χέρια,
με αυτό το σύννεφο που απειλεί την πόρτα μου.

Δεν είναι πως φοβάμαι ότι χάνεται ο ορίζοντάς μου,
ότι συρρικνώνομαι σε άλλο σώμα
ανίκανη να είμαι ο ωκεανός μου,
να σε χάνω για λίγα λεπτά
και να με βρίσκω μέσα σε αυτά.

Έτσι απλά,
ο καθρέφτης,
η σιωπή,
το άδειο κρεβάτι.

Η
ερώτηση
που
είναι
μόνο

ερώτηση.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Καλά, όμορφα είναι τα πουλιά, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)




Καλά, όμορφα είναι τα πουλιά που στις δώδεκα τη νύχτα τραγουδούν
σε εγκατελειμμένα λεωφορεία
και όμορφο το μικρό φως από κάποιο μπαρ
για να λες εσύ πως είσαι 18 χρονών, για να σκοντάφτω
εγώ με τη μασκαρεμένη αγαλλίαση του Μάγου Μαντράκε*
για να ακούω τις ιστορίες σου για δέντρα και ποδήλατα
όλα στις φλόγες η γειτονιά` να ξέρω ότι ζεις
με ένα νεαρό ποιητή, στο σκληρό του κρεβάτι, ανάμεσα στα μπράτσα του
που τους έχει κάνει τατουάζ ο θάνατος, και τότε κάτω από ποιό τραγούδι
μπορώ να σε αγαπήσω, κάτω από ποιό φως μπορώ να περάσω τα δάχτυλά μου
από τα χείλη σου, σε ποιά γη να κυλιστώ γυμνός μαζί σου και
να σου κάνω έρωτα

ναι εγώ ξέρω
ότι θα μείνεις να με κοιτάς σας να ήμουν ο άνεμος
ή σαν να έβρεχε
πάνω στους ζωολογικούς κήπους, πάνω στα λουλούδια, πάνω στις σιδερένιες
καρέκλες, πάνω στα μυαλά μας σχεδόν διατεταγμένα
αν εγώ ξέρω
πως θα φύγεις δαγκώνοντας τα χείλη σου
κοιτώντας το σώμα σου να αντικατοπτρίζεται στις βιτρίνες, πιο μόνη
από την Ιωάννα της Λωραίνης
κορίτσι με μαύρα μαλλιά, ιστορίες με κεραυνόπληκτα αγόρια
κορίτσι με μαλακό στόμα, τον καπνό των τσιγάρων μας, να ξεχειλίζει τη 
νύχτα της τρυφερότητάς σου.


*Mandrake the Magician: σειρά κόμικ του Lee Falk

Reinventar el amor y otros poemas, 1976

Πηγή

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Μοναξιά, του Άλβαρο Μούτις

(Μετάφρ.:Nathalie)





Στη μέση της ζούγκλας, στην πιο σκοτεινή νύχτα των μεγάλων δέντρων, περιτριγυρισμένος από την υγρή σιωπή, τη διασκορπισμένη από τα φαρδιά φύλλα της άγριας μπανανιάς, ο Γκαβιέρο γνώρισε το φόβο των πιο απόκρυφων αθλιοτήτων του, τον τρόμο ενός μεγάλου κενού που καιροφυλακτούσε μετά από τα χρόνια του, τα γεμάτα ιστορίες και τοπία. Όλη τη νύχτα ο Γκαβιέρο παρέμεινε σε μια επώδυνη ξαγρύπνια, περιμένοντας, τρέμοντας την κατάρρευση του είναι του, το ναυάγιό του στα περιστρεφόμενα νερά της παράνοιας. Από αυτές τις πικρές ώρες της αϋπνίας, του Γκαβιέρο τού έμεινε μια κρυφή πληγή από την οποία κατά καιρούς κυλούσε η αμυδρή λύμφη ενός κρυφού και ακατανόμαστου φόβου. Η οχλοβοή των κακατούα που διέσχιζαν σε σμήνη τη ρόδινη εξάπλωση της αυγής, τον γύρισε στον κόσμο των ομοίων του και τον ξανάκανε να βάλει στα χέρια του τα συνήθη εργαλεία του ανθρώπου. Ούτε η αγάπη, ούτε η κακοτυχία, ούτε η ελπίδα, ούτε η οργή ξανάγιναν γι'αυτόν τα ίδια μετά τη φρικιαστική ξαγρύπνια στη μουσκεμένη και νυχτερινή μοναξιά της ζούγκλας.

Πηγή