Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ο επισκέπτης, της Αμπάρο Δάβιλα

 (Μετάφρ.: Nathalie)



Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη μέρα που ήρθε για να μείνει με εμάς. Ο άντρας μου τον έφερε στην επιστροφή του από ένα ταξίδι. 
Ήμασταν τότε κοντά στα τρία χρόνια γάμου, είχαμε δυο παιδιά κι εγώ δεν ήμουν ευτυχισμένη. Αποτελούσα για τον σύζυγό μου κάτι σαν ένα έπιπλο, που συνηθίζει κανείς να βλέπει σε ένα ορισμένο μέρος, αλλά που δεν προκαλεί την παραμικρή εντύπωση. Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό, απομονωμένο και μακριά από την πόλη. Ένα χωριό σχεδόν νεκρό ή στο όριο του να εξαφανιστεί.
Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω μια κραυγή τρόμου, όταν τον είδα για πρώτη φορά. Ήταν θλιβερός, δυσοίωνος. Με μεγάλα κιτρινισμένα μάτια, σχεδόν στρογγυλά και χωρίς βλεφάρισμα, που έμοιαζαν να διαπερνούν τα πράγματα και τα πρόσωπα.
Η δύστυχη ζωή μου μετατράπηκε σε μια κόλαση. Την ίδια νύχτα της άφιξής του ικέτευσα το σύζυγό μου να μη με καταδικάσει στο μαρτύριο της παρέας του. Δεν μπορούσα να  του αντισταθώ` μου ενέπνεε δυσπιστία και τρόμο. "Είναι τελείως άκακος"- είπε ο άντρας μου κοιτώντας με με υπογραμμισμένη αδιαφορία. "Θα συνηθίσεις στην παρέα του, αν δεν το καταφέρεις..." Δεν υπήρχε τρόπος να τον πείσω να τον πάρει. Έμεινε στο σπίτι μας.
Δεν ήμουν η μόνη που υπέφερα από την παρουσία του. Όλοι στο σπίτι- τα παιδιά μου, η γυναίκα που με βοηθούσε στις δουλειές, ο μικρός της γιος- νιώθαμε ανατριχίλα γι' αυτόν. Μόνο ο άντρας μου απολάμβανε να τον έχει εκεί. Από την πρώτη μέρα, ο άντρας μου του διέθεσε το δωμάτιο στη γωνία. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, αλλά υγρό και σκοτεινό. Για αυτά τα μειονεκτήματα εγώ ποτέ δεν ασχολιόμουν με αυτό. Παρόλα αυτά, εκείνος έδειχνε να αισθάνεται ευχαριστημένος με το δωμάτιο. Μιας και ήταν αρκετά σκοτεινό, ταίριαζε με τις ανάγκες του. Κοιμόταν μέχρι το σκοτείνιασμα και ποτέ δεν ήξερα τι ώρα ξάπλωνε.
Έχασα τη λίγη ειρήνη που απολάμβανα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, όλα κινούνταν με προφανή κανονικότητα. Εγώ σηκωνόμουν πάντα πολύ νωρίς, έντυνα τα παιδιά που ήδη ήταν ξύπνια, τους έδινα το πρωινό και τα διασκέδαζα ενώ η Γουαδαλούπε συγύριζε το σπίτι και έβγαινε να αγοράσει τα ζητούμενα. Το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο, με έναν κήπο στο κέντρο και δωμάτια διανεμημένα γύρω του. Ανάμεσα στα υπνοδωμάτια και στον κήπο υπήρχαν διάδρομοι που προστάτευαν τα δωμάτια από τη δριμύτητα της βροχής και του αέρα που ήταν συχνά. Το να έχεις τακτοποιημένο ένα σπίτι τόσο μεγάλο και προσεγμένο τον κήπο, η καθημερινή μου δραστηριότητα του πρωινού, ήταν ζόρικη δουλειά. Αλλά εγώ αγαπούσα τον κήπο μου. Οι διάδρομοι ήταν καλυμμένοι από αναρριχητικά φυτά που άνθιζαν σχεδόν όλο το χρόνο. Θυμάμαι πόσο μου άρεσε, τα απογεύματα, να κάθομαι σε κάποιον από αυτούς τους διαδρόμους για να ράβω τα ρούχα των παιδιών, ανάμεσα στο άρωμα από το αγιόκλημα και τις βουκαμβίλιες.
Στον κήπο καλλιεργούσα χρυσάνθεμα, σκέψεις, βιολέτες των Άλπεων, μπιγκόνιες και ηλιοτρόπια. Ενώ πότιζα τα φυτά, τα παιδιά διασκέδαζαν ψάχνοντας για σκουλήκια ανάμεσα στα φύλλα. Ενίοτε περνούσαν ώρες, σιωπηλά και πολύ προσεκτικά, προσπαθώντας να πιάσουν τις σταγόνες νερού που ξέφευγαν από το παλιό λάστιχο. Εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάω, μια στις τόσες, μέχρι το δωμάτιο στη γωνία. Παρόλο που περνούσε όλη τη μέρα κοιμισμένος δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Υπήρξαν πολλές φορές που όταν έφτιαχνα το φαγητό έβλεπα ξαφνικά τη σκιά του να προβάλλεται πάνω στη ξυλόσομπα. Τον ένιωθα πίσω μου... πέταγα στο πάτωμα αυτό που είχα στα χέρια μου και έβγαινα τρέχοντας από την κουζίνα, ουρλιάζοντας σαν τρελή. Αυτός γυρνούσε πάλι στο δωμάτιό του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Πιστεύω πως αγνοούσε εξ' ολοκλήρου τη Γουαδαλούπε, ποτέ δεν την πλησίαζε ούτε την καταδίωκε. Δεν ήταν το ίδιο με τα παιδιά και με μένα. Εκείνα τα μισούσε κι εμένα με παραμόνευε πάντα.
Όταν έβγαινε από το δωμάτιό του άρχιζε ο πιο τρομερός εφιάλτης που θα μπορούσε κανείς να ζήσει. Καθόταν πάντα σε ένα μικρό κιόσκι, απέναντι από την πόρτα του δωματίου μου. Εγώ δεν έβγαινα πια. Κάποιες φορές, σκεπτόμενη πως ακόμα κοιμόταν, πήγαινα ως την κουζίνα για το κολατσιό των παιδιών, ξαφνικά τον ανακάλυπτα σε κάποια σκοτεινή γωνιά του διαδρόμου, κάτω από τα αναρριχητικά φυτά. "Εκεί είναι ήδη, Γουαδαλούπε!", φώναζα απελπισμένη.
Η Γουαδαλούπε κι εγώ ποτέ δεν τον κατονομάζαμε, μας φαινόταν πως με το που θα το κάναμε, εκείνο το ζοφερό ον θα αποκτούσε υπόσταση. Πάντα λέγαμε: Είναι εκεί, τώρα βγήκε, κοιμάται, αυτός, αυτός, αυτός...
Είχε μόνο δύο γεύματα, ένα όταν σηκωνόταν στο σούρουπο και το άλλο, ίσως, το ξημέρωμα πριν ξαπλώσει. Η Γουαδαλούπε ήταν η επιφορτισμένη με το να του πηγαίνει το δίσκο, μπορώ να διαβεβαιώσω πως τον πέταγε μέσα στο δωμάτιο οπότε η καημένη η γυναίκα υπέφερε τον ίδιο τρόμο με εμένα. Όλη του η διατροφή περιοριζόταν στο κρέας, δεν δοκίμαζε τίποτα άλλο.
Όταν τα παιδιά αποκοιμιούνταν, η Γουαδαλούπε μου έφερνε το δείπνο στο δωμάτιο. Δεν μπορούσα να τα αφήσω μόνα τους, ξέροντας πως είχε σηκωθεί ή ήταν έτοιμος να το κάνει. Μια φορά, αφού είχε τελειώσει τις δουλειές της, η Γουαδαλούπε έφυγε με το μικρό της να κοιμηθεί κι εγώ έμεινα μόνη, ατενίζοντας τον ύπνο των παιδιών μου. Μιας και η πόρτα του δωματίου μου έμενε πάντα ανοιχτή, δεν τολμούσα να ξαπλώσω, τρέμοντας πως σε οποιαδήποτε λεπτό θα μπορούσε να εισέλθει και να μας επιτεθεί. Και δεν ήταν εφικτό να την κλείσω` ο άντρας μου έφτανε πάντα αργά και με τον να μην τη βρει ανοιχτή ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν.. Κι έφτανε αρκετά αργά. Είχα πολλή δουλειά, είπε κάποια φορά. Σκέφτομαι πως τον ψυχαγωγούσαν επίσης άλλα πράγματα...
Ένα βράδυ ήμουν ξύπνια μέχρι κοντά τις δύο το πρωί, ακούγοντάς τον απ'έξω... Όταν ξύπνησα, τον είδα δίπλα στο κρεβάτι μου, να με κοιτάζει με το σταθερό του βλέμμα, το διαπεραστικό... Πήδηξα απ'το κρεβάτι και του πέταξα τη λάμπα πετρελαίου που άφηνα αναμμένη όλη τη νύχτα. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό φως σε εκείνο το χωριό κι εγώ δεν θα το είχα αντέξει να μείνω στα σκοτάδια, ξέροντας πως οποιοδήποτε λεπτό... Αυτός ξέφυγε από το χτύπημα και βγήκε από το δωμάτιο. Η λάμπα συνετρίβη στο τούβλινο δάπεδο και το πετρέλαιο αναφλέχθηκε γρήγορα. Αν δεν ήταν η Γουαδαλούπε που έσπευσε στις κραυγές μου, θα είχε καεί όλο το σπίτι.
Ο άντρας μου δεν είχε χρόνο να με ακούσει ούτε τον ενδιέφερε για ό,τι γινόταν στο σπίτι. Μιλούσαμε μόνο όσο ήταν απαραίτητο. Ανάμεσά μας, εδώ και καιρό η αγάπη και τα λόγια είχαν εξαντληθεί.
Αισθάνομαι πάλι άρρωστη όποτε θυμάμαι... Η Γουαδαλούπε θα είχε βγει για ψώνια και άφησε το μικρό Μαρτίν κοιμισμένο σε ένα κιβώτιο όπου τον κοίμιζε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Πήγα να τον δω αρκετές φορές, κοιμόταν ήρεμος. Ήταν κοντά μεσημέρι. Χτένιζα τα παιδιά μου όταν άκουσα το κλάμμα του μικρού αναμεμιγμένο με παράξενες κραυγές. Όταν έφτασα στο δωμάτιο τον βρήκα να χτυπάει σκληρά το παιδί. Ακόμη δεν μπορούσα να εξηγήσω πώς χτυπούσε τον μικρό και πώς ρίχτηκα εναντίον του με ένα παλούκι που βρήκα στο χέρι και του επιτέθηκα με όλη μου τη συσσωρευμένη όλον αυτόν τον καιρό οργή. Δεν ξέρω αν έφτασα να του προκαλέσω μεγάλη ζημιά, λοιπόν έπεσα χωρίς σκέψη. Όταν η Γουαδαλούπε επέστρεψε από το θέλημα, με βρήκε λιπόθυμη και το μικρό της γεμάτο με χτυπήματα και γρατζουνιές που αιμορραγούσαν. Ο πόνος και το θάρρος που ένιωσε ήταν τρομερά. Ευτυχώς το παιδί δεν πέθανε και ανάρρωσε γρήγορα.
Έτρεμα πως η Γουαδαλούπε θα έφευγε και θα με άφηνε μόνη. Αν δεν το έκανε, ήταν γιατί ήταν μια ευγενής γυναίκα και θαρραλέα και ένιωθε μεγάλη στοργή για τα παιδιά και για μένα. Αλλά τούτη τη μέρα γεννήθηκε εντός της ένα μίσος που φωνασκούσε για εκδίκηση.
Όταν διηγήθηκα αυτό που είχε συμβεί στον άντρα μου, απαίτησα να τον πάρει μακριά, ισχυριζόμενη ότι μπορούσε να σκοτώσει τα παιδιά μας όπως προσπάθησε να κάνει με τον μικρό Μαρτίν. "Κάθε μέρα γίνεσαι πιο υστερική, είναι πραγματικά λυπηρό και θλιβερό να σε βλέπει κανείς έτσι... σου έχω εξηγήσει χιλιάδες φορές πως είναι ένα ακίνδυνο πλάσμα."
Σκέφτηκα τότε να το σκάσω από εκείνο το σπίτι, από τον άντρα μου, από εκείνον,,, Αλλά δεν είχα λεφτά και οι τρόποι επικοινωνίας ήταν δύσκολοι. Χωρίς φίλους ούτε συγγενείς στους οποίους να προστρέξω, ένιωθα τόσο μόνη όσο ένα ορφανό.
Τα παιδιά μου ήταν τρομοκρατημένα, δεν ήθελαν πια να παίζουν στον κήπο και δεν έφευγαν από το πλάι μου. Όταν η Γουαδαλούπε πήγαινε στην αγορά, κλεινόμουν με αυτά στο δωμάτιό μου.
- Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί- είπα μια μέρα στη Γουαδαλούπε.
- Πρέπει να κάνουμε κάτι και γρήγορα- μου απάντησε.
- Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε οι δυο μας, μόνες μας; Μόνες, είναι αλήθεια, αλλά με ένα μίσος...
Τα μάτια της είχαν μια παράξενη λάμψη. Ένιωσα φόβο και χαρά.
Η ευκαιρία έφτασε εκεί που λιγότερο την περιμέναμε. Ο άντρας μου έφυγε για την πόλη για να διευθετήσει κάποιες υποθέσεις Θα αργούσε να επιστρέψει, όπως μου είπε, είκοσι μέρες.
Δεν ξέρω αν αυτός έμαθε πως ο άντρας μου είχε φύγει, αλλά τούτη τη μέρα ξύπνησε νωρίτερα από το συνηθισμένο κι εγκαταστάθηκε απέναντι από το δωμάτιό μου. Η Γουαδαλούπε και το παιδί της κοιμόντουσαν στο δωμάτιό μου και για πρώτη φορά μπόρεσα να κλείσω την πόρτα.
Η Γουαδαλούπε κι εγώ περάσαμε σχεδόν όλη τη νύχτα κάνοντας σχέδια. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ήσυχα. Πότε πότε ακούγαμε πως έφτανε μέχρι την πόρτα του δωματίου και τη χτυπούσε με μανία...
Την επόμενη ημέρα δώσαμε στα τρία παιδιά πρωινό και, για να είμαστε ήσυχες και για να μην εμποδίσουν τα σχέδιά μας, τα κλείσαμε στο δωμάτιό μου. Η Γουαδαλούπε κι εγώ είχαμε πολλά πράγματα να κάνουμε και τόση βιασύνη στο να τα πραγματοποιήσουμε που δεν μπορούσαμε να χάσουμε χρόνο ούτε για να φάμε.
Η Γουαδαλούπε έκοψε διάφορες σανίδες, μεγάλες και ανθεκτικές, ενώ εγώ έψαχνα σφυρί και καρφιά. Όταν όλα ήταν έτοιμα, φτάσαμε χωρίς να κάνουμε θόρυβο, μέχρι το δωμάτιο στη γωνία. Τα πορτόφυλλα ήταν μισάνοικτα. Κρατώντας την αναπνοή μας, κατεβάσαμε τα μάνταλα, μετά κλείσαμε την πόρτα με κλειδί και αρχίσαμε να καρφώνουμε τις σανίδες μέχρι να την κλείσουμε τελείως. Ενώ δουλεύαμε, λιπαρές σταγόνες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπό μας. Τότε δεν έκανε θόρυβο, έμοιαζε λες και κοιμόταν βαθιά. Όταν όλα είχαν τελειώσει, η Γουαδαλούπε κι εγώ αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν φρικτές. Έζησε πολλές μέρες χωρίς αέρα, χωρίς φως, χωρίς τρόφιμα... Στην αρχή χτυπούσε την πόρτα, πετιόταν κατά πάνω της, ούρλιαζε απελπισμένος, γρατζούναγε... Ούτε η Γουαδαλούπε ούτε εγώ μπορούσαμε να κοιμηθούμε, ούτε να φάμε, ήταν τρομερές οι κραυγές! Ενίοτε σκεφτόμασταν πως ο άντρας μου θα επέστρεφε πριν να έχει πεθάνει. Αν τον έβρισκε έτσι...! Η αντοχή του ήταν πολλή, νομίζω πως έζησε κοντά δυο βδομάδες...
Μια μέρα δεν ακουγόταν πια κανένας θόρυβος. Ούτε κάποιος θρήνος... Παρ' όλα αυτά, περιμέναμε δύο ακόμη μέρες πριν ανοίξουμε το δωμάτιο.
Όταν ο άντρας μου επέστρεψε, τον υποδεχτήκαμε με την είδηση του αιφνίδιου και αλλόκοτου θανάτου του.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου