Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Φθινοπωρινά πουλιά, του Σαλβαδόρ Γκαρμέντια

(μετάφρ.: Nathalie)


Οι φιλοτελιστές ξεθωριάζουν την Πλατεία Μαγιόρ της Μαδρίτης, σ' ένα από εκείνα τα πρωϊνά του μηνός Οκτωβρίου, που μόλις που γυρίζουν το κεφάλι τους στο πέρασμα μιας ριπής ανέμου.
Κυκλοφορούν από τον ένα πάγκο στον άλλον, αποφεύγοντας να πατήσουν κάποια λευκά σκουλήκια που αφθονούν εκεί: τους συλλέκτες.
Οι ματιές τους φτερουγίζουν δίχως πίεση πάνω σε τούτα τα ύψη, όπου στηρίζεται το ψήγμα των γραφικών τεχνών. Τσιμπούν εδώ κι εκεί σαν πουλιά σε καιρό ξηρασίας, κι αργότερα παίρνουν στα σπίτια τους, κρυμμένα κάτω από τα παλτά τους, δύο ή τρία από τούτα τα μικρά φύλλα με το πρόσωπο ενός νεκρού στρατηγού, ένα άστεγο μονοπλάνο ή μια πόζα από γιακ της Μογγολίας σε φόντο χιονισμένων βουνών.
Ο εθισμένος τα νανουρίζει με τη ζεστασιά του κορμιού του, ενώ τα οδηγεί στο δωμάτιό του και περιμένει να μπορεί να τα βάλει στο κρεβάτι του πολύ σύντομα, ζωντανά ακόμη.


Πηγή

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

Αν έχεις χάσει, του Ρομπέρτο Χουαρός

(μετάφρ.: Nathalie)

Αν έχεις χάσει τ' όνομά σου
θ' ανακαταλάβουμε τη βελονιά των πιο μοναχικών
δρόμων
για να σε καλέσουμε δίχως να σε κατονομάσουμε.
Αν έχεις χάσει το σπίτι σου,
θα ξεγελάσουμε τους φρουρούς της
φυλακής
ώσπου να τους αφήσουμε με τη σκιά τους και δίχως τους
τοίχους τους.
Αν έχεις χάσει την αγάπη
θα δημοσιεύσουμε μια μεγάλη αναγγελία από περιστέρια
γυμνά
για να καθυστερήσουμε τη ζωή και να σου δώσουμε χρόνο.
Αν έχεις χάσει τα όριά σου,
θα διατρέξουμε τον αιματηρό λαβύρινθο
ώσπου να υψώσουμε άλλη μορφή από τα βάθη του.
Αν έχεις χάσει την ηχώ σου ή την προέλευσή σου,
θα τις ψάξουμε, αλλά προς τα μπροστά,
στον τελικό ναό των προελεύσεων.

Μόνο αν έχεις χάσει την απώλειά σου,
θα κόψουμε ένα νήμα
για να ξεκινήσουμε απ' την αρχή.

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Οι πέτρες, της Άννα Πέρες Κανιαμάρες

(μετάφρ.: nathalie)



Κατά τη διάρκεια των διακοπών
μαζεύουμε τις πέτρες
που η θάλασσα μας χαρίζει.

Είναι οι πέτρες με τις οποίες έπειτα,
το χειμώνα, ανοικοδομούμε
τα ερείπια των πολέμων μας.

Δεν τους ζητάμε μόνο
ν' αντισταθούν.
Επίσης, να μας θυμίζουν

πως η θάλασσα υπάρχει.

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

Είμαστε όλοι γκρουπούσκουλα, του Φελίξ Γκουατταρί

(μετάφρ.: nathalie)


Η στράτευση είναι εργασία. Οι λέξεις δεν ενδιαφέρουν διόλου, αυτό που απαιτείται είναι πράξεις. Εύκολο είναι να το λες, κυρίως στις χώρες όπου οι υλικές δυνάμεις εξαρτώνται, κάθε φορά περισσότερο, από τις τεχνικές μηχανές και από την ανάπτυξη των επιστημών.
Η ανατροπή του τσαρισμού περιελάμβανε τη δράση δεκάδων χιλιάδων εκμεταλλευομένων και την κινητοποίηση ενάντια στην ατρόμητη μηχανή καταστολής της κοινωνίας και του ρωσικού Κράτους, συνίστατο στο να κάνει τις μάζες να συνειδητοποιήσουν την ακαταμάχητη δύναμη μπροστά στην ευθραυστότητα του εχθρού της τάξης` ευθραυστότητα που έπρεπε να καταστεί εμφανής, που έπρεπε να επιδειχθεί στην αντιμετώπιση.
Για εμάς, στις "πλούσιες" χώρες, τα πράγματα συμβαίνουν μ' έναν τρόπο τελείως διαφορετικό` δεν είναι τόσο βέβαιο πως πρέπει να αντιμετωπίσουμε ένα χάρτινο τίγρη. Ο εχθρός έχει διεισδύσει παντού, έχει εκδώσει μια τεράστια μικροαστική διαζώνη προκειμένου να εξασθενίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τα όρια της τάξης. Η ίδια η εργατική τάξη είναι βαθιά διαβρωμένη. Όχι μόνο μέσω των κίτρινων συνδικάτων, των προδοτικών κομμάτων, σοσιαλδημοκρατικών ή ρεβιζιονιστικών..., μα διαβρωμένη επίσης από το γεγονός της υλικής και ασυνείδητης συμμετοχής της στα κυρίαρχα συστήματα του μονοπωλιακού καπιταλισμού του Κράτους και του γραφειοκρατικού σοσιαλισμού. Πρώτον, μια υλική συμμετοχή σε πλανητική κλίμακα: οι εργατικές τάξεις των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών είναι αντικειμενικά εμπλεκόμενες, ακόμη κι αν είναι μόνο λόγω της αυξανόμενης διαφοράς των σχετικών βιοτικών επιπέδων, στη διεθνή εκμετάλλευση των παλιών χωρών- αποικιών. Έπειτα, μια συμμετοχή ασυνείδητη και με όλα τα είδη των τρόπων: οι εργάτες επαναπορροφούν λίγο πολύ παθητικά τα κυρίαρχα κοινωνικά μοντέλα, τις συμπεριφορές και τα μυστηριοποιητικά συστήματα αξίας της μπουρζουαζίας -αποδοκιμασία της κλοπής, της τεμπελιάς, της αρρώστιας, κλπ.- αναπαράγοντας για δικό της λογαριασμό αλλοτριωτικά θεσμικά αντικείμενα όπως η συζυγική οικογένεια κι αυτό που αυτή περιλαμβάνει από ενδοοικογενειακή καταπίεση ανάμεσα στα φύλα και στα επίπεδα ηλικίας, ή ακόμη την προσκόλλησή τους στην πατρίδα με τα αναπόφευκτα κατάλοιπα ρατσισμού (χωρίς να μιλάμε για τον τοπικισμό ή τις ιδιαιτερότητες κάθε τύπου: επαγγελματικές, συνδικαλιστικές, αθλητικές, κλπ. και για όλα τα υπόλοιπα φαντασιακά εμπόδια που υψώνονται τεχνητά ανάμεσα στους εργάτες, όπως είναι ιδιαιτέρως αισθητό με την οργάνωση, σε μεγάλη κλίμακα, της αγοράς του αθλητικού ανταγωνισμού).
 Από την πιο πρώιμη ηλικία τους, κι αν ακόμη ήταν λόγω του ότι μάθαιναν να το διαβάζουν στο πρόσωπο των γονιών τους, τα θύματα του καπιταλισμού και του  γραφειοκρατικού "σοσιαλισμού" είναι ταραγμένα από μια ασυνείδητη ανησυχία κι ενοχή, που συνθέτουν ένα από τα ουσιώδη γρανάζια για την καλή λειτουργία του συστήματος της αυτοϋπαγωγής των ατόμων στην παραγωγή. Ο εσωτερικός μπάτσος και δικαστής είναι ίσως ακόμη πιο αποτελεσματικοί από εκείνους τους υπουργούς  Εσωτερικών και Δικαιοσύνης. Η επίτευξη αυτού του αποτελέσματος βασίζεται στην ανάπτυξη ενός ενισχυμένου ανταγωνισμού ανάμεσα σ' ένα φαντασιακό ιδανικό, που ενσταλλάζεται μέσω της συλλογικής υποβολής των ατόμων, και μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα που τα περιμένει στη γωνία. Η οπτικοακουστική υποβολή και τα mass media κάνουν θαύματα! Επιτυγχάνεται έτσι μια έξαλλη διατίμηση ενός φανταστικού μητρικού και οικογενειακού κόσμου εναλλασσόμενων δήθεν αρρενωπών αξιών, που τείνουν στην άρνηση και τη μείωση του θηλυκού φύλου και, μ' αυτό το ίδιο, στην προώθηση ενός ιδανικού μυθικής αγάπης, μιας μαγείας της άνεσης και της υγείας που κρύβει μια άρνηση της περατότητας του θανάτου` στο τέλος της ημέρας, ένα ολόκληρο σύστημα ζήτησης που διαιωνίζει την ασυνείδητη εξάρτηση όσον αφορά το σύστημα παραγωγής, αυτό που αποτελεί την τεχνική του "κινήτρου". Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας είναι η σειριακή παραγωγή ενός ατόμου που θα είναι εξίσου κακά προετοιμασμένο στο να αντεπεξέλθει στις σημαντικές δοκιμασίες της ζωής του. Θα πρέπει ν' αντιμετωπίσει την πραγματικότητα απολύτως αβοήθητο, μόνο, δίχως πόρους, εμποδισμένο από όλη αυτή την ηθική κι αυτό το ηλίθιο ιδανικό που του έχει επιβληθεί και από τα οποία δεν μπορεί ν' απαλλαχθεί. Έχει, με κάποιο τρόπο, γίνει εύθραυστο, ευάλωτο, είναι πια ώριμο προκειμένου ν' αγκιστρωθεί σε όλες τις θεσμικές αηδίες που του έχουν απλώσει για να το καλωσορίσουν: το σχολείο, την ιεραρχία, το στρατό, την εκμάθηση της πιστότητας, της υποταγής, τη σεμνότητα, την ευχαρίστηση από την εργασία, την οικογένεια, την πατρίδα, το συνδικάτο, κι εδώ σταματώ... Τώρα, όλη του τη ζωή θα κατατρώγεται στον ένα ή τον άλλο βαθμό από την αβεβαιότητα της κατάστασής του όσον αφορά τις διαδικασίες της παραγωγής, της διανομής και κατανάλωσης, από την ανησυχία της θέσης του στην κοινωνία και της θέσης των ομοίων του. Οποιοδήποτε πράγμα θα του τεθεί ως πρόβλημα: μια νέα γέννηση, ή "τούτο δεν πάει καλά στο σχολείο", ή ακόμα "οι μεγάλοι βαριούνται κι ενοχλούν", οι αρρώστιες, οι γάμοι, η κατοικία, οι διακοπές, όλα είναι υποχρεωμένα να γεμίσουν τον εαυτό τους με σκατά.
 Οπότε γίνεται αναπόφευκτο ένα μίνιμουμ ανόδου μέσω των κλιμακίων της πυραμίδας των σχέσεων παραγωγής. Δεν υπάρχει ανάγκη να κάνω ένα σχέδιο ούτε να δώσω ένα μάθημα.  Σε αντίθεση με τους νέους εργαζόμενους, οι στρατευμένοι φοιτητικής εξόρυξης που πάνε να δουλέψουν σ' ένα εργοστάσιο είναι σίγουροι πως "θα βρουν κάτι" αν εκδιωχθούν` είτε το θέλουν είτε όχι, δεν μπορούν να δραπετεύσουν από την δυνατότητα που τους σημαδεύει με μια ιεραρχική ένταξη "που θα μπορούσε να' ναι πολύ καλύτερη". Η αλήθεια των εργατών είναι μια πραγματική και σχεδόν απόλυτη εξάρτηση σε σχέση με τη μηχανή παραγωγής` είναι η σύνθλιψη της επιθυμίας, αφήνοντας στην άκρη τις υπολειμματικές και "κανονικοποιημένες" μορφές της, τη συνετή επιθυμία ή τον καλό στρατευμένο` ή είναι το καταφύγιο σ' ένα ναρκωτικό ή ένα άλλο, εκτός κι αν εμπίπτει στην τρέλα ή στην αυτοκτονία! Ποιος θα καθορίσει το ποσοστό των "εργατικών ατυχημάτων" που, στην πραγματικότητα, δεν είναι κάτι παραπάνω από ασυνείδητες αυτοκτονίες;
Ο καπιταλισμός μπορεί πάντα να διορθώνει τα πράγματα, να τα επιδιορθώνει τοπικά, μα στο σύνολο και στην ουσία πηγαίνει κάθε φορά από το κακό στο χειρότερο. Μέσα σε είκοσι χρόνια μεγάλο μέρος από εμάς θα' ναι είκοσι χρονών παραπάνω, αλλά η ανθρωπότητα θα έχει σχεδόν διπλασιαστεί. Αν οι υπολογισμοί των ειδικών αποκαλυφθούν ακριβείς, η γη θα αγγίξει ως το 1990 πέντε δισεκατομμύρια κατοίκους. Αυτό θα πρέπει να εγείρει στην πορεία μερικά συμπληρωματικά προβλήματα!
Και μιας και τίποτα και κανείς δεν είναι σε κατάσταση να προβλέψει ή να οργανώσει τίποτα για να καλωσορίσει αυτούς τους νεοαφιχθέντες -εκτός από μερικούς εξωφρενικούς στους διεθνείς οργανισμούς, που δεν έχουν επιλύσει ούτε ένα σημαντικό πολιτικό πρόβλημα από την ίδρυσή τους πριν εικοσιπέντε χρόνια- μπορούμε να φανταστούμε πως σίγουρα θα συμβούν πολλά πράγματα στα χρόνια που έρχονται. Πράγματα όλων των χρωμάτων, πράσινα κι ανώριμα, επαναστάσεις, μα επίσης με κάθε ασφάλεια, ρυπαρότητες του στυλ φασισμός και σία. Άρα τι πρέπει να κάνουμε, να περιμένουμε ώσπου να φτάσουν; να περάσουμε στη δράση; Σύμφωνοι, αλλά που, ποιος, πώς; Επιλέγοντας στην τύχη. Αλλά το πράγμα δεν είναι τόσο εύκολο, η απάντηση σε πολλές ανησυχίες έχει προβλεφθεί, οργανωθεί, υπολογιστεί από τις μηχανές των εξουσιών του Κράτους. Είμαι πεπεισμένος πως όλες οι πιθανές παραλλαγές ενός άλλου Μάη του 1968 έχουν ήδη προγραμματιστεί από την ΙΒΜ. Ίσως όχι στη Γαλλία, γιατί είναι πολύ χτυπημένοι και, ταυτόχρονα, έχουν την αξιοθρήνητη εμπειρία του να ξέρουν πως αυτού του τύπου οι ηλιθιότητες δε συνιστούν κάποια εγγύηση και διότι δεν έχει βρεθεί ακόμη τίποτα σοβαρό για ν' αντικαταστήσει τους στρατούς αστυνομικών και γραφειοκρατών. Με κάθε τρόπο, είναι πια καιρός οι επαναστάτες να επανεξετάσουν τα προγράμματά τους, διότι υπάρχουν πολλά από αυτά που αρχίζουν σοβαρά να' ναι ξεπερασμένα! Είναι πια ώρα να εγκαταληφθεί κάθε θριαμβολογία- που θα έπρεπε να γραφτεί με μια παύλα ανάμεσα- για να γίνει αντιληπτό το ότι όχι μόνο βρισκόμαστε με τα σκατά ως το λαιμό, μα πως τα σκατά διαπερνούν κάθε έναν από εμάς τους ίδιους, κάθε μια από τις "οργανώσεις" μας.
Η πάλη των τάξεων δεν περνά πια απλά από ένα οριοθετημένο μέτωπο μεταξύ των προλετάριων και των αστών, εύκολα εντοπίσιμο στις πόλεις και στα χωριά` είναι εξίσου εγγεγραμμένη σε πάρα πολλά στίγματα πάνω στο δέρμα και τη ζωή των εκμεταλλεομένων, μέσω των σημαδιών της εξουσίας, του καθεστώτος, του βιωτικού επιπέδου` πρέπει να την αποκρυπτογραφήσουμε μέσω του λεξιλογίου των μεν και των δε, του τρόπου τους να μιλάνε, της μάρκας των αμαξιών τους, της μόδας των ενδυμάτων τους, κλπ. Ποτέ δεν τελειώνει! Η πάλη των τάξεων έχει μολύνει σαν ένας ιός τη συμπεριφορά του δασκάλου με τους μαθητές του, αυτή των γονιών με τα παιδιά τους, αυτή του γιατρού με τους αρρώστους του` έχει κερδίσει το εσωτερικό κάθε ενός από εμάς με το δικό του εγώ, με το ιδανικό του status που θεωρούμε ότι οφείλεται να δωθεί σε μας τους ίδιους. Είναι πια καιρός να οργανωθούμε σε όλα τα επίπεδα για ν' αντιμετωπίσουμε αυτή τη γενικευμένη πάλη των τάξεων. Είναι πια καιρός να επεξεργαστούμε μια στρατηγική για κάθε ένα από αυτά τα επίπεδα, διότι είναι επίπεδα που είναι αλληλένδετα. Τι θα εξυπηρετούσε, για παράδειγμα, να προτείνουμε στις μάζες ένα πρόγραμμα αντιαυταρχικής επαναστατικοποίησης ενάντια σε ηγετίσκους και σία, αν οι ίδιοι οι στρατευμένοι εξακολουθούν να είναι φορείς υπερενεργοποιημένων γραφειοκρατικών ιών, αν συμπεριφέρονται με τους στρατευμένους των υπολοίπων ομάδων, εντός της δικής τους ομάδας, με τους συμμάχους τους ή ακόμη κάθε ένας για τον εαυτό του, σαν άψογοι μαλάκες, άψογοι καθολικοί. Για ποιο λόγο να επιβεβαιώσουμε τη νομιμότητα των προσδοκιών των μαζών αν γίνεται απάρνηση της επιθυμίας, οπουδήποτε αυτή επιχειρεί να βγει στην επιφάνεια στην καθημερινή πραγματικότητα. Οι πολιτικοί σκοποί ανήκουν σε άσαρκο κόσμο. Σκέφτονται ότι μπορούν, ότι οφείλουν να αποθηκεύσουν κάθε τύπου ανησυχίες σ' αυτό το περιβάλλον για να κινητοποιήσουν όλη τους την ενέργεια ενάντια σε γενικούς πολιτικούς στόχους. Είναι λάθος! Γιατί, στην απουσία της επιθυμίας, η ενέργεια μεταμφιέζεται υπό τη μορφή του συμπτώματος, της αναστολής και του άγχους. Κι εκτός αυτού, εδώ και πολύ καιρό δεν έχουν ελλείψει οι περιπτώσεις για να αντιληφθούν αυτά τα πράγματα για τους ίδιους τους τους εαυτούς.
Η ενεργοποίηση μιας ενέργειας, ικανής να τροποποιεί τις σχέσεις δύναμης δεν πέφτει απ' τον ουρανό, δεν γεννιέται αυθόρμητα από το δίκαιο πρόγραμμα ή από την ατόφια επιστημονικότητα της θεωρίας. Ορίζεται από τη μεταμόρφωση μιας βιολογικής ενέργειας -της λίμπιντο- σε στόχους κοινωνικού αγώνα. Πάντα είναι υπερβολικά εύκολο να τα παραπέμπουμε όλα στις διάσημες πρωτεύουσες αντιθέσεις. Αυτό είναι πολύ αφηρημένο. Είναι επιπλέον ένας μηχανισμός άμυνας, ένα κόλπο που βοηθά στο να αναπτυχθούν φαντάσματα ομάδας, δομές άγνοιας, ένα κόλπο γραφειοκράτη`το να οχυρώνεσαι πάντα πίσω από κάτι που πάντα είναι πίσω, πάντα σε άλλο μέρος, κάθε φορά πιο σημαντικό και ποτέ στο ύψος της άμεσης παρέμβασης των ενδιαφερομένων` είναι η αρχή του "δίκαιου σκοπού" που εξυπηρετεί στο να αξιολογούνται όλες οι μικρές ηλιθιότητες, η γραφειοκρατική διαστροφή μικρής σημασίας, η απλή ευχαρίστηση που πειραματίζεται κανείς στο να επιβάλλει -"για τον καλό σκοπό"- τύπους που θα σε κάνουν να χέσεις, θα σε υποχρεώσουν σε δράσεις ατόφια συμβολικές και θυσιασμένες, απ' αυτές που όλος ο κόσμος τις γελά δίχως να τον ενδιαφέρει τίποτα, αρχής γενομένης από τις ίδιες τις μάζες. Πρόκειται για μια μορφή σεξουαλικής ικανοποίησης που αποκλίνει από τους συνηθισμένους της στόχους. Αυτός ο τύπος διαστροφών δε θα είχε σχεδόν καν σημασία αν αναφερόταν σε άλλο αντικείμενο, που δεν ήταν η επανάσταση, εν τούτοις, ούτε αυτό λείπει! Το φορτικό είναι πως αυτοί οι μονομανείς της επαναστατικής διεύθυνσης καταφέρνουν, με την ασυνείδητη συνέργεια της "βάσης", να βυθίζουν τη χρέωση της στράτευσης σε μονομερεή αδιέξοδα. Είναι η ομάδα μου, είναι η τάση μου, είναι η κάθε μου ημέρα, εμείς έχουμε δίκιο, κάθε ένας έχει τη γραμμή του, υπάρχουν μπροστά σε άλλη γραμμή, συνιστούν μια μικρή συλλογική ταυτότητα ενσαρκωμένη στον τοπικό της ηγέτη... Τον Μάη του 1968 δεν λήφθηκαν υπ' όψιν όλες αυτές οι ηλιθιότητες! Στην πραγματικότητα, όλα πήγαν λίγο- πολύ καλά μέχρι τη στιγμή στην οποία οι "εκπρόσωποι" αυτής ή εκείνης της ομάδας κατάφεραν να σηκώσουν κεφάλι. Λες και ο λόγος είχε ανάγκη να μεταφερθεί. Αυτός μετακινείται πολύ καλά μόνος του και με μια ταχύτητα τρελαμένη στη μήτρα των μαζών, όταν είναι αληθινός. Η δουλειά των επαναστατών δεν είναι να μεταφέρουν το λόγο, να διατάζουν ή να λένε τα πράγματα, να μεταφέρουν μοντέλα ή εικόνες`η δουλειά τους είναι να λένε την αλήθεια όπου κι αν βρίσκονται, όχι περισσότερα ή λιγότερα, δίχως να προσθέτουν τίποτα, δίχως να την εξαπατούν. Πώς αναγνωρίζει κανείς αυτή την εργασία της αλήθειας; Είναι πολύ απλό, υπάρχει ένα αλάνθαστο κόλπο: η επαναστατική αλήθεια υπάρχει όταν τίποτε δεν μπορεί να μας λερώσει, όταν λαχταρούμε να μάθουμε περί τίνος πρόκειται, όταν πια δεν υπάρχει ο φόβος, όταν μας επιστρέφουν τις δυνάμεις, όταν είναι κανείς πρόθυμος να επιτεθεί σ' όλη τη διαδρομή, δίχως να μας ενδιαφέρει αυτό που συμβαίνει, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου έκρηξης. Η αλήθεια εθεάθη σε δράση τον Μάη του 1968: όλος ο κόσμος την καταλάβαινε χωρίς δυσκολία. Η αλήθεια δεν είναι η θεωρία, μήτε η οργάνωση. Είναι αφότου έχει προκύψει η αλήθεια, όταν η θεωρία και η οργάνωση θα μπορούν να βγάλουν όλο τους το σκατό. Αυτές τελειώνουν πάντα επανανακαλύπτοντας και επανακτώντας τα πράγματα, με κίνδυνο να τα διαστρεβλώσουν και να ψευδολογήσουν. Την αυτοκριτική πρέπει να την κάνει κανείς πάντα στη θεωρία και στην οργάνωση, αλλά ποτέ στην επιθυμία.
  Αυτό που τώρα αμφισβητείται είναι η εργασία της αλήθειας και της επιθυμίας οπουδήποτε τα πράγματα αγκιστρώνονται, απεκδύονται, βυθίζονται. Τα γκρουπούσκουλα εκ της πραγματικότητας κι εκ του νόμου, οι κομμούνες, οι ομάδες, και ό,τι άλλο θέλετε στον αριστερισμό, πρέπει να εξασφαλίσουν μια αναλυτική εργασία γι' αυτά τα ίδια, όπως μια πολιτική εργασία εκτός. Αν όχι, διατρέχουν τον κίνδυνο να βυθιστούν σε τούτο το είδος τρέλας της ηγεμονίας, τούτη τη μανία του μεγαλείου που κάνει κάποιους να ονειρεύονται να ανοικοδομήσουν το "κόμμα του Μωρίς Τορέζ" ή αυτό του Λένιν, του Στάλιν ή του Τρότσκι, όλοι είναι αηδιαστικοί και αναχρονιστικοί όπως ο Ιησούς Χριστός ή ο Ντε Γκωλ ή οποιοσδήποτε εξ' αυτών των αγνώστων που ποτέ δεν καταλήγουν να εκραγούν. Κάθε ένας με το μικρό του ετήσιο συνέδριο, τους δικούς του στρατευμένους μακράς καριέρας με παλαιότητα, και στην τροτσκιστική εκδοχή, όλα πολλαπλασιασμένα σε διεθνή κλίμακα (παγκόσμια συνέδρια, διεθνής εκτελεστική επιτροπή, κλπ.).
Γιατί τα γκρουπούσκουλα αντί να καταβροχθίζουν οι μεν τους δε, δεν πολλαπλασιάζονται ως το άπειρο; Για κάθε έναν, το γκρουπούσκουλό του! Σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε δρόμο, σε κάθε σχολείο. Επιτέλους, το βασίλειο των επιτροπών βάσης! Αλλά γκρουπούσκουλα που θα δέχονταν να είναι αυτό που είναι ακριβώς εκεί που βρίσκονται. Και, εάν είναι δυνατόν, μια πολλαπλότητα γκρουπούσκουλων που θα υποκαθιστούσαν τους θεσμούς της μπουρζουαζίας: την οικογένεια, το σχολείο, το συνδικάτο, το αθλητικό club, κλπ. Γκρουπούσκουλα που δε θα έτρεμαν, πέραν των στόχων τους για επαναστατική πάλη, να οργανωθούν για την υλική και ηθική επιβίωση για κάθε ένα εκ από τα μέλη τους και για όλους τους αφηρημένους που τους περιβάλλουν...
Άρα, η αναρχία, για δες! Κανένας συντονισμός, καμία συγκεντρωποίηση, κανένα μεγάλο κράτος... Αντιθέτως! Ας συγκεντρωθούμε στο κίνημα των Weathermen στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι οργανωμένοι σε φυλές, σε συμμορίες, κλπ. μα αυτό δεν τους εμποδίζει να συντονιστούν και μάλιστα αρκετά καλά.
Τι είναι αυτό που αλλάζει αν το ερώτημα του συντονισμού, πριν τα άτομα, τεθεί για τις ομάδες βάσης, για τις τεχνητές οικογένειες, για τις κομμούνες...; Το άτομο, ακριβώς όπως έχει διαπλαστεί από την κυρίαρχη κοινωνική μηχανή είναι υπερβολικά εύθραυστο, είναι πολύ εκτεθειμένο στις υποδείξεις οποιασδήποτε φύσης: ναρκωτικό, φόβος, οικογένεια, κλπ. Σε μια ομάδα βάσης μπορεί να ελπίζει κανείς να ανακτήσει ένα μίνιμουμ συλλογικής ταυτότητας, αλλά δίχως μεγαλομανία, μ' ένα σύστημα ελέγχου σε κοντινή απόσταση` μ' αυτόν τον τρόπο η εν λόγω επιθυμία ίσως να μπορεί να είναι σε θέση να κάνει το λόγο της πολύ πιο πολύτιμο ή ακόμη  και να μπορεί να σέβεται τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη στράτευσή της. Αυτό που χρειάζεται, εν πρώτοις, είναι να τελειώνουμε με το σεβασμό στην ιδιωτική ζωή: αυτή είναι η αρχή και το τέλος της κοινωνικής αποξένωσης. Μια αναλυτική ομάδα, μια επιθυμητική μονάδα ανατροπής, δεν έχει πια προσωπική ζωή: είναι γυρισμένη προς το εσωτερικό και συνάμα προς το εξωτερικό, προς την απροβλεπτότητά της, την περατότητά της και προς τους στόχους πάλης της. Το επαναστατικό κίνημα πρέπει γι' αυτό να κατασκευάσει μια νέα μορφή υποκειμενικότητας, που να μην αναπαύεται πια στο άτομο και στη συζυγική οικογένεια. Η ανατροπή των αφηρημένων μοντέλων που εκκρίνονται από τον καπιταλισμό και που υποστηρίζονται, μέχρι τώρα, από την πλειοψηφία των θεωρητικών, είναι μια προηγούμενη, αναγκαία συνθήκη για την επανεπένδυση της επαναστατικής πάλης από την πλευρά των μαζών.
Προς στιγμήν, λίγη χρησιμότητα έχει το να κάνουμε σχέδια σχετικά με αυτό που θα έπρεπε να είναι η κοινωνία του αύριο, η παραγωγή, το Κράτος ή όχι Κράτος, το κόμμα ή όχι κόμμα, η οικογένεια ή όχι οικογένεια, όταν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να χρησιμεύσει ως στήριγμα της εκφώνησης κάποιου πράγματος που είναι από τα πάνω. Οι εκφωνήσεις θα συνεχίσουν να επιπλέουν στο κενό, αναποφάσιστες, ενώ οι συλλογικοί δράστες εκφώνησης δεν είναι ικανοί να εξερευνήσουν τα πράγματα στην πραγματικότητα, ενώ δεν διαθέτουμε κανένα μέσο που να μας απομακρύνει από την κυρίαρχη ιδεολογία που μας εισάγεται από το δέρμα, που μιλά για τον εαυτό της σε μας τους ίδιους, που, με βαριά καρδιά, μας οδηγεί να πράττουμε τις χειρότερες βρωμιές, τις χειρότερες επαναλήψεις, και τείνει να κάνει πως πάντα θα πέφτουμε ηττημένοι πάνω στους ίδιους, τετριμμένους πια, δρόμους.
1970
 “Psicoanálisis y transversalidad”, 1972



Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Η τόλμη του φόβου, του Εσκάνταρ Αλχέετ

 (μετάφρ.: nathalie)




Είχα την κόλαση στο πλάι μου
κι ο ψίθυρος από πάγους ακόμη στάζει στη μπανιέρα.
Τη γέμιζα με αλάτι ώστε όλοι να πίστευαν
ότι ήταν από δάκρυα.
Κι έχω αφήσει το ψέμα ν' αναπαύεται σαν να ήταν ναυάγιο,
σαν ένας πόνος που τουλάχιστον εγώ μπορούσα να ελέγξω.

Δεν είναι τυχαίο που η θλίψη μιας ματιάς
ακτινοβολεί σαν τη λήθη
κι είναι παράλογο να προσπαθείς να δικαιολογήσεις την επιθυμία
με υποτροπές.
Όλοι, πάντα, έχουμε περισσότερο φόβο για τις ζημιές
παρά ενθουσιασμό για τη ζωή.

Και το καταλαβαίνω.

Μα έχω καθαρίσει τη στάχτη
κι έχω ανοίξει τα παράθυρα κι έχω κλείσει το φρεάτιο
κι έχω αγοράσει λάμπες, βιβλία, χασίς
και μπύρα.

Κι έχω προσθέσει νέα τραγούδια στην playlist.

Βλέπω τον εαυτό μου να χαμογελά
σαν μια γαμημένη επανάσταση, μα από μέσα,
και στο πλευρό μου η επιθυμία και το μπουκέτο από αμφιβολίες ανάμεσα στα σκουλήκια
σε περίπτωση που οι νεκροί δεν τρομάζουν.

δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις, αλλά εγώ ναι.
Κάποιες φορές μου κοστίζει τόσο να εξηγούμαι.

Και τώρα μοιάζουμε άβολοι στα κανό μας,
λες και μας βρέχονταν τα πόδια
ή σα να μη θέλαμε να συνεχίσουμε να κωπηλατούμε.

Σαν να θέλαμε να τεντώσουμε λίγο τα πόδια.

Έπρεπε να ξεχωρίσω συναισθήματα, να τα διαχωρίσω,
να τους δώσω μια δομή, να τους εκχωρήσω το δικαίωμα ανταπάντησης
και να υπαγορεύσω μια ποινή με τη μορφή ερώτησης,
σοκακιού δίχως έξοδο,
καλαθιού δίχως δίχτυ.

Σα να λέμε: έπρεπε να βελονιάσω την αταξία
στην οποία επιβιώνω
αξιολογώντας κάθε φόβο από την τόλμη του.

Και χαμογελώ, επιτέλους
χαμογελώ.
Ήρεμος σαν μια λακούβα που κανείς πια δεν πατά
κι όλοι παρακάμπτουν.
Μα βράζοντας από μέσα, λες και μπορούσα να εξατμιστώ
μόνο με το να το γράψω.

Θα γδυθώ και θα πέσω στο κρεβάτι.
Η πόρτα είναι κλειστή, μα αφήνω το παράθυρο ανοιχτό.
Μόνο εσύ θα μπορούσες να μπεις.



Έχει μπύρα στο ψυγείο, χασίς πάνω στο κομοδίνο
και ποίηση σε κάθε γωνιά.
Σεπεριμένω βλέποντας όνειρα.
Μη με ξυπνήσεις αν δεν είναι για να με γαμήσεις.

Ένα φιλί.
Ή καλύτερα πολλά.

Πηγή

Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Δυο κορμιά μέσα σ'έναν υπνόσακο, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(μετάφραση: Nathalie)




Δυο κορμιά μέσα σ' έναν υπνόσακο
Σαν ν' αυνανιζόταν μια χρυσαλλίδα.
Ένα κρύο, ανοιξιάτικο πρωί κοντά στη θάλασσα.
Δίχως να κάνουμε ακροβασίες, χαϊδεύοντας όσο μπορούμε
Μπράτσα, μασχάλες, απαλούς, τριχωτούς μηρούς.
Οι δικοί της όχι τόσο,
Θα γράψεις ύστερα μ' ένα χαμόγελο και μόνος
Σ' ένα μπαρ του αυτοκινητόδρομου
Του Κάστελντεφέλς.

Πηγή

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Ύποπτη, της Άννα Πέρες Κανιαμάρες

(μετάφραση: Nathalie)

Κινώ υποψίες στο γραφείο 
γιατί δουλεύω με το κεφάλι σε άλλο μέρος
κινώ υποψίες ανάμεσα στους φίλους μου
γιατί εξαφανίζομαι και σιωπώ για μέρες
κινώ υποψίες στην κόρη μου 
γιατί αντί για αδέρφια ή σκύλους
φέρνω στο σπίτι μόνο βιβλία 

υποψίες σε μένα την ίδια γιατί η ανεξαρτησία μου 
διαρρήγνυται όταν η θλίψη δίνει ένα χτύπημα πραξικοπηματικό

γι' αυτό πασχίζω όταν γράφω: 
εδώ δε θέλω να μου ευχηθούν άλλη

Alfabeto de cicatrices, Baile del Sol, 2010 

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

ΓΚΟΝΣΑΛΕΣ ΠΡΑΔΑ- ΣΟΥΡΚΙΓΙΟ 810. ΤΗΛΕΦΩΝΟ 284225 ΙΣΑΜΠΕΛ ΤΕΓΙΟ ΒΑΡΓΑΣ, του Χουάν Ραμίρες Ρουίς

(μετάφρ.: nathalie)



Πάω στο σπίτι Γκονσάλες Πράδα- Σουρκίγιο 810
και σε βρίσκω ή μου λένε για σένα Ισαμπέλ.
Καλώ στο 284225 τηλέφωνο της γειτόνισσας
γιατί εσύ δεν έχεις, πράγμα που δεν είναι σπάνιο στο Περού,
και μου μιλάς εσύ ή μου μιλάν για σένα Ισαμπέλ.
Μα δε θέλω να μου λένε για σένα
Δε θέλω να μου μιλάτε για σένα
θέλω να σε βρω, να σου μιλήσω, να περπατήσω μαζί σου,
μαζί να νοικιάσουμε ένα αμάξι.
να σε φέρω εδώ στο Σαν Ντιέγο
και στο δωμάτιό μου ενώ καπνίζω
να σε βοηθήσω να γδυθείς
κι έπειτα ν' αγαπηθούμε με τρυφερότητα
σαν δυο γλυκά
και τρυφερά
ανθρώπινα πλάσματα.

Πηγή

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Δυτικά του κορμιού μου, του Πάβελ Ουγάρτε Σέσπεδες

(μετάφρ.: Nathalie)



Μια Κυριακή
υπέροχα χρυσαφένια
περνά μακρά
πάνω στις έκπληκτες
ματιές
εκατομμυρίων πρωτευόντων
που περιβάλλουν τις πόλεις
όπου ζουν
κι έχουν συντριπτικά
όνειρα από το παρελθόν`
η μνήμη τους είναι κενή
υπακούοντας μοναχικά
στο χειροκρότημα του τσίρκου
και τα γράμματα των ανατρεπτικών
ποιητών
νηφάλια ανήσυχων
στη φυγή της νύχτας.

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Φευγαλέο τραμ, του Φράνκο Οσόριο Παρέδες

(μετάφραση: Nathalie)


Από το πιο μακρινό
επιστρέφεις με κινούμενη άμμο στα χείλη
κάτω από την επιφάνεια του σουπερνόβα 
αμέτρητου χιονιού στις ματιές μας
που περνούν υφέρπουσες κι ανυπόμονες σαν κόμπρα
στην αποβάθρα όπου σηκώνουμε τα φρύδια και τα χαμόγελα
στο λαμπερό αστέρι για να αντιμετωπίσουμε το μούγκρισμα από τις ράγες
ενώ αναρωτιόμαστε, πόσες αυλακώσεις χρειάζονται για να συναρμολογηθεί
ο λογάριθμος του κορμιού δίχως να μαραζώσει
το διάπυρο σάλιο ενώ διασχίζει το άκαμπτο δόγμα
σαν ένα μαχαίρι που μοιράζει το μήλο του παραδείσου
και γδυνόμαστε με την τρυφερότητα αυτού που κάνει οριγκάμι;
Πώς να το ξέρουμε αν τώρα μας διακόπτει το τελευταίο βαγόνι
αυτό των τρεις το πρωί που έρχεται σαν μια λεπίδα
ζαρώνει την πολυπλοκότητα της ισορροπίας όπου το χαμόγελό σου με φτάνει
εκκολαπτόμενο σαν μαύρη πεταλούδα στην έρημο
ανάμεσα στις σκάλες και το μεταλλικό θόρυβο
που αφήνει μιαν άλω από κενό στον καβάλο

κι αυτό το ποίημα υπόκειται στα πόδια του τραμ

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Γυρεύοντας μπελάδες, του Ρόκε Δάλτον

(μετάφρ.: nathalie)



Τη νύχτα της πρώτης μου συνεδρίασης πυρήνα έβρεχε
ο τρόπος μου να επιπλήττω χειροκροτήθηκε πολύ από τέσσερα
ή πέντε πρόσωπα του τομέα του Γκόγια
όλος ο κόσμος εκεί έμοιαζε να έχει ελαφρώς βαρεθεί
μάλλον από την καταδίωξη έως και από το βασανιστήριο που καθημερινά ονειρευόταν

Ιδρυτές συνομοσπονδιών και απεργιών επεδείκνυαν
μια κάποια βραχνάδα και μου είπαν πως έπρεπε
να επιλέξω ένα ψευδώνυμο
πως μου λάχαινε να πληρώνω πέντε πέσος το μήνα
πως συμφωνήσαμε για όλες τις πέμπτες
και πώς πήγαιναν οι σπουδές μου
και πως για σήμερα θα διαβάζαμε μια μπροσούρα του Λένιν

Όταν βγήκαμε δεν έβρεχε πια
η μητέρα μου με μάλωσε γιατί έφτασα αργά στο σπίτι.

Πηγή

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Δεύτερο Διεθνές Συνέδριο αντιφασιστών συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας



Βαλένθια, 4 Ιουλίου 1937.

Σαν σήμερα, πριν 80 χρόνια, ο Πρόεδρος της Δημοκρατικής Κυβέρνησης Χουάν Νεγκρίν εγκαινίασε το Δεύτερο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημαρχείου της Βαλένθια.

Σαυτό το Συνέδριο, που είχε επίσης συνεδρίες στη Μαδρίτη (ημέρες 5,6,7 και 8), τη Βαρκελώνη (μέρα 11η) κι έκλεισε στο Παρίσι (ημέρες 16η και 17η του Ιουλίου του 1937), παρενέβησαν περισσότεροι από μια εκατοστή αντιφασίστες συγγραφείς από όλο τον κόσμο όπως οι Ζουλιέν Μπεντά, Τριστάν Τζαρά, Αλεξέι Τολστόι, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Οκτάβιο Πας, Αλέχο Κάρπεντιερ, Πάμπλο Νερούδα, Ραφαέλ Αλμπέρτι, Μαρία Τερέσα Λεόν, Αντόνιο Ματσάδο, Ραμόν Σέντερ, Μιγέλ Ερνάντεθ ή ο Ραμόν Γκάγια, ανάμεσα σε πολλούς.

Ανάμεσα σε άλλους, οι Vallejo, Guillén, Neruda, φωτογραφία από το βιβλίο  "Imagen de César Vallejo. Iconografía completa (1892-1938)"

Οι συγγραφείς 28 εθνών, που συναντήθηκαν για το 2ο Διεθνές Συνέδριο, που έλαβε χώρα στη Βαλένθια, τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη κι ολοκλήρωσε τις εργασίες του στο Παρίσι, διακηρύσσουν:

Πρώτον: Πως η κουλτούρα που έχουν δεσμευθεί να υπερασπίζονται, έχει ως κύριο εχθρό το φασισμό.

Δεύτερον: Πως διατίθενται να παλέψουν με όλα τα μέσα που διαθέτουν ενάντια στο φασισμό, είτε όταν δείχνει το καταστροφικό του πρόσωπο, είτε όταν υιοθετεί, προκειμένου να φτάσει στους σκοπούς του, αποκλίνουσες μορφές` με δυο λόγια, δηλώνουν πως διατίθενται να παλέψουν ενάντια στους υποκινητές του πολέμου.

Τρίτον: Πως στον αποτελεσματικό πόλεμο που έχει ανοίξει ο φασισμός ενάντια στην κουλτούρα, τη δημοκρατία, την ειρήνη και γενικά, την ευτυχία και την ευδαιμονία της Ανθρωπότητας, καμιά ουδετερότητα δεν είναι δυνατή, ούτε μπορεί κανείς να τη σκεφτεί, όπως έχουν διαπιστώσει μέσω σκληρής δοκιμασίας οι συγγραφείς πολυάριθμων χωρών, όπου όλη η σκέψη έχει περιοριστεί στις τρομερές συνθήκες της παρανομίας.

Για τους αναφερθέντες λόγους κάνουν αυτήν την επίσημη έκκληση στους συγγραφείς όλου του κόσμου, σε όλους αυτούς που πιστεύουν βαθιά και ειλικρινά στο ανθρώπινο όραμα, στην αποτελεσματικότητα της γραπτής έκφρασης, και τους καλούν να καθορίσουν δίχως καθυστέρηση τη θέση τους μπρος στην απειλή που κρέμεται πάνω από τον πολιτισμό και την ανθρωπότητα....

Ο Μιγέλ Ερνάντεθ ενώ βγαίνει από το Δημαρχείο της Βαλένθια, μετά τα εγκαίνια του Δεύτερου Διεθνούς Συνεδρίου Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας. Ο στρατός στην είσοδο του Δημαρχείου. Φωτογραφία του Guillermo Zúñiga.



Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Η απόλαυση της περιπλάνησης, του Ρομπέρτο Αρλτ

(Μετάφρ.: Nathalie)

Αρχίζω δηλώνοντας πως νομίζω, ότι για να περιπλανηθεί κανείς, απαιτούνται εξαιρετικές συνθήκες ονειροπόλου. Το είπε ήδη ο λαμπρός Μασεδόνιο Φερνάντες: "Δεν είναι από αγρύπνια όλα τα μάτια ανοιχτά".
Το λέω αυτό, γιατί υπάρχουν περιπλανώμενοι και περιπλανώμενοι. Να συνεννοηθούμε. Ανάμεσα στον "τριγυρίστρα" με τις ξεχαρβαλωμένες μπότες, τα μπιχλιάρικα μαλλιά και ουσία με περισσότερο λίπος και από όχημα σφαγείου, και τον καλοντυμένο περιπλανώμενο, τον ονειροπόλο και τον σκεπτικιστή, υπάρχει περισσότερη απόσταση απ' ότι ανάμεσα στη Σελήνη και τη Γη. Εκτός και αν αυτός ο περιπλανώμενος ονομάζεται Μαξίμ Γκόρκι ή Τζακ Λόντον ή  Ρισπέν.
Πάνω απ' όλα, προκειμένου να περιφέρεται κανείς, πρέπει να είναι απαλλαγμένος εξολοκλήρου από προκαταλήψεις κι έπειτα να είναι μια στάλα σκεπτικιστής, σκεπτικιστής όπως τούτα τα σκυλιά που έχουν το βλέμμα πείνας και που, όταν τα καλούν, κουνούν την ουρά, αλλά αντί να πλησιάζουν, απομακρύνονται, βάζοντας ανάμεσα στο κορμί τους και στην ανθρωπότητα μια αξιοσέβαστη απόσταση.
Είναι προφανές πως η πόλη μας δεν είναι από τις καταλληλότερες για το συναισθηματικό χασομέρι, αλλά τι να κάνουμε!
Για έναν τυφλό, απ' αυτούς τους τρελούς που έχουν άσκοπα τ' αυτιά και τα μάτια τους ορθάνοιχτα, δεν υπάρχει τίποτα για να δει κανείς στο Μπουένος Άιρες, αλλά, αντιθέτως, πόσο μεγάλοι, πόσο γεμάτοι νεωτερισμούς είναι οι δρόμοι της πόλης για έναν ειρωνικό και λίγο ξύπνιο ονειροπόλο! Πόσα κρυμμένα δράματα στις δυσοίωνες πολυκατοικίες! Πόσες σκληρές ιστορίες στις όψεις ορισμένων γυναικών που περνούν! Πόση κατεργαριά σ' άλλα πρόσωπα! Γιατί υπάρχουν όψεις που είναι σαν το χάρτη της ανθρώπινης κόλασης. Μάτια που μοιάζουν πηγάδια. Ματιές που σε κάνουν να σκεφτείς τις βροχές της βιβλικής φωτιάς. Ανόητοι που είναι ποίημα ηλιθιότητας. Ρεμάλια που θα άξιζαν ένα άγαλμα για λαμόγια. Ληστές που διαλογίζονται τη στρεψοδικία τους πίσω από το θολό γυαλί, πάντα θολό, γαλακτοκομείου. Το ζωντόβολο δεν βλέπει τίποτα κι ο αλήτης αγαλλιάζει. 
Ο προφήτης, μπρος σε τούτο το θέαμα, αγανακτά. Ο κοινωνιολόγος κατασκευάζει δυσκολοχώνευτες θεωρίες. Να συνεννοηθούμε. Αγαλλιάζει μπρος στην ποικιλία από ανθρώπινους τύπους. Πάνω σε κάθε έναν τους, μπορεί να κατασκευαστεί ένας κόσμος. Αυτοί που φέρουν γραπτά στο μέτωπο αυτό που σκέφτονται, όπως και εκείνοι που είναι πιο κλειστοί και από κυβόλιθους, επιδεικνύουν το μικρό τους μυστικό... το μυστικό που τους κινεί σαν μαριονέτες διαμέσου της ζωής .
Μερικές φορές, το αναπάντεχο είναι ένας άντρας που σκέφτεται να σκοτωθεί και που προσφέρει, όσο πιο ευγενικά μπορεί, την αυτοκτονία του, ως ένα αξιοθαύμαστο θέαμα και στο οποίο, η τιμή της εισόδου είναι ο τρόμος και ο συμβιβασμός στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Άλλες φορές το αναπάντεχο είναι μια κυρία να δίνει χαστούκια με τη γειτόνισσά της, ενώ μια χορωδία από παλιόπαιδα καίγεται απ' τις φούστες των Ερινυών κι ο τσαγκάρης στη μέση του τετραγώνου σπρώχνει το κεφάλι του στην πόρτα του χαμόσπιτού του για να μη χάσει την πινακίδα του.
Οι έκτακτες συναντήσεις του δρόμου. Τα πράγματα που βλέπονται. Οι λέξεις που ακούγονται. Οι τραγωδίες που γίνονται γνωστές. Και ξαφνικά, ο δρόμος, ο λείος δρόμος, που έμοιαζε προορισμένος να είναι μια αρτηρία κίνησης με πεζοδρόμια για τους άντρες και πλακόστρωτο για τα ζώα και τα οχήματα, μετατρέπεται σε μια βιτρίνα, ή καλύτερα, σ' ένα γκροτέσκο και φρικιαστικό σκηνικό, όπως στα χαρτόνια του Γκόγια, οι δαιμονισμένοι, οι κρεμασμένοι, οι μαγεμένοι, οι τρελαμένοι, χορεύουν την κολασμένη τους σαραμπάντα.
Γιατί, στην πραγματικότητα, τι ήταν ο Γκόγια αν όχι ένας ζωγράφος των δρόμων της Ισπανίας; Ο Γκόγια, ως ζωγράφος τριών κοιλιόδουλων αριστοκρατών, δεν ενδιαφέρει. Αλλά ο Γκόγια, ως εμψυχωτής του καθάρματος του Μονκλόα, των μαγισσών του όρους Ντιβιέσο, των τερατωδών αργόσχολων, είναι μια ιδιοφυΐα. Και μια ιδιοφυΐα που τρομάζει. 
Κι όλα αυτά τα είδε αλητεύοντας στους δρόμους. 
Η πόλη εξαφανίζεται. Μοιάζει ψέμα, μα η πόλη εξαφανίζεται για να μετατραπεί σ' ένα καταχθόνιο εμπορικό κέντρο. Τα μαγαζιά, οι φωτεινές πινακίδες, τα εξοχικά σπίτια, όλη αυτή η ωραία και δωροδότρια στις αισθήσεις εμφάνιση σβήνει, προκειμένου ν' αφεθούν να επιπλέουν στον ξινισμένο αέρα οι νευρώσεις του παγκόσμιου πόνου. Και ο πόθος για ταξίδι τρέπεται σε φυγή από τον θεατή. Ακόμη περισσότερο: έχω φτάσει στο συμπέρασμα του ότι εκείνος που δεν βρίσκει όλο το σύμπαν κλεισμένο στους δρόμους της πόλης του, δε θα βρει έναν αυθεντικό δρόμο σε καμιά από τις πόλεις του κόσμου. Και δεν θα τους βρει, γιατί ο τυφλός στο Μπουένος Άιρες είναι τυφλός στη Μαδρίτη ή την Καλκούτα...
Θυμάμαι τέλεια πως τα σχολικά εγχειρίδια απεικονίζουν τους κυρίους και τους νεαρούς κυρίους  που περιφέρονται άσκοπα ως μελλοντικούς ακαμάτες, αλλά εγώ έχω μάθει πως το πιο χρήσιμο σχολείο για την κατανόηση, είναι το σχολείο του δρόμου, ξινό σχολείο, που αφήνει στον ουρανίσκο μια γλικόπικρη ευχαρίστηση και που διδάσκει όλα εκείνα που τα βιβλία δε λένε ποτέ. Γιατί, δυστυχώς, τα βιβλία τα γράφουν οι ποιητές ή οι χαζοί.
Μολοταύτα, θα περάσει ακόμα πολύς καιρός, πριν ο κόσμος αντιληφθεί τη χρησιμότητα του να κάνει καμιά βουτιά στα πλήθη ή του να χασομερά. Αλλά τη μέρα που θα το μάθουν θα είναι σοφότεροι, και πιο τέλειοι και, πάνω απ' όλα, πιο επιεικείς. Ναι, επιεικείς. Γιατί έχω σκεφτεί, πάνω από μια φορά, πως η εκπληκτική επιείκεια που έχει κάνει αιώνιο τον Ιησού, προερχόταν από τη συνεχή του ζωή στο δρόμο. Και από την κοινωνία του με τους καλούς και τους κακούς ανθρώπους, και με τις έντιμες γυναίκες κι επίσης μ' αυτές που δεν ήταν έντιμες.


Πηγή