Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Ο χορός των αποκλεισμένων





  Από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και τον Μεγάλο Πόλεμο, ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης καταλήγει στην Αργεντινή. Αυτοί που καταφτάνουν προέρχονται από πολλές γωνιές του πλανήτη και οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό, είναι πολλοί: Άλλοι είναι κάτοικοι ευρωπαϊκών χωρών που τότε βιώνουν την εκβιομηχάνιση και οι ίδιοι προλεταριοποιούνται (Ιταλία, Ισπανία), άλλοι φεύγουν λόγω των καταστροφών στην αγροτική παραγωγή και των αγροτικών κρίσεων όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Ιταλία, οι διάφορες μειονότητες στην Ανατολική Ευρώπη (η πολωνική, η φινλανδική, η λιθουανική) εξωθούνται στη μετανάστευση λόγω των πογκρόμ εναντίων τους, άλλοι καταλήγουν εκεί λόγω της κρίσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως καταλήγουν και Εβραίοι, επίσης εξαιτίας των πογκρόμ. Σημαντικό ρόλο θα παίξουν οι διατάξεις στη νομοθεσία ορισμένων κρατών, οι οποίες απαγορεύουν τη μετανάστευση ανηλίκων κάτω των 15 ή 16 ετών, ηλικιωμένων, γυναικών και γενικότερα, ανθρώπων που δεν μπορούν να εργαστούν. Στην Αργεντινή, μα και στη Λατινική Αμερική εν γένει, οι μετανάστες που φτάνουν είναι αυτοί με τα λιγότερα προσόντα (οι πιο εξειδικευμένοι κατευθύνονται στη Βόρεια). Επίσης, οι κάτοικοι των μεσογειακών χωρών και της Μέσης Ανατολής την προτιμούν, λόγω του κλίματος και του τρόπου ζωής, που είναι εγγύτερος στις δικές τους κουλτούρες. Όμως, οι κάτοικοι των χωρών αυτών μεταναστεύουν «σαν χελιδόνια», δηλαδή στην πλειοψηφία τους, δε μετακομίζουν οικογενειακώς, μα μετακομίζει, προσωρινά, μόνο ο άντρας της οικογένειας που είναι σε ηλικία και θέση να εργαστεί.
  Λόγω του πολέμου και των εμπάργκο, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής βιώνουν μια αύξηση στην παραγωγή τους, εξάγοντας πρώτες ύλες στις εμπόλεμες δυνάμεις. Επιπλέον, αρχίζουν να δομούνται οδικά δίκτυα και συγκοινωνίες, που διευκολύνουν την εκμετάλλευση και την κατοίκηση ανεκμετάλλευτων -ως τότε- περιοχών. Σημαντικό ρόλο παίζει και η απευθείας σύνδεση από τα ευρωπαϊκά λιμάνια της Γένοβας και της Α Κορούνια, με τα λατινοαμερικανικά λιμάνια, καθώς και η επακόλουθη μείωση του κόστους του ταξιδιού.
  Έτσι, στην Αργεντινή, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, οι δύο μεγαλύτερες κοινότητες μεταναστών είναι η ισπανική και η ιταλική, μα έχουν καταφτάσει επιπλέον,  Αυστροούγγροι, Τούρκοι, Ουκρανοί, πρώην αγρότες από τα Καρπάθια, έμποροι από την Αρμενία, τη Βηρυττό, τη Δαμασκό, το Χαλέπι, Παλαιστίνιοι, Έλληνες, Πολωνοί, Εβραίοι, Ιάπωνες (αυτοί βρίσκονταν ήδη εκεί από τις αρχές του αιώνα, λόγω μιας εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών), Γάλλοι και Γερμανοί (επίσης από παλαιότερο μεταναστευτικό κύμα). Το 1895, στους 100 κατοίκους, οι 71 είναι μετανάστες. Το 1914, είναι οι 50. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία δε θα πιάσουν αγροτική δουλειά, αλλά θα βρουν δουλειά ως εργάτες στις πόλεις, ενώ όσοι έχουν κάποιους πόρους ή εργάζονταν από τα πριν ως μάστορες, ανοίγουν μικρά μαγαζιά ή εργαστήρια. Παρόλα αυτά, τα όρια μεταξύ των μικροαστικών τάξεων και των κατώτερων τάξεων είναι αρκετά ρευστά και υπάρχει κοινωνική κινητικότητα. Στους μετανάστες από τις άλλες χώρες, προστίθενται οι εσωτερικοί μετανάστες από τα αγροκτήματα, την πάμπα και τον κάμπο, που καταλήγουν εκεί, μιας και η πόλη του Μπουένος Άιρες είναι η πιο γρήγορα αναπτυσσόμενη της ηπείρου.
  Λόγω του τεράστιου αυτού κύματος, προκύπτει ζήτημα διαμονής. Στο Ξενοδοχείο για τους Μετανάστες καταλήγουν οι μετανάστες χωρίς καθόλου οικονομικούς πόρους, αλλά ακόμη κι έτσι, η διαμονή τους εκεί είναι πρόσκαιρη και μετά από λίγες μέρες, αναγκάζονται και αποχωρούν. Επανακατοικούνται σπίτια που είχαν εγκαταλειφθεί στο παρελθόν λόγω ασθενειών όπως η ευλογιά. Πληθαίνουν οι κάτοικοι των προαστίων και δημιουργούνται νέα. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών θα ονομαστούν “orilleros (οριγιέρος)”. Η λέξη οrilla στα ισπανικά σημαίνει την ακτή της θάλασσας και την όχθη μιας λίμνης ή ενός ποταμού. Οι orilleros, λοιπόν, είναι οι κάτοικοι που ζουν στις «όχθες» του Μπουένος Άιρες, δηλαδή όσοι δε ζουν στο κέντρο της πόλης. Στις «όχθες» αυτές δεν υπάρχει παράδοση. Σε μια τέτοια γειτονιά, το Παλέρμο, μεγαλώνει και ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο οποίος στο έργο του θα της προσδώσει μυθικές διαστάσεις, ενώ θα γράψει πως η μελαγχολία της είναι σαιξπηρική.
  Στους δρόμους του Μπουένος Άιρες, είναι πιο εύκολο να ακούσει κανείς άλλες γλώσσες, παρά ισπανικά. Η αναλογία αντρών- γυναικών είναι 7 ή 8 άντρες προς 1 γυναίκα. Πρόκειται για ένα «χάος από αίματα και κουλτούρες», κατά τον Ερνέστο Σάμπατο. Εκεί συναντιέται ο γκάουτσο της πάμπας με τον ξένο εργάτη που ψάχνει μεροκάματο, η φιγούρα του “compadrito” (γόης των προαστείων, έτοιμος να μπλέξει σε καυγά και να ερωτευτεί, «το alter ego του γκάουτσο»), με αυτή του ρουφιάνου και της γυναίκας «χαλαρών ηθών» , το ανδαλουσιάνικο φλαμένκο με το αφρικάνικο candombe, το ιταλικό bel canto και η canzonetta, με την κουβανέζικη habanera, τη milonga, το αργεντίνικο βαλς και τους χορούς των σκλάβων.
  Οι μετανάστες, οι οριγιέρος, οι μεροκαματιάρηδες και γενικότερα το περιθώριο της πόλης, που κουβαλούν άλλες θρησκείες, άλλες νοοτροπίες, άλλες γλώσσες, άλλα ήθη και έθιμα, άλλους πολιτισμούς, άλλες αναπαραστάσεις, περιφρονημένοι από τους πατρικίους, με μια άγρια νοσταλγία για τη χώρα τους, την οικογένειά τους, την παιδική τους ηλικία, καταφέρνουν να ενωθούν και να επικοινωνήσουν με το τάγκο` το τάγκο που γεννιέται από την ορφάνεια, το τάγκο που δεν αποτελεί μια μίξη των μουσικών που προαναφέρθηκαν, μα που ακόμη και σήμερα, κανείς δεν έχει καταφέρει να του αποδώσει κάποια συγκεκριμένη καταγωγή, παρά μόνο μια, κατά τον Μπόρχες, κακόφημη: Είναι, σύμφωνα με τον, επίσης χορευτή του τάγκο, Κάρλος Φουέντες «Η μουσική για τους μετανάστες σε μια πόλη γεμάτη μοναξιές και σε μετάβαση». Το τάγκο ξεκινά σαν ορχηστρικός σκοπός που παίζεται με φλάουτο, κιθάρα, βιολί και μπαντονεόν (ένα όργανο προερχόμενο από τη γερμανική θρησκευτική μουσική που αντικαθιστά στην προκειμένη το ιταλικό ακορντεόν) και με μια χορογραφία αρκετά διαφορετική από τη σημερινή, πολύ πιο κοντά στους αφρικανικούς χορούς και στους χορούς των αυτοχθόνων.
 Στη συνέχεια, έρχεται η περισσότερο επηρεασμένη από τους Ιταλούς εκδοχή του, η πιο μελαγχολική` τώρα προστίθενται το πιάνο και το κοντραμπάσο, καθώς και τα πρώτα στιχάκια, που συνδέονται με το lunfardo, τη μυστική αργκό συνεννόησης του υποκόσμου, η οποία μέσω του τάγκο διαχέεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ακολουθούν στίχοι που συχνά έχουν να κάνουν με κάποιον άντρα που έμεινε μόνος του, μετά τη φυγή της καλής του. Για κάποιους, αυτό μάλλον αντανακλά την αναλογία των δύο φύλων στην πόλη. Ακόμη, στο Μπουένος Άιρες είναι εύκολο να βρει κανείς το σεξ, μα πολύ δύσκολο να βρει την αγάπη. Το τάγκο μιλά για τη μοναξιά που ακολουθεί μετά τη σεξουαλική πράξη, αφού μετά απ’ αυτήν, επιστρέφουμε ξανά στην πραγματικότητα. Γενικότερα, οι στίχοι του τάγκο μιλούν για ανθρώπους εύθραυστους, απόκληρους, άνεργους, για τη μοναχικότητα και την ανασφάλεια, για όσα έφυγαν και δε θα ξανάρθουν` το τάγκο είναι, κατά τον Μπόρχες, η «μεγάλη συζήτηση του Μπουένος Άιρες».
  Πολλοί ποιητές καταπιάνονται με το να γράψουν στίχους για το τάγκο, ανάμεσά τους ο πατέρας του λατινοαμερικανικού μοντερνισμού, Ρουμπέν Δαρίο. Το τάγκο χορεύεται στα καμπαρέ, στα «ρεστοράν αναψυχής» ή αλλιώς «καλοκαιρινά καφέ», στις ακαδημίες και στα «σπίτια χορού», χορεύεται μεταξύ ανδρών στο δρόμο συνοδεία μουσικής. Για τον Φουέντες είναι πάνω απ’ όλα, «ένα δυνατό σεξουαλικό γεγονός. Ιt takes two to tango», ενώ γίνεται ο πρώτος χορός στον οποίο τα ζευγάρια αγκαλιάζονται. Αν για τον Μιγέλ Ερνάντεθ τα τρία παγκόσμια θέματα είναι η ζωή, ο θάνατος και η αγάπη, για το Σάμπατο, το σεξ είναι αυτό που διαπερνά και τα τρία και το τάγκο είναι ένας αισθησιακός, μα συνάμα μελαγχολικός και εσωστρεφής χορός, γιατί καταφέρνει και μιλά για τη ζωή, το θάνατο και την αγάπη` δηλαδή για το σεξ.
  Από το 1907 ξεκινά η κυκλοφορία των δίσκων γραμμοφώνου και η διάδωση του τάγκο είναι πια πολύ ευκολότερη και γρηγορότερη. Από τους μουσικούς του δρόμου και τους ερασιτέχνες μουσικούς και χορευτές, αρχίζει να παίζεται από επαγγελματικές ορχήστρες και να χορεύεται από επαγγελματίες χορευτές.
  Σιγά σιγά, εντάσσεται στα θεάματα της πόλης, στο καρναβάλι, κλπ. κι έτσι παύει να θεωρείται περιθωριακό και γίνεται αποδεκτό απ’ τα μεσαία στρώματα και την αριστοκρατία. Από τα αργεντίνικα μπουρδέλα, φτάνει στα σαλόνια του Παρισιού. Στίχους για τάγκο γράφει ο Πωλ Βερλαίν. Απαγορεύεται από τη Δούκισσα του Νόρφολκ και από το Βασιλιά της Βαυαρίας, καθώς και από τον Πάπα Πίο το Δέκατο, αλλά στο τέλος κατακτά την Ευρώπη.
  Για το Φουέντες, αυτό το υπέροχο υβρίδιο του τάγκο αποτελεί από τη μία το αμάλγαμα όλων αυτών των διαφορετικών κόσμων, όμως ταυτόχρονα δημιουργεί έναν νέο. «Η αναζήτηση μιας κοινωνικής ταυτότητας δεν εξαντλήθηκε στα άκρα κοσμοπολιτισμός ή σωβινισμός, ακολασία ή απομόνωση, πολιτισμός ή βαρβαρότητα, μα υπέδειξε προς μια ευφυή, χρηστή ισορροπία μεταξύ του τι εμείς πήραμε από τον κόσμο και τι αυτός μας έδωσε. [...] Καταπιαστήκαμε με το πώς να διαχειριστούμε το χρόνο μας και με το πώς να ζήσουμε εντός ενός περιεχομένου, χωρίς να το περιορίζουμε σε επικίνδυνες, εσφαλμένες ταυτοποιήσεις του παρελθόντος ή του μέλλοντος, μέσω αντίστοιχα του πισωγυρίσματος ή της προόδου.»
  Ο Ραφαέλ Φλόρες Μοντενέγκρο, στο συνέδριο προς τιμήν του Μπόρχες τον περασμένο Νοέμβρη στην Αθήνα, είπε: «βλέπω πως η πόλη σας είναι γεμάτη με σχολές τάγκο και κέντρα, όπου μπορεί κανείς να το χορέψει. Να ξέρετε πως διασκεδάζετε με τη μουσική του τότε.»

Βιβλιογραφία
·         Aznarez, Juan Jesús (2003): “Las rancheras y tangos del ‘boom’”
·         Bagú, Sergio & Haydée G. de Torres (1971): “El orden internacional 1880-1914”
·         Berti, Eduardo (2002): “Borges y el tango”
·        Burucúa, José Emilio (ed.) (2014): Nueva historia argentina: Arte, sociedad y política, Sudamericana
·         Fuentes, Carlos (1998): El Espejo Enterrado: Reflexiones Sobre España y America, Taurus
·         Kodama, María (2016): Homenaje a Borges, Lumen
·         Grayson, John D. (1964): "Lunfardo, Argentina's Unknown Tongue"
·         Iglesia, Anna María (2016): “Mito, gauchos y compadritos en el tango de Jorge Luis Borges”
·         Lambrou, Natasha (2015): “Tango y gauchos”
·         Montenegro, Rafael Flores (2016): “Borges como escritor de algunos tangos y milongas”
·         Sábato, Ernesto (1964): “Tango, canción de Buenos Aires”
·        Tapias Cote, Carlos Guillermo (2014): “La migración por la Gran Guerra 1914-1918y su relación con Latinoamérica”

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Σύντομο, του Λουίς Μπράβο

(μετάφραση: nathalie)



 
ένα ποίημα που δεν έγραψα
εμφανίστηκε δημοσιευμένο σ'ένα φέιγ βολάν
με τ'όνομά μου/ ονειρεύτηκα

το ποίημα εμφανιζόταν/ υπερίπτατο
ανάμεσα σε μια συζήτηση
σκέφτηκα (στ' όνειρό μου)
πως το γραμμένο ποίημα στο
ΦΕΪΓ ΒΟΛΑΝ ΗΤΑΝ Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ
αν εγώ είμαι ο ονειρευόμενος
είμαι επίσης και ο γραφέας
προσπαθώ να μη το χάσω/ θέλω να το ξαναδιαβάσω

δεν καταφέρνω να το ξαναονειρευτώ/ μόνο πετά
το ποίημα πετά
και τ' όνειρο έτσι έλεγε:

πριν χρόνια ονειρεύτηκα
πως ένα ποίημα που ονειρεύτηκα και ποτέ δεν έγραψα
εμφανιζόταν τυπωμένο σ' ένα φέιγ βολάν

το ποίημα του ποιήματος φτερούγισε
όπως ένας σκόρος
ανάμεσα σε μια νυχτερινή περίπολο ποιητών
πολλά χρόνια μετά

:ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

το είδα ξανά να πετά μες στον κόσμο
σαν τ' όνειρο ενός ονείρου από άλλο όνειρο

       απόψε θέλω να το καταστήσω σαφές

είναι τ' όνειρο ενός ποιήματος σ' ένα ιπτάμενο ποίημα σ' άλλο όνειρο
που ονειρεύεται με τ' όνομά μου κι εγώ ποτέ μα ποτέ δεν έγραψα


Por aire y tierra, volante n.18

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Το φάντασμα της Έντνα Λίμπερμαν, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφραση: Nathalie)



Σε επισκέπτονται την πιο σκοτεινή ώρα
όλες σου οι χαμένες αγάπες.
Ο χωματόδρομος που οδηγούσε στο φρενοκομείο
ξεδιπλώνεται ξανά όπως τα μάτια
της Έντνα Λίμπερμαν,
όπως μόνο τα μάτια της μπορούσαν
ν' ανυψωθούν πάνω από τις πόλεις
και να λάμψουν.
Και λάμπουν εκ νέου για σένα
τα μάτια της Έντνα
πίσω από δαχτυλίδι της φωτιάς
που πριν ήταν χωματόδρομος,
το μονοπάτι που διέτρεξες νύχτα,
πήγαινε- έλα,
ξανά και ξανά,
αναζητώντας την ή ίσως
αναζητώντας τη σκιά σου.
Και ξυπνάς σιωπηρά
και τα μάτια της Έντνα
βρίσκονται εκεί.
Ανάμεσα στο φεγγάρι και το δαχτυλίδι της φωτιάς,
να διαβάζουν τους αγαπημένους της Μεξικανούς
ποιητές.
Και, Χιλμπέρτο Όουεν,
έχεις διαβάσει;
λένε τα χείλη σου δίχως ήχο,
λέει η αναπνοή σου
και το αίμα σου που κυκλοφορεί
όπως το φως ενός φάρου.
Μα είναι τα μάτια της ο φάρος
που διασχίζει τη σιωπή.
Τα μάτια της που είναι σαν το βιβλίο
της ιδανικής γεωγραφίας:
οι χάρτες του ατόφιου εφιάλτη.
Και το αίμα σου φωτίζει
τα ράφια με τα βιβλία, τις καρέκλες
με τα βιβλία, το πάτωμα
γεμάτο με στιβαγμένα βιβλία.
Μα τα μάτια της Έντνα
αναζητούν μόνο εσένα.
Τα μάτια της είναι το βιβλίο
που περισσότερο έχει αναζητηθεί.
Υπερβολικά αργά
το κατάλαβες, αλλά
δεν έχει σημασία.
Επιστρέφεις στο όνειρο
για να της σφίξεις τα χέρια,
και δεν ζητάς τίποτα πια.

La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona 2007

Πηγή

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Άλλοι καιροί, του Χεσούς Μπονίγια

(μετάφραση: nathalie)



υπήρξαν άνθρωποι που λάτρεψαν τη σίκαλη

και το σιτάρι

και το θεό Πάνα
που κατέληγε να είναι μητέρα

υπήρξαν παιδιά
σκαρφαλωμένα στη φτερωτή ενός μύλου
όπου υπήρξαν άνθρωποι
που ονειρεύονταν φλούδες από πατάτες νύχτες με πολύ κρύο

και ονειρεύονταν κάρβουνο
και σάλια

και πληγές

πληγές επίσης

υπήρξαν πείνες
που ονειρεύτηκαν ανθρώπους
και φιλευσπλαχνίες που ονειρεύονταν ανθρώπους

και υπήρξαν τρόμοι
που ονειρεύονταν άντρες και γυναίκες σημαδεμένους με ένα νούμερο

υπήρξαν γυναίκες 
που προσευχήθηκαν σταυρούς
και υπήρξαν μαρτυρίες που ονειρεύτηκαν πένθη

και πένθη που ονειρεύτηκαν γενναιότητες

και όνειρα του καιρού
και άνθρωποι που ονειρεύτηκαν άλλους καιρούς.


Ovejas esquiladas, que temblaban de frío, Bartleby Editores.

Πηγή

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

Το τελευταίο κείμενο του Ρικάρντο Πίλια

 (Μετάφραση: Nathalie)



 Φωτογραφία του Οράσιο Κόπολα, που βάφτισε ο Μπόρχες, αφού βλέποντάς την είπε "Αυτό είναι το Μπουένος Άιρες" [Esto es Buenos Aires (1931)]

"Έζησα για χρόνια κοντά στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και τη μετέτρεψα στο νυχτερινό μου αναγνωστήριο. Ο χώρος ήταν ανοιχτός όλη νύχτα και εκεί βρισκόμουν με τους απεγνωσμένους της πόλης, ήταν τα χρόνια της δικτατορίας. Το 1977, η φίλη μου, Σύλβια Κόπολα, κόρη της φωτογράφου Γκρέτε Στερν και του Χοράσιο Κόπολα, μου νοίκιασε το διαμέρισμά της στη Μπαρτολομέ Μίτρε και τη Ροντρίγες Πένια. Αυτή εξορίστηκε στο Παρίσι και με άφησε να εγκατασταθώ στο κρησφύγετό της. Το να αλλάζεις γειτονιά είναι ν' ανακαλύπτεις έναν άλλον κόσμο. Η περιοχή κοντά στο Κογκρέσο ήταν γεμάτη ζωή` υπήρχαν μπαρ, βιβλιοπωλία που διέτρεχα, σαν να ήμουν νέος στην πόλη. Εγώ μετακινιόμουν πάντα στο τετράγωνο που σχημάτιζαν η Λεωφόρος δε Μάγιο στο Νότο, η Λεωφόρος Σάντα Φε στο Βορρά, στη Δύση η Καγιάο και στην Ανατολή η Νουέβε δε Χούλιο. Αυτή ήταν η επικράτειά μου.
Τώρα που ζούσα κοντά στα σύνορα,
όπου ήταν δυνατόν, δε ρίσκαρα στις ζώνες που υπήρχαν αφότου διέσχιζες τη Λεωφόρο δε Μάγιο. Τούτες οι στρατηγικές εξυπηρετούσαν στο να επιβιώσω: να μη διεισδύω ποτέ σε ξένη γη (όπως λέει o Φιέρρο: "Είναι λυπηρό να αφήνεις το λογαριασμό και να φεύγεις σε ξένη γη"). Αλλά τούτα τα χρόνια, τι ήταν ο λογαριασμός και τι η δική μου γη; Δεν υπήρχε απάντηση. Ο κάθε ένας φανταζόταν το καταφύγιό του στη δίχως τέλος κακοκαιρία. Εγώ απλά έβλεπα από το παράθυρο την εξέδρα του Κογκρέσου. Κάθε τόσο, οι στρατιωτικοί έριχναν ένα χαλί στα σκαλοπάτια, για να υποδεχτούν τα καθάρματα που σχημάτιζαν τη συμβουλευτική επιτροπή που αποτελούνταν από τους πολίτες που είχαν συμμαχήσει μαζί τους. Μα κανείς δεν είχε το παραμικρό σημάδι αναγνώρισης αυτής της φάρας. Η πλατεία συνέχιζε έρημη και ως και οι συνταξιούχοι αποχωρούσαν από το χώρο. Τούτη η απαίσια τελετή πραγματοποιούνταν σε απόλυτη μοναξιά.
Τούτα τα χρόνια δούλευα πάνω στη ζωή του Ενρίκε Λαφουέντε, που είχε αποτελέσει μέλος του λογοτεχνικού Σαλονιού μαζί με τον Ετσεβερρία και τον Αλμπέρντι. Ο Λαφουέντε δεν εξορίστηκε όπως οι υπόλοιποι της γενιάς του. Παρέμεινε στο Μπουένος Άιρες και μετέτρεψε τον εαυτό του σε σύνδεσμο, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Ρόσας και έφτασε να γίνει ένας υπεράριθμος γραφιάς στη γραμματεία του κυβερνήτη, όπου είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικά έγγραφα. Έχοντας διεισδύσει στο περιβάλλον του Ανορθωτή, πέρασε λαθραία πληροφορίες στους εξόριστους στην Ουρουγουάη, όπου αργότερα εξορίστηκε και ο ίδιος. Μετά πέρασε στη Χιλή, όπου αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τους φίλους του και μετά μπάρκαρε στην Καλιφόρνια, όπου τον έλκυε ο πυρετός του χρυσού. Επέστρεψε απογοητευμένος στη Χιλή και αυτοκτόνησε στο κοιμητήριο του Κοπιαπό, σαν καλός ρομαντικός, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1850.
Το πρόσωπό του μου χρησίμευσε ως μοντέλο για τον Ενρίκε Οσσόριο, έναν από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματός μου Τεχνητή αναπνοή. Αργά τη νύχτα, έβρισκα καταφύγιο στη Βιβλιοθήκη και ιχνηλατούσα τούτη την άπιαστη και περιπετειώδη φιγούρα. Κρατούσα φρενήρεις σημειώσεις και διάβαζα εφημερίδες και αλληλογραφία της εποχής και άλλα υλικά που έβρισκα με ευκολία. Το αναγνωστήριο ήταν καλά θερμαινόμενο και είχε κανείς την ψευδαίσθηση πως ήταν ασφαλής εκεί, ανάμεσα σε βιβλία. Δεν ξέρω γιατί σκεφτόμουν πως οι στρατιωτικοί δεν θα εφορμούσαν στο κατάλυμα. Ίσως να πίστευα ενθουσιασμένος, και χωρίς να το στηρίζω πουθενά, πως θα τους εκφόβιζε το όνομα του χώρου. Διάφοροι άλλοι νυκτόβιοι σκέφτονταν όπως εγώ και εκεί ήταν προστατευμένοι, γιατί τούτα τα ξημερώματα πίστεψα πως αναγνώρισα κάποια από τα άυλα πλάσματα που σύχναζαν στο χώρο.
Δούλευα μέχρι το ξημέρωμα, έφευγα από εκεί και έμπαινα στην πόλη σαν μια μοναχική σκιά. Ήμουν πολύ απομονωμένος τότε. Πολύ κλεισμένος στον εαυτό μου. Διατηρούσα μια θυελλώδη σχέση με μια παντρεμένη γυναίκα (υπάρχει η κατηγορία της παντρεμένης γυναίκας;). Περνούσα από τα μπαρ και έπινα το ένα ουίσκι μετά το άλλο, για να χαζέψω και να μπορώ να κοιμηθώ. Εκείνη με ξυπνούσε το πρωί, με έπαιρνε τηλέφωνο όταν ο άντρας της πήγαινε για δουλειά. Της έδινα ραντεβού στο απέναντι μπαρ, ένα από το Σάο Πάολο που έπιανε τη γωνία Μίτρε και Ροδρίγες Πένια. Παίρναμε το πρωϊνό μας μαζί και ανεβαίναμε στο διαμέρισμα κι εγώ της διάβαζα τρεις ή τέσσερις σελίδες του βιβλίου (δεν το αποκαλούσα μυθιστόρημα ενώ έγραφα). Εκείνη ήταν μια εξαιρετική αναγνώστρια, τα σχόλιά της ήταν ακριβή και αδίστακτα. Ήταν, νομίζω, ψυχαναλύτρια, είχε πολύ καλά εκπαιδευμένο αυτί για παραληρήματα σαν τα δικά μου.
Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1980. Την επόμενη χρονιά, έλαβα μια πρόταση απ' το Πρίνστον για να δώσω μερικές διαλέξεις κι έτσι μπάρκαρα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και έκανα μια στάση στη Βενεζουέλα, για να επισκεπτώ το φίλο μου Χοσέ Σασμπόν, που ζούσε στο Μαρακαΐμπο. Θυμάμαι πως για να ξεφύγει από την ανιαρή ζέστη του τροπικού, ο Χοσέ έβαζε το κλιματιστικό στο γραφείο του, στο υπόγειο του Πανεπιστημίου, σε μια πολική θερμοκρασία. Έτσι που στις συζητήσεις μας, εγώ τυλιγόμουν με κασκόλ και πουλόβερ. Ο Χοσέ ήταν σαν το Ροβινσώνα στο νησί του (στην Αρκτική). Μετά συνέχισα το ταξίδι στο Μεξικό, όπου βρέθηκα μια- δυο βδομάδες. "Πώς μπορούσα να συνεχίζω στην Αργεντινή;", με ρωτούσαν οι φίλοι μου. Οι εξηγήσεις μου δεν αρκούσαν. Ένιωθα ο Ενρίκε Λαφουέντε. Μα τούτη είναι άλλη ιστορία. Τώρα ήθελα μόνο να θυμηθώ τούτα τα δύσκολα χρόνια, στα οποία ζούσα προστατευμένος απ' το νυκτόβιο φως της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου".

[Γράφτηκε με αφορμή την έναρξη του κύκλου Palabra Viva (= Ζωντανή Λέξη), στις 6 Ιανουαρίου 2017, ημέρα του θανάτου του.]


Πηγή

 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Γράμμα του Μιγέλ Ερνάντεθ στη Χοσεφίνα Μανρέσα

(Μετάφραση: Nathalie)

 Χαέν, Απρίλιος του 1937. Μιγέλ Ερνάντεθ και Χοσεφίνα Μανρέσα


(Γράμμα 227)

Φυλακές της Οκάνια, 27 Φεβρουαρίου 1941
Αγαπημένη μου γυναίκα: Κεκάκια, ψωμί από σύκο, γράμμα και φωτογραφία είναι μαζί μου, όσο μπορείς είσαι κι εσύ, το υπόλοιπο έχει πάει εκεί που θα έπρεπε να είναι. Τα κεκάκια, ανώτερα, και οι λουκουμάδες, μου θυμίζουν εκείνο το ψωμί που έκανες όταν βρισκόμασταν στο άλλο σπίτι. Τη φωτογραφία, παρόλο που είναι κακή, δεν τη σκίζω. Με αυτήν έχω μια ιδέα του πώς είστε ο γιος μου κι εσύ. Φαίνεται πολύ καλά πως ο Μανολίγιο είναι δυνατός και όμορφος και ψηλός. Έχει ένα πολύ όμορφο κεφάλι, στρόγγυλο, με τα μάτια και το στόμα σου και τα αυτιά σου, κι εξακολουθεί να μοιάζει λιγότερο στη μορφή του προσώπου που είναι δική μου. Μου αρέσει, με χαροποιεί να σε βλέπω έτσι, βλέπω πως τον προσέχεις και, αντιθέτως, εσύ έχεις παραμελήσει εξ ολοκλήρου τον εαυτό σου. Εσένα σε βρίσκω αρκετά αλλαγμένη, Χοσεφίνα. Σου έχει φύγει εκείνη η έκφραση μικρού κοριτσιού που είχες και σε όλα σου τα χαρακτηριστικά μπορεί κανείς να παρατηρήσει ένα ύφος ώριμης γυναίκας. Αυτά τα τελευταία χρόνια, με το να σε πολεμούν, σε έχουν κάνει γυναίκα . Επίσης, είσαι πολύ αδύνατη. Πρέπει να ανακάμψεις, κορίτσι. Υποθέτω ότι δε θα μπορείς να παίρνεις πια στην αγκαλιά σου αυτό το φαλαινάκι για παιδί, που θα ζυγίζει πια πάνω από 15 κιλά. Κι αν δεν ανακάμψεις θα έρθει γρήγορα η μέρα, κατά την οποία θα πρέπει αυτός να σηκώνει εσένα, αν δεν έρθω εγώ νωρίτερα.
Μωρό μου, δεν πιστεύω το μαγαζί σου με τα αλεύρια να πηγαίνει τόσο καλά που να σου επιτρέπει να στέλνεις συχνά πακέτα σαν αυτά τα δύο που μου έστειλες. Χρειάζονται, αλλά περισσότερο σε εσένα από ότι σε εμένα. Αν ο Βεργκάρα σου είχε στείλει τα χρήματα, μικρό το κακό. Αλλά με τόσο λίγα όσα 25 δούρος και με αυτά που κερδίζεις εσύ, που δε θα' ναι πολλά, δεν πρέπει να μου στέλνεις τίποτα. Και κοίτα, μωρό μου, στο λέω με όλο τον πόνο της κουτάλας μου, γιατί τα κεκάκια μου άρεσαν, αλλά οι λουκουμάδες περισσότερο. Επιπλέον, τα κεκάκια είναι είδος πολυτελείας γι' αυτούς τους καιρούς και για το στομάχι, όταν του δίνεις μια εκλεκτή μπουκιά, διαμαρτύρεται, κυρίως όταν είναι συνηθισμένο στα βραστά καρότα και λάχανα. Όταν λάβεις ξανά χρήματα από τη Μαδρίτη, μου κάνεις ξανά λουκουμάδες, μα δοκίμασέ τους και στείλε ένα μισοφαγωμένο από το παιδί μου κι από εσένα. Και θα μου αρέσει περισσότερο από τους άλλους. Θα ξέρεις έχω γράψει στο Βιθέντε και επίσης του λέω πως η αίτηση βρίσκεται στο Ανώτατο Συμβούλιο Στρατιωτικής Δικαιοσύνης. Σου έχω πει ήδη πως τα παιχνίδια θα τα φέρει η θεία. Για να φύγω, ούτε λόγος ως τώρα. Έχω ελπίδες, αυτές που όλοι έχουν και κάποιες ακόμα, αλλά τίποτα συγκεκριμένο. Θα σου πω αφού πια ξέρω κάτι, Χοσεφίνα. Από διασκεδάσεις πάμε κακά. Τα βιβλία είναι η μόνη δυνατή διασκέδαση.
Και τα βιβλία με κάνουν να βαριέμαι πότε- πότε. Δεν περιμένω να διασκεδάσω περισσότερο από όταν θα είμαστε μαζί ο γιος μου, εσύ κι εγώ. Αποσπώμαι καπνίζοντας, όταν έχω καπνό και περπατώντας στην αυλή με τους συντρόφους, όταν έχει καλό καιρό, που δεν έχει ποτέ. Το μαλλί μου, που έχει μεγαλώσει λίγο, θα συνεχίσω να το αφήνω να μεγαλώσει, μέχρι να δω αν αυτήν την άνοιξη θα έρθεις. Αν όχι, πια ξέρεις : κούρεμα ξανά. Μέχρι να εξαντλήσω όλες τις πιθανότητες που θα βρω ώστε να έρθεις στη Μαδρίτη, δεν παραιτούμαι, Χοσεφίνα. Σας αγκαλιάζει και σας αγαπά
ΦερναντοΧοσεφινα Μανολιγιο, ΧοσεφιναΜιγελ και ΜΙΓΕΛ.

OBRAS COMPLETAS, Poesía/Prosa/Teatro/Correspondencia, Espasa, 2010

Πηγή

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Απογεύματα στη Μπαρσελόνα, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφραση: Nathalie)





Στο κέντρο του κειμένου
βρίσκεται η λέπρα.

Είμαι καλά. Γράφω
πολύ. Σ'
αγαπώ πολύ.



 La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona, 2007

Πηγή


Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Ένας Κρονόπιο στο Μεξικό, του Χούλιο Κορτάσαρ

(Μετάφραση: Nathalie)


Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς κρονόπιο. Το ξέρω λόγω βαθύτερων αιτιών, έχοντας προσπαθήσει να είμαι ένας καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου` γνωρίζω τις αποτυχίες, τις παραιτήσεις και τις προδοσίες. Το να είσαι φάμα ή ελπίδα είναι απλό, αρκεί να αφήνεσαι και η ζωή κάνει τα υπόλοιπα. Το να είσαι κρονόπιο είναι κόντρα τρίχα, κόντρα φως, κόντρα μυθιστόρημα, κόντρα χορός, κόντρα σε όλα, κοντραμπάσο, κόντρα φαγκότο, κόντρα και ξανά κόντρα κάθε μέρα κόντρα σε κάθε πράγμα που οι υπόλοιποι αποδέχονται και που έχει ισχύ νόμου. Κι αν το να είσαι κρονόπιο είναι δύσκολο και σποραδικό, εξίσου δύσκολο είναι να αντιπροσωπεύεις τους κρονόπιο, να τους σχεδιάζεις ή να τους σμιλεύεις. Ελάχιστες φορές έχω δει εικόνες μπροστά στις οποίες να μπορώ να πω: "Καλησαλένα, κρονόπιο κρονόπιο". Η λέσχη (της Στοκχόλμης) μου έστειλε πριν από καιρό τα σχέδια ενός παιδιού ονόματι Μιγέλ` τούτο το παιδί είχε δει, βρισκόταν στο πλευρό τους. Κι όταν ο Πάμπλο Νερούδα πήγε στη Στοκχόλμη για να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ, η λέσχη του δώρισε έναν κρονόπιο κόκκινο, χνουδωτό που ο Πάμπλο φύλαξε πάντα με αγάπη και γιόρτασε με ένα μήνυμα που έχω ήδη παραθέσει αλλού αλλά θα το επαναλάβω εδώ: Κρονόπιο όλου του κόσμου, ενωθείτε! Ενάντια στους ηλίθιους, τους δογματικούς, τους δυσοίωνους, τους κίτρινους, τους δειλούς, τους αδιάλλακτους, στα μικρόβια. Κρονόπιο! Εμπρός, μαρς!

(Δυο χρόνια πριν την τραγική 11η Σεπτεμβρίου, τούτοι οι χαρακτηρισμοί του Πάμπλο φαίνεται ήδη να ισχύουν για τον Πινοσέτ και τους συνεργούς του` ο καιρός των ποιητών είναι διαφορετικός από αυτόν των ημερολογίων, αλλά πολύ λίγοι το ξέρουν και πολύ λίγοι ακούν).

Papeles Inesperados, Alfaguara 2009
 

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

6 γράμματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο στον Χουάν Πάσκο: Γράμμα έκτο

 (Μετάφραση: Nathalie)





Γράμμα πρώτο
Γράμμα δεύτερο
Γράμμα τρίτο
Γράμμα τέταρτο 
Γράμμα πέμπτο

Γράμμα έκτο

ΓΡΑΜΜΑ για το ΧΟΥΑΝ
Μπαρσελόνα, ημέρα του Αγίου Τζόρντι. (Ημέρα του Βιβλίου).
ΠΩΣ ΠΑΕΙ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ;
Η ΕΔΩ: κλωτσάει, αναδεύεται, αγαπά, αγωνίζεται, γράφει καμιά φορά καλά πράγματα. Αποπειρώμαι ένα μυθιστόρημα. Η ποίησή μου προσαρμόζεται σε νέες ανάγκες (από αμφότερες τις πλευρές του ζητήματος), τώρα την πηδάω σκληρά, σε κύματα που προσπαθούν να εναρμονίσουν τα επίπεδα του "ξεσπάσματός" μου` δηλαδή σταματώ για λίγο τη μηχανούλα των χρωμάτων και δίνω βήμα στον αγώνα των ιδεών.
Ω, είμαι εντελώς μεθυσμένος. Είναι τρεις το πρωί ή κάτι τέτοιο και πάω να πέσω στο κρεβάτι.
Στο μουσείο Πικάσο... μια ξανθιά και μια μελαχρινή... κόρες από κάποιο βόρειο λαό... άστραφταν... έπαιρναν σημειώσεις, ψιθύριζαν... γλιστρώντας από τη ρόδινη περίοδο στη γαλάζια... από τη γαλάζια στην κυβιστική... κοιτώντας με κοιτώντας τες ενίοτε... χαμογελώντας μεταξύ μας... μακρινοί... αγγίζοντας ο ένας τον άλλον, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον... λα λα λα... κοντινοί... κοντινοί... αυτή είπε εσύ μοίρα δέντρο marenostrum... εγώ: help... Ο ρόδινος Πικάσο ως μέλος των μπολσεβικικών νεολαιών να μας κλείνει το αριστερό μάτι και να μας κάνει να μετεωριζόμαστε... είναι η αγάπη είπαμε οι τρεις μας μα ο καθένας... σε διαφορετική γλώσσα... να δούμε αν θα βγει... αυτό το τρομερό spain is different.. και τα κόκκινα φανάρια ξεχύθηκαν ανάμεσα... στα αγγλικά μας (ωραία λεξούλα ε;)
Ένα φιλί,
Ρομπέρτο Μπαρσελόνα
Βόρεια Αφρική. Beautiful.
Ρ.

Πηγή

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Για την Έντνα Λίμπερμαν, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφραση: Nathalie)


Λέει ο σαλτιμπάγκος στις Ράμπλας:
Αυτή είναι η Έρημος

Εδώ είναι που οι Εβραίοι εραστές
Αφήνουν τις ερωμένες τους

Και θυμάμαι πως με αγάπησες και με μίσησες
Και μετά βρέθηκα μόνος στην Έρημο

Λέει ο σαλτιμπάγκος αυτή είναι η Έρημος
Ο τόπος όπου γίνονται τα ποιήματα

Η χώρα μου.


La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona, 2007


Πηγή

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Τα χέρια της τυφλής, του Φελισμπέρτο Ερνάντες

 (Μετάφραση: Nathalie)



I
Ένα πρωϊνό με ήλιο και πριν από πολύ καιρό, γνώρισα την Όλγα: ήταν εννιά χρονών και τυφλή. Στην άκρη του πεζοδρομίου του σπιτιού της, και στη σκιά ενός παραδείσου, υπήρχε ένα σιδερένιο παγκάκι στο οποίο καθόταν. Όσο το κεφάλι της ήταν ανασηκωμένο, και λόγω της θέσης του, φαινόταν πως τα μάτια της κοιτούσαν απέναντι -όπου υπήρχε ένα σπίτι που' χε ένα αφισάκι πως ενοικιάζεται` και καθώς δεν το ενοικίαζε κανένας, πάντα οι πόρτες και τα παράθυρά του ήταν κλειστά - κι εφόσον το κορμάκι της Όλγας ήταν λίγο άτεγκτο, όλη μου η προσοχή πήγαινε στα χέρια της, που έπαιζαν με ένα μπαστούνι κι ενίοτε ξεκουράζονταν στη λαβή.


II
Όταν η μητέρα της -που ήταν πολύ φτωχή- της έφερε ένα κουτάκι με αφράτα κέικ, τα χέρια της Όλγας άφησαν το μπαστούνι στο παγκάκι και το πήραν. Αφότου η μητέρα της ίσιωσε ένα μικρό σάλι που είχε στους ώμους της κι έφυγε, τα χέρια της Όλγας επιθεώρησαν το κουτάκι και βρήκαν τρία αφράτα κέικ ` και αφότου έφαγε κάθε μπουκιά, τα χέρια της ξανακράτησαν το δαγκωμένο κέικ και έπαιζαν με το κουτί. Τότε, τα χέρια της Όλγας έμοιαζαν το μοναδικό ζωντανό πράγμα πάνω της, ψαχούλευαν όλο το κουτάκι με μια παράξενη περιέργεια, και το κουτάκι γινόταν ένα πράγμα τόσο ανθρώπινο όσο τα χέρια, ήταν σαν μια φιλεναδίτσα που είχε πάει να επισκεφθεί τα χέρια` έμοιαζε πως ήταν αμήχανη και ενατένιζε λίγο φοβισμένη τα δυο χέρια που την άγγιζαν κι απ' τις δυο πλευρές με παράξενη περιέργεια.


III
Όταν η Όλγα είχε φάει τα τρία αφράτα κέικ και τα χέρια της άρχισαν να επιθεωρούν ξανά το κουτάκι, δεν μου ήταν συμπαθή πια` περνούσαν από τα πράγματα με περιφρόνηση. Παρά την περιφρόνηση αυτή και τη δολιότητα αυτή, υπήρχε ένα μεγάλο ενδιαφέρον κι ένας μεγάλος δισταγμός στα χέρια της Όλγας στο να ελέγξουν την θέση των πραγμάτων. Εμάς δεν μας ενδιέφερε πολύ το αν το μπαστούνι βρισκόταν εκεί, σε μια μεριά, πάνω στο παγκάκι` αλλά εκείνη πότε πότε το άγγιζε και έδειχνε πως το πνεύμα της γαλήνευε με το να σιγουρεύεται ότι τα πράγματα ανταποκρίνονταν στο όριο που τους είχε δώσει στη μνήμη της και στο πνεύμα της. Τότε, τόσο το μπαστούνι όσο και το κουτάκι έμοιαζαν σε αυτή τόσο, που δεν μπορούσαν να είναι κανενός. Αλλά ξαφνικά, όταν σκεφτόμουν πως εκείνη δε θα μπορούσε να κάνει χωρίς το κουτάκι, όταν το κουτάκι έμοιαζε περισσότερο σε εκείνη και πολύ πιο ασφαλές στην άκρη του μυαλού της, τα χέρια της Όλγας το πήραν και το πέταξαν στο δρόμο. Την ίδια στιγμή που εγώ ένιωθα τον απροσδόκητο διαχωρισμό που έκαναν τα χέρια της Όλγας ανάμεσα στο κουτάκι και σε εκείνη, πίστευα επίσης πως η Όλγα, παρόλο που είχε ακούσει το κουτάκι να πέφτει, δεν είχε μπορέσει να δει πώς είχε πέσει και πώς του είχε φύγει το καπάκι, όλα τούτα ήταν πέρα από την αντίληψή της` ίσως αν το είχε δει να είχε στεναχωρεθεί. Εντούτοις, συνέβη ένα γεγονός πολύ πιο οδυνηρό.

IV
Όταν τα χέρια της Όλγας πέταξαν το κουτί, εγώ βρισκόμουν στο αντικρινό πεζοδρόμιο και πολύ κοντά στο σπίτι που είχε το αφισάκι ενοικίασης. Έπειτα αποφάσισα να το διασχίσω με κατεύθυνση προς τη μικρούλα τυφλή. Δεν είχα φτάσει στα μισά του δρόμου όταν με τρόμαξε ένα άλογο, με έναν αναβάτη ντυμένο στα μαύρα, που πέρασε καλπάζοντας. Αυτό μου έκανε πολύ κακή εντύπωση, όχι μόνο γιατί ήταν έτοιμος να με πατήσει, αλλά γιατί σκέφτηκα ότι ήταν κακός οιωνός. Όταν έφτασα κοντά στη μικρούλα τυφλή, ήταν μαζί της ο αδερφός της, ήταν πέντε χρονών` έμοιαζε να της λέει κάτι κι εκείνη δεν τον άκουγε. Τότε είδα πως τα χέρια της Όλγας περιστρέφονταν κάτω από το σάλι κι όταν λιγότερο το περίμενε, ένα από τα χέρια έβγαλε μια παραμάνα και έδωσε ένα τσίμπημα στο παιδί, στο κεφάλι του. Το αγοράκι άρχισε να κλαίει κι ήταν πολύ λυπηρό το να το βλέπω τόσο καλό και να κλαίει τόσο πολύ. Τα χεράκια του ήταν πολύ παχουλούτσικα και τα έκρυβε λίγο ανάμεσα στο ξανθό του μαλλί, ενώ άγγιζε τον τόπο του τσιμπήματος` κι από τα μπλε μάτια του έπεφταν άφθονα δάκρυα που διέτρεχαν ολόκληρα τα μεγάλα και ρόδινα μάγουλά του.

Πηγή

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Molly, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφραση: Nathalie)


Μια κοπέλα με ιρλανδέζικες λίρες
κι ένα πράσινο σακίδιο.
143 πεσέτες για μια ιρλανδέζικη λίρα,
αρκούν, έτσι;
Δεν είναι κι άσχημα.
Και δυο μπύρες σε μια αυλή
στη Μπαρσελόνα.
Και γλάροι.
Δεν είναι κι άσχημα.

La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona 2007

Πηγή

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Ο γείτονάς μου, της Γκλόρια Φουέρτες

(Μετάφραση: Nathalie)


Ο χτίστης γύρισε απ' το οκτάωρο
με το νοσηρό του μεροκάματο και τις απόψεις του.
Κατέβηκαν στο μαγαζί γι' αλεύρι,
έκαναν ένα χυλό με λαρδί,
τον έβαλαν για να κρυώσει στο παράθυρο,
η κατσαρόλα έπεσε στην αυλή.
Ο εργάτης έβηξε:
- Όπως καταλαβαίνετε, Γκλόρια
απόψε θα δειπνήσουμε Ποίηση.



Aconsejo Beber Hilo, 90

Πηγή