Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Το τελευταίο κείμενο του Ρικάρντο Πίλια

 (Μετάφραση: Nathalie)



 Φωτογραφία του Οράσιο Κόπολα, που βάφτισε ο Μπόρχες, αφού βλέποντάς την είπε "Αυτό είναι το Μπουένος Άιρες" [Esto es Buenos Aires (1931)]

"Έζησα για χρόνια κοντά στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και τη μετέτρεψα στο νυχτερινό μου αναγνωστήριο. Ο χώρος ήταν ανοιχτός όλη νύχτα και εκεί βρισκόμουν με τους απεγνωσμένους της πόλης, ήταν τα χρόνια της δικτατορίας. Το 1977, η φίλη μου, Σύλβια Κόπολα, κόρη της φωτογράφου Γκρέτε Στερν και του Χοράσιο Κόπολα, μου νοίκιασε το διαμέρισμά της στη Μπαρτολομέ Μίτρε και τη Ροντρίγες Πένια. Αυτή εξορίστηκε στο Παρίσι και με άφησε να εγκατασταθώ στο κρησφύγετό της. Το να αλλάζεις γειτονιά είναι ν' ανακαλύπτεις έναν άλλον κόσμο. Η περιοχή κοντά στο Κογκρέσο ήταν γεμάτη ζωή` υπήρχαν μπαρ, βιβλιοπωλία που διέτρεχα, σαν να ήμουν νέος στην πόλη. Εγώ μετακινιόμουν πάντα στο τετράγωνο που σχημάτιζαν η Λεωφόρος δε Μάγιο στο Νότο, η Λεωφόρος Σάντα Φε στο Βορρά, στη Δύση η Καγιάο και στην Ανατολή η Νουέβε δε Χούλιο. Αυτή ήταν η επικράτειά μου.
Τώρα που ζούσα κοντά στα σύνορα,
όπου ήταν δυνατόν, δε ρίσκαρα στις ζώνες που υπήρχαν αφότου διέσχιζες τη Λεωφόρο δε Μάγιο. Τούτες οι στρατηγικές εξυπηρετούσαν στο να επιβιώσω: να μη διεισδύω ποτέ σε ξένη γη (όπως λέει o Φιέρρο: "Είναι λυπηρό να αφήνεις το λογαριασμό και να φεύγεις σε ξένη γη"). Αλλά τούτα τα χρόνια, τι ήταν ο λογαριασμός και τι η δική μου γη; Δεν υπήρχε απάντηση. Ο κάθε ένας φανταζόταν το καταφύγιό του στη δίχως τέλος κακοκαιρία. Εγώ απλά έβλεπα από το παράθυρο την εξέδρα του Κογκρέσου. Κάθε τόσο, οι στρατιωτικοί έριχναν ένα χαλί στα σκαλοπάτια, για να υποδεχτούν τα καθάρματα που σχημάτιζαν τη συμβουλευτική επιτροπή που αποτελούνταν από τους πολίτες που είχαν συμμαχήσει μαζί τους. Μα κανείς δεν είχε το παραμικρό σημάδι αναγνώρισης αυτής της φάρας. Η πλατεία συνέχιζε έρημη και ως και οι συνταξιούχοι αποχωρούσαν από το χώρο. Τούτη η απαίσια τελετή πραγματοποιούνταν σε απόλυτη μοναξιά.
Τούτα τα χρόνια δούλευα πάνω στη ζωή του Ενρίκε Λαφουέντε, που είχε αποτελέσει μέλος του λογοτεχνικού Σαλονιού μαζί με τον Ετσεβερρία και τον Αλμπέρντι. Ο Λαφουέντε δεν εξορίστηκε όπως οι υπόλοιποι της γενιάς του. Παρέμεινε στο Μπουένος Άιρες και μετέτρεψε τον εαυτό του σε σύνδεσμο, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Ρόσας και έφτασε να γίνει ένας υπεράριθμος γραφιάς στη γραμματεία του κυβερνήτη, όπου είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικά έγγραφα. Έχοντας διεισδύσει στο περιβάλλον του Ανορθωτή, πέρασε λαθραία πληροφορίες στους εξόριστους στην Ουρουγουάη, όπου αργότερα εξορίστηκε και ο ίδιος. Μετά πέρασε στη Χιλή, όπου αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τους φίλους του και μετά μπάρκαρε στην Καλιφόρνια, όπου τον έλκυε ο πυρετός του χρυσού. Επέστρεψε απογοητευμένος στη Χιλή και αυτοκτόνησε στο κοιμητήριο του Κοπιαπό, σαν καλός ρομαντικός, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1850.
Το πρόσωπό του μου χρησίμευσε ως μοντέλο για τον Ενρίκε Οσσόριο, έναν από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματός μου Τεχνητή αναπνοή. Αργά τη νύχτα, έβρισκα καταφύγιο στη Βιβλιοθήκη και ιχνηλατούσα τούτη την άπιαστη και περιπετειώδη φιγούρα. Κρατούσα φρενήρεις σημειώσεις και διάβαζα εφημερίδες και αλληλογραφία της εποχής και άλλα υλικά που έβρισκα με ευκολία. Το αναγνωστήριο ήταν καλά θερμαινόμενο και είχε κανείς την ψευδαίσθηση πως ήταν ασφαλής εκεί, ανάμεσα σε βιβλία. Δεν ξέρω γιατί σκεφτόμουν πως οι στρατιωτικοί δεν θα εφορμούσαν στο κατάλυμα. Ίσως να πίστευα ενθουσιασμένος, και χωρίς να το στηρίζω πουθενά, πως θα τους εκφόβιζε το όνομα του χώρου. Διάφοροι άλλοι νυκτόβιοι σκέφτονταν όπως εγώ και εκεί ήταν προστατευμένοι, γιατί τούτα τα ξημερώματα πίστεψα πως αναγνώρισα κάποια από τα άυλα πλάσματα που σύχναζαν στο χώρο.
Δούλευα μέχρι το ξημέρωμα, έφευγα από εκεί και έμπαινα στην πόλη σαν μια μοναχική σκιά. Ήμουν πολύ απομονωμένος τότε. Πολύ κλεισμένος στον εαυτό μου. Διατηρούσα μια θυελλώδη σχέση με μια παντρεμένη γυναίκα (υπάρχει η κατηγορία της παντρεμένης γυναίκας;). Περνούσα από τα μπαρ και έπινα το ένα ουίσκι μετά το άλλο, για να χαζέψω και να μπορώ να κοιμηθώ. Εκείνη με ξυπνούσε το πρωί, με έπαιρνε τηλέφωνο όταν ο άντρας της πήγαινε για δουλειά. Της έδινα ραντεβού στο απέναντι μπαρ, ένα από το Σάο Πάολο που έπιανε τη γωνία Μίτρε και Ροδρίγες Πένια. Παίρναμε το πρωϊνό μας μαζί και ανεβαίναμε στο διαμέρισμα κι εγώ της διάβαζα τρεις ή τέσσερις σελίδες του βιβλίου (δεν το αποκαλούσα μυθιστόρημα ενώ έγραφα). Εκείνη ήταν μια εξαιρετική αναγνώστρια, τα σχόλιά της ήταν ακριβή και αδίστακτα. Ήταν, νομίζω, ψυχαναλύτρια, είχε πολύ καλά εκπαιδευμένο αυτί για παραληρήματα σαν τα δικά μου.
Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1980. Την επόμενη χρονιά, έλαβα μια πρόταση απ' το Πρίνστον για να δώσω μερικές διαλέξεις κι έτσι μπάρκαρα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και έκανα μια στάση στη Βενεζουέλα, για να επισκεπτώ το φίλο μου Χοσέ Σασμπόν, που ζούσε στο Μαρακαΐμπο. Θυμάμαι πως για να ξεφύγει από την ανιαρή ζέστη του τροπικού, ο Χοσέ έβαζε το κλιματιστικό στο γραφείο του, στο υπόγειο του Πανεπιστημίου, σε μια πολική θερμοκρασία. Έτσι που στις συζητήσεις μας, εγώ τυλιγόμουν με κασκόλ και πουλόβερ. Ο Χοσέ ήταν σαν το Ροβινσώνα στο νησί του (στην Αρκτική). Μετά συνέχισα το ταξίδι στο Μεξικό, όπου βρέθηκα μια- δυο βδομάδες. "Πώς μπορούσα να συνεχίζω στην Αργεντινή;", με ρωτούσαν οι φίλοι μου. Οι εξηγήσεις μου δεν αρκούσαν. Ένιωθα ο Ενρίκε Λαφουέντε. Μα τούτη είναι άλλη ιστορία. Τώρα ήθελα μόνο να θυμηθώ τούτα τα δύσκολα χρόνια, στα οποία ζούσα προστατευμένος απ' το νυκτόβιο φως της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου".

[Γράφτηκε με αφορμή την έναρξη του κύκλου Palabra Viva (= Ζωντανή Λέξη), στις 6 Ιανουαρίου 2017, ημέρα του θανάτου του.]


Πηγή

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου