Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Γιατί γράφουμε, του Ρόκε Δάλτον

(μετάφραση: nathalie)



Γράφει κανείς στίχους και αγαπά
το παράξενο χαμόγελο των παιδιών,
το υπέδαφος του ανθρώπου
που στις όξινες πόλεις μασκαρεύει το θρύλο του,
την εγκαθίδρυση της χαράς
που προφητεύει ο καπνός των εργοστασίων.

Έχει κανείς στα χέρια του μια χώρα μικρή,
ημερομηνίες άθλιες,
νεκρούς σαν απαιτητικά μαχαίρια,
δηλητηριώδεις επισκόπους,
τεράστιους νέους ορθούς
χωρίς ηλικία άλλη απ' την ελπίδα
ανυπότακτες φουρνάρισσες με περισσότερη δύναμη από έναν κρίνο
ράφτρες σαν τη ζωή,
σελίδες, κοπέλες,
σποραδικό ψωμί, άρρωστα παιδιά,
προδότες δικηγόρους
εγγόνια της ποινής κι αυτού που υπήρξαν,
χαμένους γάμους αντρός αδύναμου,
μητέρα, κόρες ματιών, γέφυρες,
φωτογραφίες σπασμένες και προγράμματα.
Θα πεθάνει κανείς,
αύριο,
ένα χρόνο,
ένα μήνα δίχως κοιμισμένα πέταλα`
διασκορπισμένος θα μείνει κάτω από τη γη
και θα έρθουν νέοι άνθρωποι
ζητώντας πανοράματα.
Θα ρωτήσουν τί υπήρξαμε,
ποιοί προηγήθηκαν αυτών με ατόφιες φλόγες,
ποιούς να καταραστούν με τη μνήμη.
Καλώς.
Τούτο κάνουμε.
Φρουρούμε γι' αυτούς το χρόνο που μας έλαχε.

La ventana en el rostro, 1962

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου