Από την εμφάνιση της αστικής κοινωνίας, και κατά τη διάρκεια όλης της πορείας ύπαρξής της, η έμφαση στον άνθρωπο υπήρξε το τίμημα στην ανάπτυξη και την αυτονόμηση της ανταλλακτικής αξίας, όπως και η σταδιακή πραγμοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Όσο περισσότερο αναπτυσσόταν η καπιταλιστική απανθρωποποίηση - η "οργανική σύνθεση" της κοινωνίας και των ατόμων- τόσο περισσότερη το σημείο αναφοράς της ιδεολογίας, δεν έχει σημασία ποιου προσήμου, στρεφόταν -ενάντια στο τεχνητό, το φανταστικό και το δεσποτικό τούτων των σχέσεων- στο φυσικό, το αυθεντικό, το ανθρώπινο. Αλλά αν, για την αστική απολογητική, η αμεταβλητότητα της ανθρώπινης φύσης ήταν μια προφανής εγγύηση για το πλανητικό σύστημα εκμετάλλευσης, ήταν μοιραία η ανακρίβεια ότι, στο ίδιο αυτό πεδίο, έφτασε το προλεταριακό κίνημα να εξυμνεί, ενάντια στο κεφάλαιο και την αδικία των παραγωγικών σχέσεων, την εργασία και το απλό ξεδίπλωμα των παραγωγικών δυνάμεων, δεδομένων ως το γενικό ισοδύναμο του χειραφετημένου υποκειμένου και ανθρώπου. Οι ίδιες οι υπενθυμίσεις και οι προειδοποιήσεις του Μαρξ, στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα, δεν αρκούσαν -στη βάση ενός επίμονου ριζώματος της θεωρίας σε μια νατουραλιστική και θετική επιλογή- για να φωτίσουν τους προλετάριους αναφορικά με το ότι, όπως είχε γραφτεί με όλα τα γράμματα προκειμένου να ξεσκεπάσει την πολιτική οικονομία, το κεφάλαιο και η εργασία είναι οι δύο πόλοι μιας μοναδικής σχέσης, που πρέπει να πάρει ή να αφήσει κανείς εν συνόλω και όχι μόνο ένα εκ των συστατικών της.
Όπου ο Χέγκελ είχε ορίσει, εκθειάζοντάς την, την εξάπλωση της ουσίας της καπιταλιστικής κοινωνίας ως μια διαδικασία στο εσωτερικό της οποίας, η ουσία γίνεται υποκείμενο, οι άμεσοι αντίπαλοί του, υλιστές και υπαρξιστές, κατευθύνθηκαν προς την ανεύρεση του αληθινού και αυθεντικού υποκειμένου, στην άλλη όψη του "αυτόματου" υποκειμένου του κεφαλαίου που προέρχεται από την αλλοτρίωση, η οποία προέκυψε από την εγελιανή διαλεκτική` αυτό το υποκείμενο μετασχηματίστηκε ακόμη μία φορά, ενίοτε μυθικά, στην ουσία, την ανθρώπινη φύση, αυτές όμως όχι πια κίβδηλες και παραμορφωμένες. Το ανθρώπινο διαμορφωνόταν εδώ ως κάτι υπόγειο, ένα substratum προσωρινά χαμένο και καλυμμένο από την εξωτερίκευση κάθε άμεσης, ζωτικής σχέσης, προοριζόμενης μετά τον πόνο της αλλοτρίωσης, μετά την οδύσσεια της ιστορίας ως "προϊστορίας" ή ως "πτώσης", "εξωτερικότητας", να επανεκδηλωθεί και να θριαμβεύσει. Από εδώ προκύπτει η τυφλή εγκατάλειψη, είτε οπτιμιστική είτε απελπισμένη, στις δυνάμεις του αντικειμενικού λόγου, της προόδου, της ιστορίας. Η θεωρία που αξίωσε το ανθρώπινο, απέναντι στην αλλοτρίωση και την καπιταλιστικοποίησή της, μπόρεσε να το κάνει, εντούτοις, μόνο αγνοώντας πως, ακριβώς αυτή η παραφθορά, όχι απλά βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την ανθρώπινη ουσία που αποκαλύφθηκε ιστορικά, μα δεν ήταν τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από το αποτέλεσμα της υπερύψωσής της, τη διαιώνιση των φυσικών της χαρακτηριστικών, που εξολοθρεύουν και φέρουν το θάνατο.
Είναι γι' αυτό που, αν αποκρυπτογραφηθούν ως το τέλος, η ουμανιστική και η αντιανθρωπιστική συμπεριφορά δεν εμφανίζονται ως εναλλακτικές, αλλά μονομιάς ως ολόιδιες. Αν, από τραγική ειρωνεία, είναι σωστή η μομφή για κατευθυνόμενο από τον σταλινισμό ιδεαλισμό στο Λούκατς στο Ιστορία και ταξική συνείδηση και στον ριζοσπαστικό κομμουνισμό, αυτό γιατί σε εκείνους τους επικίνδυνους ιδεαλιστές τελειώνει, όχι πια η ανυπομονησία της επαναστατικής κίνησης, αλλά η επιμονή στην αποξένωση και στην ανανέωση σύμφωνα με το ανθρώπινο, ως αξόνων κριτικής στον καπιταλισμό, μια επιμονή που έπειτα θα είναι κοινή -ως κριτική του φετιχισμού και επίκληση στο "βίωμα"- στη φαινομενολογία και στον υπαρξισμό. Τίποτα δεν καταλήγει πιο παράδοξο από την απαίτηση για υπέρβαση της αλλοτρίωσης μέσω της επιστροφής σ' ένα ανθρώπινο υποκείμενο, προκειμένου να καταστεί, ει δυνατόν, μεγαλύτερος ιδιοκτήτης από ότι είναι, ωσάν ο αντιανθρωπισμός, η τελική ένωση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη βαρβαρότητα, να μην ήταν εγγεγραμμένος στο μηχανισμό της γενικευμένης αυτοσυντήρησης, σε τούτο το καθολικά ανθρώπινο ον που ακυρώνει κι εξαλείφει όλα όσα δεν το αντανακλούν. Σήμερα, εν τέλει, έχει γίνει ξεκάθαρο ότι το ανθρωπιστικό φωτεινό παράδειγμα, ακόμη και στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές του, δεν είναι παρά η ανεστραμμένη έκφραση της "ανθρωπομόρφωσης του κεφαλαίου", του "θανάτου του ανθρώπου". Αλλά ο αντιανθρωπισμός που ασκείται από την κυρίαρχη σκέψη και, πάνω απ' όλα, από το στρουκτουραλισμό -ο οποίος επίσης, με μια τόσο βαθιά όσο και ακούσια ειρωνεία, αντικαθιστά τη φιλοσοφία με τις "ανθρώπινες επιστήμες"- συνεχίζει πάντα, ακριβώς όσον αφορά τη "μίμηση του νεκρού", απευθυνόμενος στους στόχους της αυτοσυντήρησης και του υποκειμένου: παρενδυτικός ανθρωπισμός. Αυτό αποδεικνύεται στο ότι σ' αυτόν τίθεται το ζήτημα ενός ελιγμού στη σκέψη -σαν ένα ζήτημα "απόφασης", "επιλογής", "θέλησης"- με όρους υποκειμενικούς στο μέγιστο βαθμό. Το να σκέφτεται κανείς πραγματικά με τρόπο όχι πια ανθρωπιστικό δεν αντιστοιχεί, λοιπόν, στο να σκέφτεται με όρους αντιανθρωπιστικούς, ακόμα και πάντα δεσποτικούς, αυθαίρετους, βίαιους: με μια λέξη, ανθρωπιστικούς. Δε βγαίνει κανείς από τη διαλεκτική, από τη ζημιά μιας κακής ιστορίας, αλλάζοντας μόνο το σύμβολό της, "με το κεφάλι πάνω": κάθε αντιστροφή που αποφασίζεται από αυτή είναι απλά η νιοστή της επιβεβαίωση. Το να παίρνει κανείς απόσταση από τον άνθρωπο, από την ιστορία του ως κτητικού υποκειμένου στο οποίο συνεχίζεται, χωρίς να γίνεται αντιληπτή, η ασυμφιλίωτη φύση, δε σημαίνει να παραδίδεται, ταυτιζόμενος με τον επιτιθέμενο, στην εν εξελίξει απανθρωποποίηση, στην αντικειμενικότητα ενός ίσιου δρόμου, σε τελική ανάλυση, ακόμα κι αν πρόκειται για απρόσωπα υποκείμενα.
Η κριτική της ιδεολογίας, η αναμέτρηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τα υποτιθέμενα ιδανικά της, το ξεσκέπασμα της ψευδούς συνείδησης και της ψευδούς συμφιλίωσης σήμερα έχουν καταστεί -ακόμα και στην ακραία μορφή που υιοθετήθηκε από την "Κριτική θεωρία"- μάταια από την απόλυτη ενσωμάτωση στην υστερο- καπιταλιστική κοινωνία των καθαυτό πεδίων της εμφάνισης και του ανθρώπινου, μακριά από την κυριαρχία και το πραγμοποιημένο: την κουλτούρα, την κριτική, τη δημοκρατία. Εντούτοις, ακόμη και αν αυτή η ενσωμάτωση έχει δείξει ότι η αναφορά στο νόημα, στην πλήρη κατανόηση, στην αξία χρήσης, με μια λέξη στον άνθρωπο, δεν είναι κάτι περισσότερο από το άλλοθι για τη βαρβαρότητα και πως δεν μπορεί να την επικαλείται κανείς πια, αν όχι με κακή συνείδηση, η συνείδηση όλων αυτών δεν είναι η εγκατάλειψη στην αλήθεια των γεγονότων, στο μη ανθρώπινο της επιβίωσης. Το μη ανθρώπινο, εκείνο που έχει παραμείνει έξω από τη διαλεκτική και την ψευδή εναλλακτική ανάμεσα σε ανθρωπισμό και αντιανθρωπισμό, τέτοια είναι ίσως η ουτοπία της σκέψης: κάτι που δεν βρίσκεται στην επιβεβαίωση ή, vice versa, στο βίαιο θάνατο του ανθρώπου και της εμφάνισης, αλλά μάλλον στην αναστολή και εξαφάνισή του. Ποιο θα ήταν το προφίλ μιας σκέψης που τρέφεται από το ανθρώπινο, από το ίχνος εκείνου που δεν υπάρχει πια ή όχι ακόμα, του όχι πια, ποτέ ακόμα, ανθρώπινου, εκείνου που στο ανθρώπινο δεν είναι ασεβώς υποκειμενικό και φυσικό; Ακόμα κι αν το προμήνυμά της -όσον αφορά όριο, ανησυχία, υπόσχεση- θρέφει όλο τον ιδεαλισμό, από το δόγμα του κατανοητού στον Καντ στην αυτοαναγνώριση του απόλυτου πνεύματος στο Χέγκελ, μέχρι το βασίλειο της ελευθερίας στον Μαρξ, τούτο έχει ακόμα εδώ, εντούτοις, μια λειτουργία εξιλέωσης, αποζημίωσης, επαναφοράς. Θεσπισμένο πάνω στον πόνο της εμφάνισης, της αυτοαναγνώρισης, της ιστορίας, το μη ανθρώπινο δεν φαίνεται να μπορεί ποτέ να απελευθερωθεί αληθινά στον ιδεαλισμό από τις κακές και ένοχες ρίζες του: η ευαρέσκειά του έχει όλα τα χαρακτηριστικά, απλά με ανεστραμμένο σύμβολο, της οδύσσειάς του.
Μη ανθρώπινη, ριζικά διαφορετική, θα ήταν αντίθετα, ίσως, μια στιγμή που πρέπει να εκτεθεί στην κίνηση αποχαιρετισμού που απευθύνεται στην ιδεαλιστική δυναμική, ως αντίο σε μια εξύψωση του ανθρώπινου που έχει φτάσει μέχρι το σημείο έκρηξής του. Θα ήταν η αποκήρυξη της υποκατάστασης ενός νεκρού θεού από έναν άνθρωπο που, χάνοντας την έννοια της ταυτότητάς του, επεκτείνεται, σύμφωνα με μια καταστροφική παρόρμηση, μέχρις ότου αδειάσει και προσαρτήσει -ως ολότητα- κάθε όριο, κάθε υπέρβαση, κάθε άπειρο. Θα ήταν άρνηση του υποκειμένου που αξιώνει, απαιτεί, πράττει` διάθεση να δοθεί σε εκείνο το καταπιεσμένο και φυλακισμένο εντός του και εκτός του, κάνοντάς το αποδεκτό εντός του και αφαιρώντας του έτσι την κακή του, τωρινή βιασύνη. Θα ήταν -ως διαφορά- εκείνη η γραμμή, όπου το νοθευμένο μείγμα υποκειμένου και αντικειμένου, δηλαδή ο πραγματοποιημένος χαρακτήρας της διαλεκτικής, στο τέλος, ενώ αποσυντίθεται, διαχωρίζονται. Έτσι, το μη ανθρώπινο, δεδομένου ότι δεν πέφτει στην κίνηση της ιστορίας, δεν είναι ούτε η ακινησία του μύθου: είναι καλύτερα η ακινητοποίηση της ιστορίας` δεδομένου ότι δεν ταυτίζεται με την επέκταση του υποκειμένου, δεν είναι ούτε η απλή εκμηδένισή του: είναι μάλλον το ράγισμά του` δεδομένου ότι δεν είναι ένα με την ανάταση της συνείδησης, δεν είναι ούτε η αδιαμόρφωτη σιωπή του ασυνείδητου: είναι μάλλον η αδιάλλακτη φωνή του. Κατακερματισμός των ταυτοτήτων, εξάλειψη των ολοτήτων: όχι γιατί τα θραύσματά τους -οι ασυμμετρίες και το αδιαμόρφωτο εξαναγκασμένα να "βγούνε έξω"- γίνονται ξανά αντιφάσεις, στιγμές που κινούν το πεπρωμένο του κόσμου, αλλά ούτε γιατί εγκαταλείπονται στην τυφλή τους τάση, εύκολοι στόχοι ξανά της ετυμηγορίας της διαλεκτικής: αλλά μάλλον γιατί επιμένουν στην μη- ταυτότητά τους.
* πραξισμός (praxism): η επιστημονική μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Σ.τ.Μ.)