Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Χουάν Ρούλφο: "Οι Λατινοαμερικανοί σκέφτονται όλη μέρα το θάνατο"

(κείμενο:  μετάφρ.: nathalie)


Αυτή την Τρίτη 16 Μαΐου [του 2017], ο δον Χουάν Νεπομουσένο Κάρλος Πέρες Ρούλφο Βισκαΐνο, που χρειάστηκε μόνο διακόσιες σελίδες για να μετατραπεί σ' έναν από τους μεγάλους της γλώσσας, θα είχε συμπληρώσει τα εκατό του χρόνια. Πριν από -ήδη- 34, στο Μπουένος Άιρες, μπόρεσα να του πάρω συνέντευξη. Θέλω να θυμηθώ εκείνη τη στιγμή.

Ο κύριος Χουάν Ρούλφο είναι Μεξικανός, είναι 65 χρονών και δουλεύει ως συντάκτης επιστημονικών έργων στο Διεθνές Ινστιτούτο Αυτοχθόνων. Αυτό το απόγευμα είναι ντυμένος μ' ένα κοστούμι από εξαιρετική γκρι αλπάκα και είναι κοντούλης, ελαφρώς σκυμμένος, μια μικρή φυσιογνωμία. Ο κύριος Ρούλφο έχει γράψει δυο βιβλία: ένα διηγημάτων, Κάμπος στις φλόγες, κι ένα μυθιστόρημα, Πέδρο Πάραμο, που εκδόθηκαν το 1953 και το 1955` κάθε ένα εξ' αυτών έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα στα καστιλιάνικα κι έχουν μεταφραστεί σε -ας πούμε- άπειρες γλώσσες: είναι ανησυχητική η απειροσύνη των γλωσσών.
Τούτο είναι το ουσιαστικό. Το πρόβλημα είναι να επιθετοποιήσεις κάποιον που μισεί τα επίθετα, παρόλο που απόψε θα επιθετοποιηθεί πια με τα θλιβερότερα εξ αυτών. Μα αυτό θα γίνει αργότερα. Προς το παρόν, ο κύριος Ρούλφο είναι στο Μπουένος Άιρες, σε μια θέση στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Βρέχει πάνω στη μεταλλική στέγη, μια επίμονη διαρροή πέφτει πάνω σ' ένα αντίγραφο του Ύμνου στη Νύχτα του Νοβάλις κι ο κύριος καπνίζει ένα μαύρο άφιλτρο` το κοιτά, το απολαμβάνει, με άπειρη προσοχή καταθέτει στο αριστερό του χέρι την εναπομείνασα στάχτη. Ο κύριος Ρούλφο γεμίζει το χέρι του στάχτη.
Ο κόσμος περνά και κάποιοι σταματούν. Τον αναγνωρίζουν και του ζητούν, για παράδειγμα, ένα αυτόγραφο: "Είναι για την αδερφή μου, ξέρετε". Ο κύριος Ρούλφο το κεντάει με δουλεμένα γράμματα. Ή του μιλούν για τα πιο διαφορετικά πράγματα, που ο ίδιος  με σεμνή υπομονή υπομένει: για το Μπόρχες (κάποιος του εξηγεί πως ο Αργεντινός, στον άψογο ρεαλισμό του, έχει δημιουργήσει εκ νέου Μπουένος Άιρες με λαβυρίνθους, καθρέφτες και τίγρεις` αυτός θα πει: "Ναι, μου αρέσει πολύ")` για το εξωτερικό χρέος ("Εμείς έχουμε επίσης: αυτό που πρέπει να γίνει είναι να ανακηρυχτούμε πτωχευμένοι και να μας ψάχνουν, τίποτα περισσότερο")` για την πτώση της ισπανικής αποικιακής αυτοκρατορίας (και γυαλίζουν για μια στιγμή τ' αδιαφανή ματάκια του για να πει: Όλες οι μεγάλες αυτοκρατορίες πέφτουν, τώρα απομένει μόνο αυτή του Ρήγκαν, οπότε").
Ο κύριος Ρούλφο ακούει, ακούει, μουρμουρίζει -το πρώτο όνομα του Πέδρο Πάραμο ήταν Τα μουρμουρητά-, μέχρι που φτάνει κάποιος που του λέει ότι ο  Mανουέλ Μουχίκα Λάινες υπογράφει βιβλία εκεί κοντά, αν θα ήθελε να τον γνωρίσει. "Όχι, ευχαριστώ", λέει ο κύριος Ρούλφο, "τώρα κοιτάζω βιβλία". "Ίσως αργότερα;". "Ίσως". Και σιωπά: οι σιωπές του, ενίοτε γεμίζουν με ειρωνεία, είναι αιχμηρές. Κάποιος τον ρωτά αν δεν τον ενδιαφέρει να γνωρίσει τον Μουχίκα: υπεροπτική ματιά. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίζεται ο αναγνωρισμένου κύρους πολύγραφος ιθαγενής, με το μπαστούνι του σ' ετοιμότητα. "Δεν ήθελα ν' αφήσω να χάσω την ευκαιρία να σας πω, πως σας θεωρώ το μεγαλύτερο συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής", λέει ο Μουχίκα Λάινες. “Ευχαριστώ", λέει ο κύριος Ρούλφο, "επίσης". Η συνάντηση υπήρξε σύντομη, πολύ συμπυκνωμένη. 
* * *
Αποκαλείται ταμπού εκείνο που οι κανόνες μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης ομάδας απαγορεύουν να κατονομαστεί ρητώς. Έτσι το ταμπού, το ανομολόγητο, φορτώνει με το περιεχόμενό του όλα τα άλλα πράγματα, τα άλλα ονόματα. Το ταμπού είναι εκείνο που πάντα υπαινίσσεται κανείς δίχως να το κατονομάσει.  
* * *
Ο κύριος Ρούλφο με κοίταξε με παραιτημένα ματάκια όταν του υπενθύμισα πως είχε έρθει η καθορισμένη ώρα για τη συνέντευξη: με παραιτημένα ματάκια έγνεψε. Ο κύριος Ρούλφο περπατούσε μπροστά, εγώ πίσω` δεν εντεινόταν η περιφρόνηση και, εν τούτοις, ένιωθα, δυστυχώς, βασανιστικός:
Συγχωρήστε με άλλη μια φορά που σας ενοχλώ. Δε σας αρέσει καθόλου όλο αυτό, ε;
Όχι, είναι πολύ μισητό.
Σας έχουν πάρει πια τόσες συνεντεύξεις... Πρέπει να έχετε στερεοτυπικές απαντήσεις για όλα.
Όχι, αντιθέτως` ξέρω τις ερωτήσεις, αλλά όχι τις απαντήσεις. Κάθε φορά έχω λιγότερες απαντήσεις.
Μπορούμε να μιλήσουμε για χαμένα βόδια;
Όπως θέλετε εσείς. Αλλά εγώ ποτέ δεν έχασα κάποιο βόδι. Ποτέ δεν είχα βόδια.
Δεν πιστεύετε στο Θεό;
(Ο κύριος Ρούλφο σταματά, με κοιτά με ανησυχία).
Ναι, εγώ, ναι, πιστεύω στο Θεό.
Τότε δεν πιστεύετε στους παπάδες...
Εντάξει, είναι που η εκκλησία έχει χάσει πολύ παντού, λόγω του... εντάξει, στην πραγματικότητα, το έχασαν όταν σταμάτησε το λατινοαμερικανικό τελετουργικό, που ήταν ένα είδος μαγικής τελετουργίας, που προσέλκυε τον κόσμο. Αλλά από τότε που επιβλήθηκε η γλώσσα σε κάθε χωριό, για να κάνουν τις θρησκευτικές τους πράξεις... στα καστιλιάνικα, στα ισπανικά, η λειτουργία έχασε όλη της τη μαγεία.
Και βλέπετε το θάνατο από τη σκοπιά του χριστιανού;
Ο κύριος Ρούλφο μιλά για το θάνατο, λέει πως τον παίρνει ως ένα φυσικό πράγμα, που εμείς οι Λατινοαμερικανοί έχουμε έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ' αυτόν των Ευρωπαίων όταν σκεφτόμαστε το θάνατο: "Αυτοί ποτέ δε σκέφτονται το θάνατο μέχρι τη μέρα που θα πεθάνουν", λέει. "Οι Λατινοαμερικανοί σκέφτονται όλη τη μέρα το θάνατο, μέχρι που για ν' αποχαιρετιστούν τη νύχτα λένε 'Θεού θέλοντως' ή 'αν ο Θεός μας δώσει ζωή', λένε 'Τα λέμε αύριο αν ο Θεός μας δώσει ζωή'. Γιατί πάντα συζούν με το θάνατο", λέει. Και περιγράφει -του το έχω ρωτήσει- τη γιορτή στις 2 Νοεμβρίου, της Μέρας των Νεκρών. "Ναι, πάνε όλοι στα κοιμητήρια και τρώνε κρανία από ζάχαρη. Κάνουν μια προσφορά στο νεκρό και μετά τρώνε την προσφορά. Και, σύμφωνα μ' αυτούς, ο νεκρός έρχεται να τους επισκεφτεί και μεθούν και τρώνε την προσφορά κι έρχονται σε άγρια μεθύσια... γιατί βάζουν αγουαρδιέντε στον εκλιπόντα, γιατί του άρεσε να πίνει αγουαρδιέντε, να μεθά, τότε επίσης μεθούν εκείνοι, με αγουαρδιέντε, μεσκάλ, πούλκε, οτιδήποτε", λέει ο κύριος Ρούλφο με χαμογελάκι και τα μάτια του ακόμη πιο κλειστά.
* * *
Ο κύριος Ρούλφο μίλησε για το θάνατο. Το Πέδρο Πάραμο είναι ένα βιβλίο νεκρών. Αλλά αυτή είναι μια συνέντευξη με ταμπού.
* * *
Κι αυτό με το γαμήσι τι σχέση έχει με το θάνατο; 
Όχι, το γαμήσι είναι μια κακή λέξη... Εκεί το να πεις "Γαμώ τη μάνα σου" είναι μια προσβολή, είναι η προσβολή, είναι η χειρότερη προσβολή...

Αλλά επίσης αποκαλείται γαμήσι ο θάνατος;

Όχι, το θάνατο τον λένε καλάκα*, τον λένε σιγικί**... Ποιος ξέρει τι! Το καλάκα λέγεται πολύ. Το γαμήσι είναι μια κακή λέξη που λέγεται όταν θέλει κανείς να προσβάλει κάποιον. "Μ' έχει πάρει το γαμήσι", για παράδειγμα, είναι σαν να λες "μ' έχει πάρει ο διάολος". Αλλά, επίσης, το να πεις "Γαμώ τη μάνα σου" είναι μια προσβολή πολύ μεγάλη, για να βγάλεις το πιστόλι και να υποκύψεις στις σφαίρες.

Βγάζουν πολύ εύκολα το πιστόλι;

Εντάξει, το έβγαζαν. Τώρα μιας και δεν έχουν πια πιστόλι...

Γιατί;
Τους τα πήραν, αφόπλισαν όλο τον κόσμο. Υπήρξε ένας γενικός αφοπλισμός.
Απ' το γαμήσι στη Μαλίντσε, από τη Μαλίντσε στο λαβύρινθο, τον ρωτώ για τον Οκτάβιο Πας. Ο κύριος Ρούλφο λέει πως τούτη η ανάγνωση της ιστορίας του Μεξικού μέσω της Μαλίντσε, της μεγάλης βιασμένης μητέρας, παραδομένης στον εχθρό, που επιτάσσει ο Λαβύρινθος της μοναξιάς είναι παρμένη από ένα βιβλίο του Σαμουέλ Ράμος, ενός Μεξικανού φιλοσόφου που υπήρξε καθηγητής του Πας. Και πως ο Οκτάβιο Πας χειρίζεται μια διανοητική μαφία στο Μεξικό και πως πολλοί δεν ανήκουν σε τούτη τη μαφία. "Κι αυτός που δεν  είναι φίλος του Οκτάβιο Πας είναι εχθρός του", λέει. "Εσείς δεν είστε φίλος", νομίζω καταλαβαίνω, ρισκάρω. "Ναι, εγώ είμαι φίλος", διορθώνει. Θέλω να καταλάβω αυτό με τη μαφία, τότε. "Τι εννοείτε;", ρωτώ. "Ελέγχουν την κουλτούρα", λέει ο κύριος Ρούλφο, "πολιτιστικά περιοδικά, τα πολιτιστικά ένθετα, τα πολιτιστικά βραβεία που δίνονται στους διαγωνισμούς μυθιστορήματος ή διηγήματος, όλα αυτά. Ελέγχουν την κουλτούρα."
Τον Πας επίσης τον αμφισβητούν λόγω ιδεολογικών προβλημάτων...

Βέβαια, η μεξικανική Αριστερά είναι εχθρός τους. Η Αριστερά παντού, όχι μόνο η μεξικανική. Οτιδήποτε κι αν είναι αριστερό για εκείνους είναι... είναι ο διάβολος, έτσι;

Και vice versa;
Ναι, βέβαια.
Τότε του λέω πως κάτι παρόμοιο συνέβη εδώ εδώ και πολύ καιρό με τον Μπόρχες, πως η αργεντίνικη διανοητική Αριστερά αμφισβητούσε τις πολιτικές του επιλογές, και τον ρωτώ αν θα μπορούσε να γίνει ένας παραλληλισμός. "Ναι", λέει ο κύριος Ρούλφο` "αλλά έχει περισσότερη δύναμη η Δεξιά από την Αριστερά", "Εκεί;", τον ρωτώ. "Εκεί", μου απαντά. "Πολιτιστικά;", τον ρωτώ. "Ναι", μου απαντά. Είμαστε στο γραφείο του διευθυντή της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου. Οι μοκέτες είναι κόκκινο μπορντώ, οι πολυθρόνες απομίμηση δέρματος και το γραφείο συμπαγές και από μαόνι. Το φως είναι σωλήνες από νέον: είναι το μοναδικό μέρος που καταφέρνουμε να μιλήσουμε με κάποια ηρεμία, κι ο κύριος Ρούλφο συνεχίζει ν' απαντά χαμηλόφωνα και αργά και τμηματικά και στον περίγυρό μας τέσσερις ή πέντε ώριμοι κύριοι με ώριμα κοστούμια προσπαθούν  ν' ακούσουν τα λόγια μας (του). "Εκεί", μου απαντά.

Και θα συνεχίσει να μιλά -του το έχω ρωτήσει- για την καθαρότητα των καστιλιάνικων, την ελευθερία που οι συγγραφείς οφείλουν να έχουν για να χρησιμοποιούν λέξεις του ιδιώματος που συνηθίζεται στην κάθε χώρα ("στο Μεξικό τούτο είναι πολύ ισχυρό, πάντα αποκρύπτονται πολλοί ναουατλισμοί, απ' τα νάουατλ"), και πως πρόσφατα ο διευθυντής της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας ("που πια δεν καθαρίζει ούτε κανονίζει ούτε δίνει λάμψη") έκανε ένα γύρο απ' την Αμερική και είπε πως σε κάθε χώρα, θα έπρεπε να της αφήσουν το ιδίωμα που συνηθίζει να χρησιμοποιεί. "Αν εμείς χρησιμοποιούμε πολλές λέξεις σε νάουατλ είναι διότι είναι η κοινή γλώσσα, του κόσμου", λέει ο κύριος Ρούλφο. "Δεν μας τις έχουν επιβάλει, μα... όπως είπε αυτός, αν εσείς θέλετε να λέτε  ‘vos tenés’, τότε είναι ο τρόπος που καταλαβαίνεστε και δεν υπάρχει λόγος να το σταματήσουμε... Το είπε η Βασιλική Ισπανική Ακαδημία", λέει. Και πως είναι η Λατινική Αμερική αυτή που θα διατηρήσει τα καστιλιάνικα, που στην Ισπανία χάνονται. "Κανείς δεν τους καταλαβαίνει πια τους Μαδριλένιους", λέει, και σχεδόν χαμογελά.

* * *
Αυτή είναι μια συνέντευξη με ταμπού, αλλά ορκίζομαι πως ήταν αυτός που ξεκίνησε μ' αυτό το πράγμα με τα γράμματα.
* * *
Έχει η λογοτεχνία κάποια πιθανότητα να μετασχηματίσει την πραγματικότητα;

Ναι, υπάρχει ένας μετασχηματισμός της πραγματικότητας, αν όχι, δεν είναι λογοτεχνία...

Όχι, ήθελα να πω κάποια δράση πάνω στην πραγματικότητα για να τη μετασχηματίσουμε.

Βεβαίως, ακριβώς η λογοτεχνία- μαρτυρία είναι λιγότερο πολύτιμη από τη λογοτεχνία που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα έχει τα όριά της... Τότε πρέπει να την υποστηρίξουμε με τη φαντασία. Τη στιγμή που έρχονται η φαντασία ή η έμπνευση, τότε μετασχηματίζουν την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι πολύ περιορισμένη.
Ναι. Αυτό που ήθελα να σας ρωτήσω είναι αν το γραπτό, με τη σειρά του, μπορεί να δράσει πάνω στην πραγματικότητα για να την τροποποιήσει.
Όχι, η λογοτεχνία δεν μπορεί να δράσει ούτε μπορεί να τροποποιήσει τίποτα. Μπορούν η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, η οικονομία` μπορούν να κάνουν κάτι για να μετασχηματίσουν τις πραγματικότητες. Αλλά η λογοτεχνία... ο συγγραφέας δεν μπορεί να καταφέρει να κάνει τίποτα. Η λογοτεχνία είναι μυθοπλασία, κι αν σταματήσει να είναι μυθοπλασία, σταματά να είναι λογοτεχνία.
"Και η μυθοπλασία είναι ψέμα", λέει ο κύριος Ρούλφο, επικαλούμενος μια φράση του ιδίου, που εμφανίστηκε σε ένα πρόσφατο ρεπορτάζ.
Και μετά θα μου πει -του το έχω ρωτήσει- πως, σε αντίθεση με πολλούς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, αυτός ποτέ δεν εκπατρίστηκε, πως έζησε πάντα στο Μεξικό. "Ο Μεξικανός δεν ξεριζώνεται εύκολα", λέει. "υπάρχουν λίγοι συγγραφείς που έχουν ζήσει έξω, στο εξωτερικό, αλλά έχει συμβεί γιατί ήταν διπλωμάτες, μετά γυρνούν στη χώρα. Στους Ισπανούς τουρίστες απαιτούσαν τριάντα χιλιάδες πέσος για να μπουν στη χώρα, που τότε ήταν τριάντα χιλιάδες πέσος αυτού του μεγέθους... τώρα είναι τόσο μικρούλικα", λέει ο κύριος Ρούλφο και γελά, και συνεχίζει να διηγείται: "Αντίθετα, στους Μεξικανούς μας χρέωναν διακόσια πέσος για να πάμε στην Ισπανία. Και διαμαρτύρονταν στο γραμματέα της Κυβέρνησης, γιατί απαιτούσαν απ' τους Ισπανούς τόσα λεφτά για να έρθουν ως τουρίστες στο Μεξικό. Κι απάντησε: "Εντάξει, γιατί οι Ισπανοί έρχονται και μένουν` οι Μεξικανοί πάνε κι επιστρέφουν". Ο Μεξικανός είναι πολύ ριζωμένος... Δεν είναι ούτε το τσίλι ούτε τα φασόλια, δεν είναι η νοσταλγία για τέτοια πράγματα. Είναι πια ένα έθιμο, ένα έρεισμα που έχει κανείς. Για παράδειγμα, κοιτάξτε, Πόλη του Μεξικού: είναι χαοτική, κολασμένη, φρικιαστική, έτσι; Και, εν τούτοις, ζει κανείς εκεί και τη νοσταλγεί. Έχουμε δυνατότητες να φύγουμε γι' άλλα μέρη, για πόλεις που είναι όμορφες, Κερέταρο, Μορέλια, όπου δεν υπάρχει smog, όπου ο κόσμος δεν είναι νευρωτικός όπως στην Πόλη του Μεξικού και, εν τούτοις, δε θέλουμε να φύγουμε απ' την Πόλη του Μεξικού", λέει, ενθουσιασμένος μια φορά.
Κι αυτό, το παρατηρεί κανείς στους Μεξικανούς συγγραφείς.

Οι πολύ εσωστρεφείς αναγνώστες, που ούτε καν γνωρίζουν τη χώρα. Δεν έχουν φύγει απ' την Πόλη του Μεξικού.

Δεν ισχύει για εσάς...

Όχι, όχι. Εγώ γνωρίζω όλη τη χώρα. Έχω ζήσει σε πολλές πόλεις της ενδοχώρας. Έζησα αρκετά χρόνια στη Γουαδαλαχάρα... εγώ είμαι από εκεί, από τα δυτικά. Κι επιπλέον, γνωρίζω επίσης άλλες χώρες. Γνωρίζω σχεδόν όλες τις χώρες... Εκτός από την Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση.

Για κάποιο συγκεκριμένο λόγο;
Όχι, γιατί είμαι πολύ τεμπέλης για να πάω τόσο μακριά... Είναι πολύ μακριά.

Μια από τις φωτογραφίες που έβγαλε ο Χουάν Ρούλφο και αποτελεί μέρος έκθεσης στο Μουσείο Amparo στην Πουέμπλα. CreditHugo Ortuño/EPA

Στη δεκαετία του '50, στα ταξίδια του στη χώρα, ο Ρούλφο έπαιρνε φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν πριν λίγο σ' ένα βιβλίο.
Τον ρωτώ για τούτες τις φωτογραφίες, αν υπάρχει κάποια κοινή γλώσσα ανάμεσα στη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. "Όχι, δεν υπάρχει τίποτα", λέει ο κύριος Ρούλφο, "απολύτως". Αλλά συνεχίζει: "Λένε πως, ναι, υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες με τις φωτογραφίες", λέει, επικαλούμενος σίγουρα κάποιον κριτικό. "Γιατί στην πραγματικότητα, αφού είναι περασμένης εποχής, αναπαριστούν ένα Μεξικό νεκρό πια, που δεν υπάρχει πια".
"Και τότε, η ομοιότητα;", ρωτώ. "Δεν υπάρχει", απαντά. "Επιπλέον, όταν έπαιρνα φωτογραφίες δε σκεφτόμουν τη λογοτεχνία, είναι δυο πολύ διαφορετικά είδη". Δεν είναι η περίπτωση της μουσικής. Εκεί ναι, αναγνωρίζει κανείς σημεία επαφής, και μιλά για μεσαιωνική, αναγεννησιακή, μπαρόκ μουσική, για το γρηγοριανό τραγούδι.
"Εγώ θεωρώ πως η μουσική είναι ένα μεγάλο ερέθισμα", λέει, "γαληνεύει το πνεύμα, τη διάθεση, είναι πολύ διεγερτική, προς την ηρεμία, και σταματά κανείς να σκέφτεται... συγκεκριμένα προβλήματα".
Ένα από τα προβλήματα, για παράδειγμα, πάντα ήταν η σχέση σας με το αλκοόλ. Αλλά τώρα το έχετε σταματήσει, έχουν περάσει πια κάποια χρόνια δίχως να πίνετε. Ωστόσο, ενίοτε, διηγείστε πως σας κοστίζει.

Ονειρεύεστε πολύ;

Ονειρεύομαι, αλλά δε θυμάμαι ποτέ αυτό που ονειρεύομαι.
Μα είναι ευχάριστα όνειρα;

Λοιπόν δεν ξέρω να το πω, ποτέ δεν τα θυμάμαι.

Μα είναι εφιάλτες;

Γελά. "Όχι, δεν έχω εφιάλτες", λέει. Και καυχιέται: "Έχω ονειρευτεί χρώματα. Είναι όμορφο. Είναι πολύ λαμπερά, πολύ δυνατά τα χρώματα".

* * *
Το ταμπού είναι αυτό που δεν μπορεί να ονομαστεί, παρόλο που όλα το υπαινίσσονται. Πώς να μιλήσει κανείς με τον κύριο Χουάν Ρούλφο για τούτα τα βιβλία που έγραψε στις αρχές του πενήντα, τούτα τα δυο κλασικά λατινοαμερικανικά, τούτα τα δυο μεμονωμένα βιβλία; Πώς να τον ρωτήσω πώς αισθάνεται ένας άντρας που κοιτά από τον κάμπο το ίδιο του το μνημείο; Ή για τη μοναδικότητα της πράξης της γραφής, για τη διάρκειά της: αν κάποιος είναι συγγραφέας για να γράφει ή γιατί έχει γράψει. Μιλάω μ' αυτόν για κάτι που έκανε πάνω από τριάντα χρόνια πριν. Αν τον ρωτούσα γιατί δεν έγραψε περισσότερο, θα με κοιτούσε με μίσος και θα μου έλεγε, όπως το είπε τόσες φορές, πως του έλειπε ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη του και γι' αυτό το έκανε, για να γεμίσει το κενό, και μέχρι που, ίσως να μου έλεγε, πως γράφει κάτι, όπως το είπε τόσες φορές, για να ξεφύγει από την παρενοχλούσα, κατηγορούσα ερώτηση. Όλα κοιτώντας με με μίσος. Δε θέλω να με μισεί. Τον θαυμάζω. Ίσως σε άλλη περίσταση να του το ρωτήσω.

* * *
Έχετε μια ειδική σχέση με τα επίθετα; 
Είμαι εχθρός των επιθέτων. Όταν σπούδαζα λογοτεχνία, μας επέβαλλαν πολύ τον Περέδα, που ήταν ένα από τα αλογάκια μάχης των δασκάλων λογοτεχνίας. Ο Περέδα χρησιμοποιούσε ενίοτε μέχρι έξι ή οκτώ επίθετα για ένα μόνο ουσιαστικό. Και το ουσιαστικό είναι η ουσία της γλώσσας και το επίθετο είναι ένα στολίδι, ένα επιφανειακό πράγμα. Τότε... πάλεψα πολύ και πολέμησα πολύ το επίθετο, την επιθετοποίηση τη μισώ... Αλλά ήταν λόγω τούτου, έφτασα να μισώ μέχρι και τη λογοτεχνία γιατί μας επέβαλλαν το επίθετο ως κανόνα. Στην ισπανική λογοτεχνία τούτης της εποχής, που ήταν η μεγαλύτερη επιρροή που είχαμε, σκέφτονταν πως δίχως το επίθετο δεν υπήρχε διακόσμηση, δεν υπήρχε λάμψη στα γράμματα, έτσι;

Κι αν παρ'όλα αυτά σας ζητούσα τρία επίθετα για να περιγράψετε εσάς τον ίδιο; 
Υπάρχει ένα μεγάλο διάλειμμα και, αλήθεια, φαίνεται σαν να σκεφτόταν. "Ένας... ένας φτωχός διάβολος", λέει.

"Υπάρχει ένα επίθετο κι ένα ουσιαστικό", τολμώ να του πω, γιατί το είπε μ' ένα στραβό χαμόγελο. "Ένας φτωχός άθλιος διάβολος", λέει. Και συμπληρώνει: "καταθλιμμένος και αποθαρρυμένος". "Γιατί;" "Έχω, έτσι, στιγμές", λέει, και η φωνή του είναι κάθε φορά χαμηλότερη, "στιγμές κατάθλιψης και αθυμίας". Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει ένας κύριος με κοστούμι. "Είναι εδώ ο πρέσβης", λέει. Ο κύριος Ρούλφο ανασηκώνεται: "Είναι ήδη εδώ ο πρέσβης", λέει.

Πέντε λεπτά ακόμη, κύριε Ρούλφο, σας παρακαλώ;

Μα περπατούσε ήδη. "Τους πρέσβεις δεν μπορούμε να τους κάνουμε να περιμένουν", είπε κι έκλεισε την πόρτα.

*,** ονόματα με τα οποία οι Μεξικανοί αποκαλούν το θάνατο

Πηγή

1 σχόλιο: