Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Η πόλη δίχως βιβλία, του Αντρές Νέουμαν

(Μετάφρ.: Nathalie)



Ήταν γραμμένο. Αυτό λένε οι εύπιστοι.
Οι σκεπτικοί αντιλέγουν: Άρα κανείς δεν το διάβασε.

Οι διπλωμάτες προτείνουν: Ήταν γραμμένο, αλλά το ξαναγράψαμε ανάμεσα σε άλλα.
Ήταν η ακριβής ώρα. Εκείνο το πρωινό θα περνούσε σύμφωνα με την προφητεία, αν ισχύει ότι το πέρασμα του χρόνου μπορεί να προφητευτεί. Στον ουρανό ακτινοβολούσε ένας τρισδιάστατος ήλιος. Ο αέρας τόνιζε την ενέργεια. Τα υδραυλικά τελεφερίκ διέσχιζαν με ακρίβεια τον ορίζοντα. Οι πολίτες επανεκκινούσαν τις συνειδήσεις τους και αναβάθμιζαν τους δείκτες καφεΐνης τους. Τα εικονικά κατοικίδια κουνούσαν τις ουρές τους. Οι τηλεπαθητικές βιβλιοθήκες ξεκινούσαν να επιβεβαιώνουν τις παραγγελίες. Οι αναγνώστες αντάλλασσαν τις βιβλιοθήκες τους. Οι εκδότες τις ξαναμετέφραζαν. Οι κριτικοί σχολίαζαν τις μεταφράσεις σε πραγματικό χρόνο. Το κοινό διόρθωνε τις κριτικές. Ο τύπος έπαιρνε συνεντεύξεις απ’το κοινό. Τίποτα καινούριο, τίποτα παλιό.
Αλλά ήταν η ακριβής ώρα. Συσπειρωμένοι on line, κρυμμένοι πίσω από τα nicks τους, έτοιμοι να σπείρουν αργά τη δυστυχία, οι αόρατοι τρομοκράτες χάιδευαν τα ποντίκια τους.
Ξαφνικά, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς θόρυβο, τα φώτα έσβησαν. Όλα τα φώτα του κόσμου. Έτσι. Κάνοντας ένα απαλό κλικ. Τα φώτα τράπηκαν σε φυγή, σε κάθε οικονομική κοινότητα, σε κάθε αιωρούμενη πόλη, σε κάθε σπίτι του πλανήτη. Οι οθόνες νύχτωσαν. Η νύχτα ολόκληρη έγινε μια ενιαία οθόνη. Οι μηχανές αναζήτησης άδειασαν αμέσως, σαν αναποδογυρισμένος κουβάς. Οι προσωπικοί λογαριασμοί διαγράφηκαν όλοι ταυτόχρονα. Τα ψυχαγωγικά προγράμματα για παιδιά απαλείφθηκαν, λες και κανείς ποτέ δεν είχε παίξει τίποτα. Οι εραστές διέκοψαν τις λήψεις τους χωρίς να μπορούν να αποχαιρετιστούν. Οι συσκευές χειρός έχασαν το σήμα, τους χαιρετισμούς, τις συζητήσεις, τα ονόματα. Η χρηματιστηριακή δραστηριότητα εξανεμίστηκε. Όλες οι συναλλαγές διακόπηκαν. Τα μέσα μεταφοράς φρέναραν ξαφνικά ή προσγειώθηκαν στα τυφλά ή συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Οι γέφυρες ανάμεσα σε θάλασσες γέμισαν κραυγές.
Ο πολιτισμός ολόκληρος έμεινε τρεμάμενος στον αέρα, σαν απλωμένο ρούχο.
Από εκείνη τη στιγμή, τίποτα δε θα καθόριζε τίποτα. Τα κοινοβουλευτικά ηλεκτρικά στοιχεία μπορούσαν να συγκαλέσουν εκπληκτικές συνελεύσεις με φυσική παρουσία. Τα κέντρα διεπικοινωνίας θα μπορούσαν να ξεκινήσουν να επανεγκαθιστούν αργά τους πόρους τους, ή τουλάχιστον να προσπαθήσουν, εν αναμονή των τεχνικών διάσωσης. Οι μονάδες επιτήρησης θα μπορούσαν να ανακτήσουν βάσεις δεδομένων και να αναλάβουν τις ενδεδειγμένες αστυνομικές σαρώσεις. Τα συνεργαζόμενα δικαστικά ηλεκτρικά κυκλώματα θα μπορούσαν να αναπτύξουν σύγχρονα αυστηρά μέτρα. Οι υπαίτιοι του κακού θα μπορούσαν ίσως να ανευρεθούν, να αναλυθούν και να εξαλειφθούν. Ναι. Αλλά η ξαφνική βλάβη, η συστηματική συντριβή, η παγκόσμια καταστροφή, ήταν πλέον τετελεσμένες. Εξάλλου, σύντομα θα αντιστοιχίζονταν κυρώσεις: κλάσματα μετά τη διάπραξη της καθαρής αυτής μηχανορραφίας τους, οι αόρατοι τρομοκράτες θα εγκατέλειπαν τα σώματά τους στο κενό.
Την υπόλοιπη ιστορία τη γνωρίζουν καλά όλοι. Ή θα έπρεπε, αν τα σχολεία έχουν λειτουργήσει σωστά, το οποίο, κρίνοντας από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις ανάμεσα στα νεαρά ανθρώπινα πλάσματα, είναι τουλάχιστον αμφίβολο.
Σχετικά με αυτό, οι της αποκάλυψης υποστηρίζουν: Οι φοιτητές έχουν σταματήσει να υπάρχουν. Τώρα έχουμε μόνο κυβερνοπολίτες. Η γνώση είναι ένας αρχαιολογικός κλάδος.
Οι ενσωματωμένοι απαντούν: Οι φοιτητές δε χρειάζονται πια. Τώρα χρειαζόμαστε συμμέτοχους. Η γνώση είναι μια ομαδική εργασία.
Οι διπλωμάτες συνοψίζουν: Οι σπουδές δε δημιουργούνται ούτε καταστρέφονται, μόνο μετασχηματίζονται. Κάθε μαθητής είναι ένα σχολείο.
Και η υπόλοιπη ιστορία, έτσι, για παν ενδεχόμενο; Οι γεωπολιτικές ομοσπονδίες, από την πρώτη ως την τελευταία, επανιδρύθηκαν, με διαφορετική σειρά, με επαναφορά των χαρτών τους. Τα φθίνοντα αποθέματα τροφίμων δημοπρατήθηκαν στον καλύτερο πλειοδότη, προκαλώντας τον κοινώς αποκαλούμενο Τρίτο Παγκόσμιο Λιμό, ο οποίος εξολόθρευσε (“επέλεξε”, θα σχολίαζε το επόμενο έτος ο γενικός συντονιστής των Ενωμένων Εθνών) τα δύο τρίτα των χαμηλών τάξεων (“αδύναμες τάξεις”, θα τις ονομάτιζε ο συντονιστής). Από όταν οι νοσοκομειακοί πυρήνες κατάφεραν να ελέγξουν την ιλιγγιώδη αλυσίδα ιικών επιδημιών, ήταν πια λιγοστές οι οικογένειες που δεν είχαν θύματα να θρηνήσουν. Οι επιστημονικές τους εξοχότητες συμφώνησαν να το γιορτάσουν μ’ένα ενιαίο ιστορικό φόρουμ στο BA-8 -τότε αστικός πυρήνας που ισαπείχε από τους δύο μεγάλους σέρβερ- μετακινούμενοι προσωπικά μέχρι αυτόν με τους πιο απροσδόκητους και επικίνδυνους τρόπους.
Η παγκόσμια διαμεταμοντέρνα κουλτούρα, όπως διηγούνται οι κώδικες, δεν είχε κάποια λιγότερο έντονη τύχη. Αχρησιμοποίητα όλα τα βασικά προγράμματα, ανίκανα να διαβάσουν ένα μοναδικό αρχείο κειμένου, αποστερημένα γι’αυτό οποιασδήποτε γραπτής μαρτυρίας, οι επιζήσαντες πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των πιο μορφωμένων, όφειλαν να αντιμετωπίσουν μία άνευ προηγουμένου βεβαιότητα: πρακτικά, θα τα αγνοούσαν ξανά όλα. Είχαν μείνει, για να το πούμε έτσι, εύλογα, στο κενό.
Όπως μπορεί να διαπιστωθεί στα υποτυπώδη σχέδια που διατηρούνται από εκείνη την καταστροφική περίοδο, η πιο συχνή σκηνή στους διανοητικούς κύκλους ήταν η ακόλουθη: άντρες και γυναίκες με μια όψη ακραίας σοβαρότητας, με το βλέμμα χαμένο, περικυκλωμένοι από τρομακτικά βουνά από αποστειρωμένα προγράμματα αναπαραγωγής, άδειες συσκευές ανάγνωσης, αδύναμα gadgets, τεράστια απόβλητα, αβάσιμες βάσεις, μνήμη δίχως αναμνήσεις.
Παραδοσιακά αδέξιοι στην καλλιγραφία, μας άφησαν λίγη και μπερδεμένη λογοτεχνία τούτα τα χρόνια. Ίσως μια χούφτα θρύλων με ομοιοκαταληξία ή κάποια κοινοτυπία. Για ορισμένο χρόνο, η ανθρωπότητα οριακά γνώρισε άλλη απόλαυση πλην των τροβαδούρων, των παραμυθάδων και του συζυγικού σεξ.
Για τους πεσιμιστές, αυτός ήταν ένας δεύτερος και εφήμερος Μεσαίωνας.
Για τους οπτιμιστές, αυτή ήταν η Ασημένια Εποχή της προφορικής κουλτούρας της Δύσης.
Για τους θεωρητικούς, επρόκειτο για το τέλος του τέλους της ιστορίας.
Όταν οι επιτροπές συναγερμού ξεκίνησαν να εκπέμπουν παρωχημένα ραδιοφωνικά ανακοινωθέντα με τις πρώτες επίσημες εκτιμήσεις (μία δεκαετία ακόμα, το λιγότερο, για να ξαναφτιαχτούν οι τεχνολογικές βάσεις που είχαν προτεραιότητα` τρεις ή ίσως τέσσερις δεκαετίες για να επιτευχθεί μια ικανοποιητική απόδοση), κάποιοι οραματιστές αντιλήφθηκαν ότι η ανθρωπότητα δεν μπορούσε να επιτρέψει μια τόσο μεγάλη αναμονή.
Έτσι έγινε, όχι με άλλο τρόπο, όπως εκείνη η αξιομνημόνευτη ομάδα ποιητών συνέλαβε τη λαμπρή ιδέα στην οποία ακόμη και σήμερα συνεχίζουμε να χρωστάμε πολλά. Ποιητές, όπως συχνά έχει επισημανθεί, χωρίς κάποια σχολή κυρίαρχη: μπαρ-ροκάδες, υπορεαλιστές, ενδοφανταστικοί, υπερδημώδεις, τρανσποπ, ρετροκλασικοί, υπερπρωτοπόροι, αρχάριοι. Τους ένωνε αποκλειστικά η θέληση για τη μονιμότητα των λέξεων.
Κι έτσι έγινε και δώδεκα ή δεκαπέντε γενναίοι αποφάσισαν να προσκυνήσουν τα διαλυτήρια, τα εργαστήρια και τις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης. Ένωσαν ξύλα, κρύσταλλα, σίδερα, πλαστικά, γρανάζια. Επανένωσαν οργανικά υπολείμματα, χημικά απόβλητα, τοξικά υγρά, ψηφιακά ανταλλακτικά. Δούλεψαν μέρα και νύχτα σαν εργάτες, σαν μυρμήγκια, σαν ναυαγοί, για να προσφέρουν στον κόσμο ένα μικρό σωσίβιο. Μετά από μερικούς μήνες εξασφάλισαν το περίεργο θαύμα, την επινόηση που θα άλλαζε για πάντα τη δική μας αίσθηση για τη λογοτεχνία. Την ονόμασαν τυπογραφία..


Revista Ñ, 18/04/11

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου