Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Ο αμετανόητος αναρχικός που πουλούσε βιβλία στον Μπολάνιο


Σχετικά με ένα βιβλιοπωλείο στην Πόλη του Μεξικού` ο Τζ. Γκ. Μπάλαρντ σαν οδηγός διακοπών και μια βόλτα από τα ερείπια του Τεοτιουακάν με το Βιρχίλιο στο χέρι.

Του Diego Erlan (μετάφρ. Nathalie)

 

Θα' λεγε κανείς πως γύρω από το Σόκαλο συσσωρεύονται οι 26.000.000 κάτοικοι της ομοσπονδιακής περιφέρειας. Δεν υπάρχει χώρος για όλους: ένα παγοδρόμιο (με τα περίπτερά του) καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της κεντρικής πλατείας της πόλης, στο χώρο ανάμεσα στο Εθνικό Παλάτι και τον μητροπολιτικό Καθεδρικό Ναό, μαζί με τους πλανόδιους πωλητές (όπου μπορεί κανείς να βρει από παπούτσια All Star μέχρι πουκάμισα Lacoste, έως ένα ον ντυμένο με ένα φόρεμα με κοψίματα που πουλά σκακιέρες και εικόνες του Τλάλοκ σκαλισμένες σε οψιδιανό). Ένα βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα, εξειδικευμένο στην τέχνη, την ανθρωπολογία και την μεξικανική ιστορία, μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή για να βρει κανείς καταφύγιο μέσα σε αυτήν τη μαζικότητα του πλήθους. Γι'αυτό βρίσκομαι στην οδό Μαδέρο, στο ομώνυμο βιβλιοπωλείο που μοιάζει με ένα από τα τόσα που εξερευνούσε ο νεαρός ποιητής Χουάν Γκαρσία Μαδέρο, ψάχνοντας τα ίχνη του ενστικτορεαλισμού στους Άγριους ντετέκτιβ.
–Είναι το Σόκαλο πάντα έτσι γεμάτο από κόσμο ή είναι που όλοι αυτοί είναι σε διακοπές;
–Είναι γι'αυτό το γαμημένο το παγοδρόμιο- λέει ο άντρας που με παρακολουθεί. Ήταν ο μόνος τρόπος που είχε η τοπική κυβέρνηση για να δώσει λίγο τσίρκο σε έναν απελπισμένο λαό.
Ονομάζεται Ενρίκε Φουέντες και θα μπορούσε να είναι ένας δεύτερος Νοέ Γιτρίκ. Τον ρωτώ αν είναι το αφεντικό του βιβλιοπωλείου και μου απαντά ότι δεν είναι το αφεντικό κανενός. “Είμαι αυτός που κρατά αυτόν τον κόσμο σε αυτό το μαγαζί”, λέει και μετά το ξεκαθαρίζει: “Το να είναι κανείς αφεντικό είναι ίδιον του καπιταλιστικού συστήματος και ο καπιταλισμός είναι μια λέξη που δεν μπορεί να υποστηρίζεται από έναν αμετανόητο αναρχικό σαν εμένα”. Μια κοπέλα εισέρχεται στο μαγαζί και τον ρωτά αν έχει Το Τούνελ του Σάμπατο. “Τίποτα από αυτά”, απαντά με μισό χαμόγελο και την αποχαιρετά λέγοντας: “Κοίτα τον Γκάντι: αυτοί είναι πιο καθολικοί από ότι εμείς”. Πριν λίγο καιρό ήταν συνηθισμένο να βλέπεις ένα Χιλιανό να μπαίνει σε αυτό το βιβλιοπωλείο. “Πάντα πήγαινε να μεθύσει με τους υπαίθριους πωλητές παλιών βιβλίων στο σοκάκι της Κοντέσα”, θυμάται ο Φουέντες. Ήταν ο Ρομπέρτο Μπολάνιο. Κι ο Φουέντες θα μπορούσε χωρίς αμφιβολία να είναι ένας από τους χαρακτήρες του` για την ευρυμάθεια και τον κυνισμό του, για να αντιλαμβάνεται ότι “η τυπικότητα είναι προϊόν της αλαζονείας των προέδρων της Δημοκρατίας”, όπως πετά σε μια στιγμή της συζήτησης. “Είμαι ο αληθινός βιβλιοπώλης πουτάνας γιε”, εξηγεί ο Φουέντες σε ένα ζευγάρι Μεξικανών, “οι υπόλοιποι είναι του σωλήνα”. Ξεκινά να γελά. Και μετά απευθύνεται στην κοπέλα: “Συγγνώμη για το αστείο, αλλά είναι καλύτερο από το Καλά Χριστούγεννα”.


Η καταπιεστική πηγή του παραδείσου
Υπάρχει ένα διήγημα του Τζ.Γκ. Μπάλαρντ (“Θαυμάσιες μέρες”/ "Having a Wonderful Time") στο οποίο μία γυναίκα (Νταϊάνα) γράφει σε μια φίλη από το Ξενοδοχείο Imperial, νότια των Λας Πάλμας στην Ισπανία, όπου περνά τις διακοπές της με τον άντρα της, Ρίτσαρντ. Το ξενοδοχείο είναι ένα φανταστικό all inclusive (στο οποίο μπορείς να κάνεις από θαλάσσιο σκι μέχρι να ζητήσεις σουηδικά μασάζ και να πάρεις μαθήματα θεάτρου). Με μια δομή βασισμένη στις επιστολές, η Νταϊάνα διηγείται τις μέρες της άδειάς της κι έτσι περιγράφει ένα ζευγάρι κάθε φορά πιο διασκεδαστικό, κάθε φορά πιο απομακρυσμένο. Το κείμενο (περιλαμβάνεται στο Myths of the Near Future του 1982) έχει τη γενετική της μπαλαρδιανής λογοτεχνίας: ένας παράδεισος στον οποίο οτιδήποτε επιθυμεί κανείς μπορεί να το έχει (πατώντας απλά ένα κουμπί) μετατρέπεται σε έναν εφιάλτη (παρότι μερικοί δεν δύνανται να το αντιληφθούν). Και μ'αυτόν τον τρόπο η Νταϊάνα ζει και ο αναγνώστης αρχίζει να αντιλαμβάνεται το περίεργο κλίμα, την ασφυκτική ατμόσφαιρα, πως κάτι δεν πάει καλά και, μέσα από τις γραμμές, ανακαλύπτει ότι ο Ρίτσαρντ αρχίζει να οργανώνει κάποιου είδους αντίσταση για να μπορέσει να δραπετεύσει από αυτό το τουριστικό οχυρό, το οποίο τους απαγάγει “με τρόπο”. Το να διαμένει κανείς σε ένα ξενοδοχείο με all inclusive υπηρεσίες, είναι σαν να επιστρέφει σε έναν πλακούντα. Όλα επιτυγχάνονται χωρίς την παραμικρή προσπάθεια: το φαγητό σε αφθονία, το ποτό σε αφθονία και τα θεάματα (όλα κακά, σε αφθονία) συσσωρεύονται στα καθημερινά προγράμματα. Κι αν κανείς είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει, για παράδειγμα στο Λος Κάμπος, στις ακτές του Μαρ δε Κορτές και στον Ειρηνικό ωκεανό, στην κάτω Καλιφόρνια, και να μείνει εκεί πέντε μέρες με τη συνοδεία των κραυγών του εμψυχωτή μέσα από το νερό, με τα ακατανόητα spanglish του και τα πλαστικά χαμόγελα των Αμερικανών που ασχολούνται μόνο με το να φάνε, να πιούνε και να διαβάσουν μπεστ σέλερ όπως το Hot six της Τζάνετ Ιβάνοβιτς, το Toys του Τζέιμς Πάτερσον και το Bunny Tales της Ιζαμπέλα Σαιντ Τζέιμς, τότε θα καταλάβαινε την απελπισία του Μπάλαρντ στη λοβοτομή της πρωταγωνίστριας: “Όλος ο κόσμος είναι τόσο ικανοποιημένος που σπάνια βρίσκω χρόνο για να σκεφτώ τον Ρίτσαρντ”, γράφει η Νταϊάνα. Ο Ρίτσαρντ είχε πεθάνει προσπαθώντας να αποδράσει απ'τον παράδεισο.


Οι ιερές φωνές
Ο Βιρχίλιο είναι 70 χρονών και αφού δεν μπορεί να κάνει αλλιώς με αυτό το όνομα, είναι ο οδηγός μου στα ερείπια του Τεοτιουακάν, στα 40 χιλιόμετρα από την Πόλη του Μεξικού. Κατά τη διάρκεια μίας ώρας εξηγεί πως κατασκευάστηκε αυτός “ο τόπος όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε θεούς”, την αιτία που κρύβεται πίσω απ'τον αριθμό των σκαλιών για κάθε μια από τις πυραμίδες (αυτής του Ήλιου, αυτής της Σελήνης και την αφιερωμένη στον Κετσαλκοάτλ) και, στο τέλος, νοσταλγεί τις φωνές που κάποτε μπορούσαν να ακουστούν σε αυτό το φρούριο. “Παλιότερα υπήρχε ένα θέαμα με φως και ήχο, με εκτελέσεις των Ρίτσαρντ Μπάρτον, Τσάρλτον Ίστον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ”, λέει. “Αλλά αναγκάστηκαν να το σταματήσουν γιατί ο κόσμος έλεγε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη δική μας κουλτούρα”.


Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου