Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Ανέκδοτη συνέντευξη με τον Μπόρχες: «Είμαι ένας συντηρητικός αναρχικός.»

Ένα αγόρι 15 χρονών ζήτησε το 1982 ένα ραντεβού από τον συγγραφέα για μια σχολική εργασία και προς έκπληξή του, εκείνος του την παραχώρησε. Τώρα, 30 χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του Άλεφ, η συνέντευξη εκείνη βγαίνει στο φως.


Ο Claudio Pérez Míguez και ο Jorge Luis Borges το 1982 στο Μπουένος Άιρες.
Όταν διένυα τον τρίτο χρόνο στο γυμνάσιο, στο Δον Μπόσκο, στο δήμο του Κίλμες, στην κομητεία του Μπουένος Άιρες, στα δεκαπέντε μου, η καθηγήτρια της λογοτεχνίας, η Χοσέφα Ιγκλέσιας δε Φανέλι, μία Ισπανίδα φερμένη από μικρή στην Αργεντινή και πολύ μεγάλη θαυμάστρια του έργου του Λόρκα, ζήτησε σαν πρακτική εργασία να επιλέξουμε κάποιον για να του πάρουμε συνέντευξη.
Η λογοτεχνία και η φιγούρα του Μπόρχες, τόσο αμφιλεγόμενες στην Αργεντινή εκείνα τα χρόνια, ήδη είχαν προκαλέσει την προσοχή μου, οπότε και είχα την ιδέα να κάνω τούτο το ρεπορτάζ σε αυτόν. Ούτε εγώ ούτε ο άμεσος περίγυρός μου είχαμε λογοτεχνικές επαφές, εξού και σκέφτηκα να δω αν θα έβρισκα τον αριθμό του στον τηλεφωνικό κατάλογο. Ψάχνοντας για τον Μπόρχες, βρήκα ότι ο αριθμός του ήταν ακόμη στο όνομα της μητέρας του, Λεονόρ Ασεβέδο δε Μπόρχες, που είχε πια πεθάνει. Ακόμη θυμάμαι τον αριθμό: 42-2801. Αμέσως κάλεσα,  με εξυπηρέτησε η Φάνι Ούμπεδα, η κυρία που  ήταν υπεύθυνη για το σπίτι, και μου είπε ότι ο Μπόρχες ήταν σε ταξίδι.
Μιας και η προθεσμία για την παράδοση της εργασίας περνούσε, αναζητήσαμε άλλα άτομα για να πραγματοποιήσουμε την εργασία, άλλα όταν απέμεναν δυο μέρες, μου ήρθε να το προσπαθήσω εκ νέου. Με ξαναεξυπηρέτησε η Φάνι και ενώ περίμενα να μιλήσω με κάποιον για να του εξηγήσω την ιδέα μου και αυτός να τη μετέφερε στο Μπόρχες, εκείνη πέρασε το τηλέφωνο απευθείας σε εκείνον, που έχοντας ακούσει την πρότασή μου, μού είπε: «Έλα αύριο ή μεθαύριο, 10 ή 10 και μισή». Την ίδια νύχτα προετοίμασα τις ερωτήσεις. Τις έδειξα στον πατέρα μου για να μου πει τη γνώμη του πάνω στο ερωτηματολόγιο και μου είπε γιατί αντί να προσπαθώ να κάνω μια συνέντευξη μιμούμενος αυτή που θα έκαναν οι δημοσιογράφοι, ψάχνοντας γενικά κάποια εκρηκτική δήλωση που θα έδινε έναν τίτλο, δεν προσπαθούσα να την αντιμετωπίσω από τη δική μου οπτική γωνία, βλέποντας τι θα μπορούσε να με ενδιαφέρει στην ηλικία μου. Μου φάνηκε μία καλή συμβουλή και προσπάθησα να το επαναδιατυπώσω με αυτόν τον τρόπο.
Μιας και θα έπρεπε να παρουσιάσω την εργασία σε ομάδα, προσκάλεσα τους συμμαθητές μου, διάφοροι με συνόδευσαν και φυσικά βρεθήκαμε στο σπίτι του την επόμενη στις 10.
Αυτή η συνάντηση μου επέτρεψε να συνεχίσω να συχνάζω στο σπίτι του, να τον φέρω για συζήτηση στο σχολείο μου, στο σπίτι μου και ένα μεγάλο αριθμό επαφών που σίγουρα όρισαν το γούστο μου για τα βιβλία και το λογοτεχνικό εν γένει. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα` όσον αφορά εμάς, η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του Μπόρχες, στην οδό Μαϊπού 994 του Μπουένος Άιρες, στις 29 Ιουλίου του 1982, πάνω από ένα χρόνο πριν την επιστροφή της δημοκρατίας στην Αργεντινή. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που μεταγράψαμε στη συνέχεια και που παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι σήμερα. «Μου φαίνεται σαν παραμύθι»[i] που πλέον έχουν περάσει πάνω από τρεις δεκαετίες από εκείνη τη μέρα και που κλείνουν 30 χρόνια από το θάνατό του. «Ο χρόνος που σκουριάζει τα καράβια στα λιμάνια[ii]», αλλάζει πολλά πράγματα και άλλα όχι, ο λόγος του συνεχίζει να με φωτίζει.

Θα μπορούσατε να μας διηγηθείτε πώς δημιουργήθηκε η οικογένειά σας;
Ναι. Η μητέρα μου ήταν κρεολή, ήταν καθολική, αλλά καθολική με τον αργεντίνικο τρόπο, δηλαδή ήταν περισσότερο ζήτημα κοινωνικό παρά θεολογικό. Η Αγγλίδα γιαγιά μου, ήταν της προτεσταντικής παράδοσης των μεθοδιστών ιεροκηρύκων. Εκείνη ήξερε από μνήμης τη Βίβλο. Της απαγγέλατε έναν οποιονδήποτε στίχο κι εκείνη έλεγε, ναι, Βιβλίο του Ιώβ, κεφάλαιο τάδε, στίχος τάδε και συνέχιζε παρακάτω. Ανάμεσα στους προτεστάντες υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ξέρουν από μνήμης τη Βίβλο. Στα ξενοδοχεία, για παράδειγμα της Αγγλίας, στη Σκωτία και στη Νέα Υόρκη επίσης, πάντα στο συρταράκι του κομοδίνου υπάρχει μία Βίβλος. Κι επίσης οι βιβλικές αναφορές που θα ήταν επιδεικτικότατες στα ισπανικά, είναι συνηθισμένες στα αγγλικά. Ο κόσμος συνεχώς αναφέρει στίχους από τη Βίβλο ή βιβλικές φράσεις κι αυτό δεν καταλήγει επιδεικτικό. Αντίθετα, στις καθολικές χώρες θα ήταν τραβηγμένο από τα μαλλιά. Με τον τρόπο που η γιαγιά μου ήταν πολύ θρήσκα, μεθοδίστρια.
Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν καθολική, όπως είπα, με τον τρόπο των λατινοαμερικανικών χωρών, με έναν επιφανειακό τρόπο. Ο πατέρας μου ήταν αγνωστικιστής, δηλαδή ελευθερόφρων, και τα πηγαίναμε όλοι πολύ καλά, αυτό ποτέ δεν προκάλεσε κάποια έριδα.
Τι παραπάνω μπορώ να πω για την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής Ψυχολογίας, στο Κολλέγιο δε Λένγκουας Βίβας κι εγώ θυμάμαι ακριβώς τι έβγαζε, ήταν επίσης δικηγόρος, ήταν δημόσιος υπάλληλος. Έπρεπε να δίνει δύο μαθήματα Ψυχολογίας τη βδομάδα στο Λένγκουας Βίβας και τον πλήρωναν 100 πέσος το μήνα. Εκατό πέσος το μήνα ήταν λεφτά τότε, και τώρα αντιστοιχούν μάλλον στη λογοτεχνία του φανταστικού. 100 πέσος δε σημαίνουν τίποτα. Θυμάμαι πως το δολάριο ήταν στα 2 πέσος και πενήντα σεντ. Νομίζω ότι τώρα έχει ανεβεί η τιμή, όχι; Το νόμισμά μας είναι το πιο χαμηλό στον κόσμο, νομίζω.
Από την πλευρά του πατέρα και της μητέρας μου, ήταν μια στρατιωτική οικογένεια, ο παππούς μου ο Συνταγματάρχης Φρανσίσκο Μπόρχες σκοτώθηκε, στην πραγματικότητα, στη μάχη του Λα Βέρντε, που έλαβε χώρα κοντά στο χωριού της 25 δε Μάγιο, κομητείας του Μπουένος Άιρες. Οι παππούδες μου έκαναν τη καμπάνια της ανεξαρτησίας, μετά τους εμφύλιους πολέμους, τον πόλεμο με τη Βραζιλία, όλα αυτά.
Τώρα, από την πλευρά της Αγγλίδας γιαγιάς μου, όχι. Ήταν ιεροκήρυκες και καθηγητές.

Τι σπουδές πραγματοποιήσατε;
Λίγες. Σπούδασα στο Κολλέγιο της Γενεύης, σπούδασα κι έχω το απολυτήριο λυκείου μου. Εκεί υπήρχαν δύο κύρια μαθήματα, που ήταν τα γαλλικά και τα λατινικά. Αντιλήφθηκα ότι αν μελετούσα καλά τα γαλλικά και τα λατινικά θα μπορούσα να απέχω από τα υπόλοιπα μαθήματα, το οποίο με έκανε να είμαι εξαιρετικά αδαής, μιας και σπούδασα φυσική, βοτανολογία, ορυκτολογία, ζωολογία, μουσική, γυμναστική, χημεία και δεν γνωρίζω απολύτως τίποτα από αυτά. Η ιστορία, ναι, μου άρεσε. Αλλά η ιστορία στην Ελβετία δεν είναι υποχρεωτικό μάθημα, είναι επιλογής. Αν θέλετε μπορείτε να σπουδάσετε ελβετική ιστορία, αν όχι, όχι. Εγώ ενδιαφερόμουν πολύ να μάθω την ιστορία της Ελβετίας μιας και ήμουν εκεί, οπότε τη σπούδασα. Ναι, η αρχαία ιστορία, η σύγχρονη ιστορία, κλπ, είναι υποχρεωτικές, αλλά όχι εκείνη της Ελβετίας. 
Αυτός είναι ο μόνος τίτλος που έχω, οι υπόλοιποι είναι επίτιμοι τίτλοι, που δεν είναι κάτι παραπάνω από γενναιοδωρίες` είμαι Επίτιμος Διδάκτωρ του Τουκουμάν, της Νέας Υόρκης, ιταλικών, κολομβιανών, μεξικανικών πανεπιστημίων, ύστερα του Χάρβαρντ, της Οξφόρδης, της Σορβόνης, αλλά πιστεύω πως δεν μπορώ να με αποκαλώ Δόκτωρα μιας και αυτά τα Honoris Causa διδακτορικά είναι μια χάρη που χορηγούν σε κάποιον και βεβαίως το εκτιμώ, μιας και είναι μια τιμή, παρόλο που δεν ξέρω αν το αξίζω.
Προσωπικά μπορώ να πω μόνο πως είμαι απόφοιτος λυκείου του Κολλεγίου του Καλβίνου στη Γενεύη.

Σε ποια ηλικία αντιληφθήκατε την κλίση σας στη λογοτεχνία;
Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι κάποια εποχή χωρίς να διαβάζω ή να γράφω. Πάντα διάβαζα και έγραφα. Τώρα ο πατέρας μου μού είπε πως θα διάβαζα μόνο ό,τι με ενδιέφερε, πως δεν θα διάβαζα ένα βιβλίο από αίσθημα υποχρέωσης, διότι ήταν φημισμένο. Πως θα διάβαζα μόνο όταν είχα ανάγκη να το κάνω. Πως θα έγραφα πολύ, πως θα ξεσπούσα πολύ και πως δεν θα πιεζόμουν να δημοσιεύσω, αφού το να δημοσιεύσει κανείς δεν είναι υποχρεωτικό κομμάτι του προορισμού ενός συγγραφέα.

Πώς φτάνετε να εκδώσετε το πρώτο σας βιβλίο;
Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα καθυστερημένα, ήμουν 24 χρονών. Ονομαζόταν Πυρετός του Μπουένος Άιρες και εκδόθηκε εδώ, στο Μπουένος Άιρες. Ο πατέρας μου, μου έδωσε 300 πέσος που μου επέτρεψαν την εκτύπωση 300 αντιτύπων. Δεν βγήκε προς πώληση, το μοίρασα στους φίλους μου. Σε εμένα άρεσε πολύ. Αλλά, στην πραγματικότητα, ήταν το τέταρτο βιβλίο που έγραφα. Είχα γράψει προηγουμένως τρία, που περιέργως, κατέστρεψα. Ίσως θα έπρεπε να έχω καταστρέψει αυτό επίσης.

Πώς προκύπτουν τα έργα σας; Κάθεστε συστηματικά για να γράψετε ή το κάνετε όταν αισθάνεστε την ανάγκη;
Αυτό είναι πολύ περίπλοκο. Αισθάνομαι πως υπάρχει κάτι που θέλει εγώ να το γράψω κι εγώ προσπαθώ να το αποθαρρύνω. Αλλά ναι, υπάρχει ένα θέμα που επιστρέφει, μία πλοκή ενός διηγήματος ή μιας ιστορίας που επιστρέφει, οπότε τη γράφω. Μου φαίνεται λάθος να ψάχνει κανείς θέματα, πρέπει να αφήνει τα θέματα να τον αναζητήσουν και να τον βρουν. Αν όχι, βγαίνουν κατασκευασμένα βιβλία.
Πιστεύω πως όλος ο κόσμος γράφει έτσι, αν και όχι οι δημοσιογράφοι, εκείνοι αναζητούν θέματα. Και, για παράδειγμα, ένας συγγραφέας που θαυμάζω πολύ, o Καπντεβίλα, έγραψε ένα βιβλίο για τις δεκατέσσερις αργεντίνικες κομητείες, είναι πολύ περίεργο το να τον ενδιέφεραν όλες, και ακόμη λιγότερο το να τον ενδιέφεραν θετικά. Αυτό θα πει να κάθεσαι και να κατασκευάζεις ένα βιβλίο. Εγώ για παράδειγμα, έχω γράψει ένα ποίημα στο νερό και δεν μου ήρθε να γράψω στη φωτιά, στη γη και τον αέρα. Θα ήταν ένα μηχανικό πράγμα. Έγραψα ένα ποίημα στο νερό διότι με ενδιέφερε. Οπότε, το να ψάχνεις για θέματα είναι λάθος. Υπάρχουν συγγραφείς που θέλουν να γράψουν για τη ζωή των χωρικών στο τάδε μέρος, κι έτσι βγαίνουν τα βιβλία. 

Ποιο από τα βιβλία σας προτιμάτε και γιατί;
Λοιπόν, η πλειοψηφία μου αρέσει. Με απαρνούμαι σε αυτά. Εκμεταλλεύτηκα τα αποκαλούμενα άπαντα έργα για να παραλείψω δύο βιβλία. Για μένα, το καλύτερό μου βιβλίο είναι αυτό με τίτλο Το βιβλίο της άμμου. Διαβάζεται εύκολα, είναι ένα σύντομο βιβλίο, δε χρησιμοποιώ καμία λέξη που να απαιτεί τη χρήση λεξικού. Είναι ένα βιβλίο με διηγήματα κι ένα άλλο βιβλίο με διηγήματα που μου αρέσει είναι Η αναφορά του Μπρόουντι. Το βιβλίο της άμμου είναι το μοναδικό με το οποίο είμαι ικανοποιημένος. Ίσως ο χρόνος να κρίνει έτσι ,επίσης, και να σβήσει τα υπόλοιπα, που είναι πραγματικά προσχέδια για σβήσιμο.

Αλλά υπάρχει πολύς κόσμος που θαυμάζει όλα σας τα έργα...
Ναι, αλλά εγώ δεν είμαι ανάμεσά τους. Αυτό είναι λάθος και δεν ξέρω αν πρέπει να το εκτιμήσω, γιατί δεν ξέρω αν πρέπει να εκτιμούμε τα λάθη.

Πώς θα ορίζατε τον εαυτό σας;
Αν θα έπρεπε να ορίσω τον εαυτό μου θα έλεγα ένας συγγραφέας, παρόλο που ίσως θα ήταν καλύτερο να πω ένας αναγνώστης, αφού πιστεύω πως είμαι καλύτερος αναγνώστης από ότι συγγραφέας.

Πώς περνά μια μέρα στη ζωή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες;
Λοιπόν, από το πρωί, αν έχω τύχη, έρχονται να με δουν δημοσιογράφοι από το Κίλμες. Αλλά γενικά οι μέρες μου δεν είναι τόσο ευνοϊκές, έπειτα κοιμάμαι τη σιέστα μου και γράφω κάτι. 

Τι είναι για εσάς η φιλία;
Όταν ο Εδουάρδο Μαγέα δημοσίευσε το βιβλίο Ιστορία ενός αργεντίνικου πάθους [Historia de una pasión argentina], σκέφτηκα: θα είναι πάνω στη φιλία, αφού η φιλία είναι το αργεντίνικο πάθος, ίσως το μόνο. Έχω αυτή την εντύπωση του ότι η φιλία είναι πολύ σημαντική για εμάς, το οποίο είναι καλό, έτσι;

Πώς θα ορίζατε το Μπουένος Άιρες;
Έχω ένα ποίημα, στο τελευταίο μου βιβλίο, που ονομάζεται Ο Αριθμός. Θα παραθέσω τον πρώτο στίχο, που είναι ένας ορισμός:  "Έχω γεννηθεί σε άλλη πόλη που ονομαζόταν επίσης Μπουένος Άιρες", δηλαδή, έχει αλλάξει τόσο που είναι άλλη. Είναι πoυ δε φτάνει κανείς ατιμώρητα στα 83 χρόνια. Στα 83 χρόνια σχεδόν όλοι μου οι φίλοι βρίσκονται στη Ρεκολέτα[iii]. Η πόλη έχει αλλάξει εντελώς. Εγώ γεννήθηκα στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, στην οδό Τουκουμάν, ανάμεσα στην Εσμεράλδα και τη Σουϊπάτσα. Όλο το οικοδομικό τετράγωνο, εκτός από το μαγαζί που ήταν στη γωνία, ήταν χαμηλά σπίτια με στέγες, βεράντες, με στέρνες, υπήρχαν μερικά ψηλά σπίτια που φτιάχτηκαν μετά, στην οδό 25 δε Μάγιο ή στη Ρεκονκίστα.

Τι θα μπορούσατε να πείτε στους νέους που αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της χώρας;
Δεν ξέρω, υπάρχουν τόσα προβλήματα. Στην καλύτερη αυτή η χώρα καταφέρνει να σωθεί, αν και δεν βλέπω πώς. Η κατάσταση είναι κακή, κι όχι μόνο εδώ αλλά στον κόσμο όλο. Ίσως όλες οι στιγμές να είναι φρικτές και να το νιώθουμε περισσότερο αυτό γιατί είμαστε πιο κοντά. Εγώ δε βλέπω πιθανή σωτηρία και ίσως να πάμε μέχρι τον τρίτο πόλεμο που μπορεί να είναι ο τελευταίος. Αυτό που συμβαίνει, στο Λίβανο, αυτό που συνέβη εδώ, αυτό που συμβαίνει στο Ιράκ ή στο Ιράν. Ας ελπίσουμε πως όχι, γιατί θα ήταν μια αυτοκτονία της ανθρωπότητας.

Πιστεύετε πως οι νέοι πρέπει να ενδιαφέρονται για την πολιτική;
Δεν ξέρω. Εμένα ποτέ δεν με ενδιέφερε η πολιτική. Με ενδιαφέρει περισσότερο η ηθική. Πιστεύω πως αν ο κάθε ένας δρούσε ηθικά αυτό θα μπορούσε να έχει ένα πολύ μεγάλο πολιτικό αντίκτυπο.

Tι τύπου κυβέρνηση προτιμάτε;
Θα ήθελα ένα μίνιμουμ κυβέρνησης, αλλά δυστυχώς οι κυβερνήσεις, ακόμα και οι κακές κυβερνήσεις είναι ακόμη απαραίτητες. Όπως η αστυνομία, που είναι προφανώς απαραίτητη. Αν ήμασταν ηθικά άψογοι δεν θα ήταν απαραίτητες οι κυβερνήσεις, που αποτελούν, χωρίς αμφιβολία, έναν κίνδυνο. Αλλά δεν μπορώ να σχολιάσω τα πολιτικά θέματα, είμαι ένας συντηρητικός αναρχικός. Ο πατέρας μου ήταν αναρχικός. Μια φορά πήγαμε στο Μοντεβιδέο και ο πατέρας μου μού είπε να επικεντρωθώ στις σημαίες, στα τελωνεία, τις στολές, τις εκκλησίες, τα αστυνομικά τμήματα, γιατί όλα θα εξαφανίζονταν. Εμείς, όταν πήγαμε στην Ευρώπη, το έτος 14, ταξιδέψαμε χωρίς διαβατήριο. Δεν υπήρχαν διαβατήρια, περνούσε κανείς από μία χώρα σε άλλη σαν από ένα δωμάτιο σε άλλο. Μετά ήρθε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η δυσπιστία, η κατασκοπία και τώρα όλα έχουν αλλάξει, δεν μπορείς να κάνεις ούτε ένα βήμα χωρίς να ταυτοποιηθείς, είναι πολύ λυπηρό αυτό. Ελπίζω στο Κίλμες [1] τα πράγματα να είναι καλύτερα απ’ότι στο Μπουένος Άιρες...

Πώς φαντάζεστε το μέλλον της Αργεντινής;
Θέλω να πιστεύω πως θα έχω πεθάνει, αλλά πιστεύω πως κατηφορίζουμε. Εγώ πια δεν έχω ελπίδα, εσείς είστε νέοι, ίσως να έχετε ελπίδες, εγώ πια δεν έχω καμία.

Πολλές δηλώσεις σας δημιουργούν αντιπαραθέσεις και υπάρχει κόσμος που πιστεύει ότι εσείς το επιδιώκετε αυτό...
Βεβαίως και όχι! Αυτός που το πιστεύει αυτό δεν με ξέρει καθόλου.

Για να ολοκληρώσουμε, θα θέλατε να μας αφήσετε κάποια συμβουλή ή κάποιο μήνυμα;
Δεν έχω καταφέρει να χειριστώ τη ζωή μου, δεν μπορώ να κατευθύνω τη ζωή των υπολοίπων. Η ζωή μου έχει υπάρξει μία αλληλουχία σφαλμάτων. Δεν μπορώ να δώσω συμβουλές, παραπαίω, όταν σκέφτομαι το παρελθόν μου νιώθω ντροπή. Δεν δίνω μηνύματα, οι πολιτικοί δίνουν μηνύματα. 

*Ο Κλαούντιο Πέρες Μίγες είναι πρόεδρος του Κέντρου Μοντέρνας Τέχνης της Μαδρίτης και διευθυντής του Κέντρου Editores (Εκδότες).

[1] Το Κίλμες είναι ένας δήμος της Κομητείας του Μπουένος Άιρες, προσαρτημένος στην πρωτεύουσα και μόλις στα 20 χμ. από αυτή. Αυτό που λέει ο Μπόρχες είναι ένα αστείο. (Σ.τ.Σ.)


i Στίχος από το ποίημα «Η μυθική ίδρυση του Μπουένος Άιρες» του Μπόρχες. (Σ.τ.Μ.)
ii  Στίχος από το ποίημα «Αναφορά σ'έναν ίσκιο του 189..» του Μπόρχες σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη. (Σ.τ.Μ.)
iii  Cementerio de la Recoleta ονομάζεται το νεκροταφείο της πόλης του Μπουένος Άιρες. (Σ.τ.Μ.)

El Ρaís, Madrid 16-6-2016 

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

“Μία σκηνή βαρκελωνική”, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)

Δεν έχω κάνει κακό σε κανένα, είπε
ρωτώντας με όλο του το πρόσωπο
γιατί τον έπαιρναν.
Όχι για που, αλλά για τί.
Δεν έχω κάνει κακό σε κανένα

Είμαι στη διάρκεια του χειμώνα. Ακούω
τα κοράκια να παίζουν στο χιόνι.
Από το άδειο δάσος έρχονται τα φορτηγά.

La universidad desconocida, 2007

Πηγή

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

«Όταν εξαφανίστηκαν οι αποικιακές διοικήσεις, οι ιεραρχίες της εξουσίας παρέμειναν ανέγγιχτες.»

MARGA MOSTEIRO (μεταφρ.: Nathalie)



X. A. SOLER Ο Grosfoguel λέει πως η Βενεζουέλα υποφέρει από έναν αποσιωπημένο αποκλεισμό.
Ο πορτορικανός κοινωνιολόγος Ραμόν Γκροσφόγελ από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ συμμετείχε σε μία συζήτηση στο Σαντιάγο δε Κομποστέλα στην οποία προσπάθησε να εξηγήσει το ρεύμα του απο-αποικιακού[i] και διατύπωσε την οπτική του για το τι συμβαίνει στη Βενεζουέλα.
-Μπορείτε να εξηγήσετε την έννοια του απο-αποικιακού;
-Ο κλασικός ορισμός της αποικιοκρατίας αναφέρεται στη σύνδεση με τις αποικιακές διοικήσεις και υπό τον ορισμό αυτό, υποτίθεται πως η ανεξαρτησία συνεπάγεται ρήξη με τη μητρόπολη. Εμείς προτείνουμε πως ο κόσμος που δημιουργείται  από την αποικιακή επέκταση του 1498, περίοδος που διήρκησε 400 έτη, δεν κλείνει με την ανεξαρτησία, γιατί όλες οι ιεραρχίες της εξουσίας είναι κατασκευασμένες από δομές κυριαρχίας που γεννιούνται με την αποικιοκρατία και που παραμένουν μετά την υποτιθέμενη απελευθέρωση από τη μητρόπολη. Είναι μία συνέχεια, διότι, όταν εξαφανίστηκαν οι αποικιακές διοικήσεις, οι ιεραρχίες της εξουσίας παρέμειναν ανέγγιχτες.
-Θεωρείτε ότι δεν έχει παραχθεί μια ολική ρήξη;
-Βεβαιώθηκαν ότι θα παρέμεναν εκεί ελίτ, στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές δομές για να δώσουν συνέχεια στην κυριαρχία παρά το τέλος της αποικιακής διοίκησης. Ήταν ικανοί να δημιουργήσουν ένα σύστημα για να διατηρήσουν την ίδια δομή ακόμα και χωρίς να έχουν τον άμεσο έλεγχο της διοίκησης. Τα ίδια τα αποικιοποιημένα υποκείμενα εσωτερικεύουν τις θεσμικές δομές της εξουσίας και της σκέψης και αναπαράγουν αυτό εναντίον του οποίου αγωνίστηκαν. Μην υποθέσετε ότι υπάρχουν διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, πολλές γλώσσες και διαλέγουν μια ομάδα, αυτήν που μοιάζει περισσότερο στη δύση, για να κυβερνήσει και να συνεχίσει να ελέγχει την οικονομία.
-Πώς εξηγείτε την κατάσταση στη Βενεζουέλα;
-Έχει να κάνει με την έλλειψη της ρήξης με το παρελθόν. Υπάρχουν κάποιες ελίτ που πρέπει να υπερασπίσουν τα οικονομικά συμφέροντα των επιχειρήσεων της παλιάς αυτοκρατορίας, της δύσης. Με την αμφισβήτηση αυτού του ελέγχου, έρχονται οι στρατιωτικές ενέργειες, τα πραξικοπήματα, οι εμπορικοί αποκλεισμοί για να επαναφέρουν την οικονομική εξουσία. Η Βενεζουέλα υποφέρει τώρα από έναν εμπορικό αποκλεισμό, όπως η Κούβα στο παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά αποσιωπημένο. Έμαθαν από το σφάλμα, σου κάνουν αποκλεισμό και σαμποτάρουν την οικονομία σου χωρίς να στο πουν. Έτσι, ο λαός της Βενεζουέλας διοχετεύει τη δυσαρέσκειά του προς την εξουσία, ενώ πρόκειται για μια πολιτική σαμποτάζ προκειμένου να συνεχίσουν να τους εξουσιάζουν.
Santiago /La Voz, 21 de mayo de 2016





[i] Ως descolonización ορίζεται στα ελληνικά η αποαποικιοποίηση, ενώ εδώ ο συγγραφέας κάνει χρήση του όρου decolonización, τον οποίο και μετέφρασα ως απο-αποικιότητα.

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Το Λεξικό του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)


Μια αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα σε μορφή λεξικού που σκιαγράφησε ο ίδιος ο Μπολάνιο σε διάφορες συνεντεύξεις του.


Αναγνώριση: “Δεν με αφορά καθόλου. Ο πιο σημαντικός αφηγητής αυτού του αιώνα που τέλειωσε (επιτέλους!) ονομαζόταν Φραντς Κάφκα και δεν τον αναγνώρισαν ούτε καν στο σπίτι του, οπότε μπορείς να φανταστείς αν με ανησυχεί εμένα μια μαλακία τέτοιου μεγέθους.”

Αυτοβιογραφία: “Οι μόνες ενδιαφέρουσες αυτοβιογραφίες είναι αυτές των μεγάλων μπάτσων ή αυτές των μεγάλων δολοφόνων, γιατί με κάποιο τρόπο σπάνε αυτό το πραγματικό και θλιβερό καλούπι, πως το μέλλον των ανθρωπίνων όντων είναι να αναπνέουν και μια μέρα να σταματήσουν να το κάνουν.”

Βιβλία: “Ο Κιχώτης, του Θερβάντες. Ο Μόμπι Ντικ, του Μέλβιλ. Τα άπαντα του Μπόρχες. Το κουτσό, του Κορτάσαρ. Ο συνασπισμός ηλιθίων, του Κένεντι Τουλ. Νάντια, του Μπρετόν. Οι επιστολές του Ζακ Βασέ. Όλος ο Ουμπού, του Ζαρί. Ζωή, οδηγίες χρήσης, του Περέκ. Ο πύργος και η δίκη, του Κάφκα. Οι αφορισμοί του Λίχτενμπεργκ. Το Tractatus του Βιτγκενστάιν. Η εφεύρεση του Μορέλ του Μπιόυ Κασάρες. Το Σατυρικόν, του Πετρώνιου. Η Ιστορία της Ρώμης, του Τίτου Λίβιου. Οι Στοχασμοί του Πασκάλ.”

Γκαρσία Μάρκες: “Ένας άντρας ευχαριστημένος με το να έχει γνωρίσει τόσους προέδρους και αρχιεπισκόπους.”

Έλβις: “Elvis for ever. Ο Έλβις με ένα σήμα του σερίφη να οδηγεί μια Μάστανγκ και να καταβροχθίζει χάπια` και με τη χρυσή φωνή του.”

Εξορία: “Ποτέ δεν έχω νιώσει εξορισμένος. Ξένος έχω νιώσει παντού, αρχής γενομένης από τη Χιλή. Μιας και ήμουν ένα επηρμένο παιδί, ήδη από παιδί ένιωθα ξένος.”

Επαγγέλματα: “Το επάγγελμα στο οποίο έχω αποδόσει καλύτερα ήταν αυτό του νυκτερινού φύλακα σε ένα κάμπινγκ κοντά στη Βαρκελώνη. Απέφυγα ένα λιντσάρισμα (παρόλο που, στη συνέχεια, θα είχα μετά χαράς λιντσάρει ή στραγγαλίσει εγώ ο ίδιος τον εν λόγω τύπο).”

Θρίαμβος: “Δεν πιστεύω στο θρίαμβο. Κανείς με μια στάλα μυαλό δεν μπορεί να πιστέψει σε αυτόν. Πιστεύω στο χρόνο. Αυτός είναι κάτι απτό, παρόλο που δεν ξέρεις αν είναι αληθινό ή όχι, αλλά ο θρίαμβος, όχι. Στο πεδίο των θριαμβευτών μπορεί κανείς να συναντήσει τα πιο μίζερα πλάσματα στη γη και ως εκεί δεν έχω φτάσει ούτε με βλέπω να έχω το στομάχι για να φτάσω.”

Ισπανία: “Ήρθα στην Ισπανία το '77. Στην πραγματικότητα πήγαινα στη Σουηδία, όπου λίγο πολύ είχα κανονίσει μια δουλειά, αλλά η μητέρα μου ζούσε στην Ισπανία εδώ και δύο χρόνια και όταν εγώ έφτασα ήταν πολύ άρρωστη. Οπότε, έμεινα ελπίζοντας ότι θα γινόταν καλά. Η Βαρκελώνη το '77 ήταν μια πραγματική ομορφιά, μια πόλη σε κίνηση με μια ατμόσφαιρα κεφιού και του ότι όλα ήταν δυνατά. Αναμιγνύονταν η πολιτική με τη γιορτή, με μια μεγάλη σεξουαλική απελευθέρωση, μια επιθυμία του να κάνεις πράγματα διαρκώς, που πιθανότατα ήταν τεχνητή, αλλά τεχνητή ή αληθινή, ήταν τρομερά σαγηνευτική. Για εμένα ήταν μια ανακάλυψη και ερωτεύτηκα την πόλη. Στη Βαρκελώνη έμαθα πράγματα που πίστευα ότι γνώριζα αλλά που στην πραγματικότητα δεν γνώριζα.”

Κριτικές: “Κάθε φορά που διαβάζω πως κάποιος μιλά άσχημα για μένα βάζω τα κλάμματα, σέρνομαι στο πάτωμα, γρατζουνιέμαι, σταματώ το γράψιμο για άγνωστο διάστημα, η όρεξή μου πέφτει, καπνίζω λιγότερο, κάνω αθλητισμό, βγαίνω για περπάτημα στις όχθες της θάλασσας, που, σε παρένθεση, είναι σε λιγότερο από τριάντα μέτρα από το σπίτι μου, και ρωτώ τους γλάρους, οι πρόγονοι των οποίων έφαγαν τα ψάρια που έφαγαν τον Οδυσσέα “γιατί εγώ, γιατί εγώ, τι κακό τους έχω κάνει;”.”

Μότο: “Το μότο μου δεν είναι Et in Arcadia ego, αλλά Et in Esparta ego.”

Μπουμ: “Δεν αισθάνομαι με κανένα τρόπο κληρονόμος του μπουμ. Ακόμα και αν πέθαινα της πείνας δεν θα δεχόμουν ούτε την παραμικρή ελεημοσύνη από το μπουμ, παρόλο που υπάρχουν συγγραφείς που συχνά ξαναδιαβάζω, όπως ο Κορτάσαρ και ο Μπιόυ. Για παράδειγμα, ποιοι είναι οι επίσημοι κληρονόμοι του Γκαρσία Μάρκες; ` λοιπόν, η Ιζαμπέλ Αγιέντε, η Λάουρα Ρεστρέπο, ο Λουίς Σεπούλβεδα και κάνας άλλος. Εμένα, ο Γκαρσία Μάρκες κάθε μέρα μου φαίνεται πιο παραπλήσιος στον Σάντος Τσοκάνο ή στον Λουγόνες.”

Παράδεισος: “Είναι σαν τη Βενετία, ελπίζω, ένας τόπος γεμάτος Ιταλίδες και Ιταλούς. Ένα μέρος που χρησιμοποιείται και φθείρεται και ξέρει πως τίποτα δεν διαρκεί, ούτε καν ο παράδεισος και πως στο τέλος της ημέρας αυτό δεν έχει καμία σημασία.”

Ποδόσφαιρο: “Η εμπειρία μου ως ποδοσφαιριστή ποτέ δεν έγινε πλήρως κατανοητή ούτε από τους θεατές ούτε από τους συμπαίκτες μου. Εμένα πάντα μου φαινόταν πιο ενδιαφέρον να σκοράρεις ένα αυτογκόλ από ένα γκολ. Ένα γκολ, εκτός κι αν μιλάμε για τον Πελέ, είναι κάτι κατεξοχήν χυδαίο και πολύ αγενές για τον αντίπαλο τερματοφύλακα, τον οποίο δε γνωρίζεις και που δεν σου έχει κάνει τίποτα, ενώ ένα αυτογκόλ είναι μια κίνηση ανεξαρτησίας.”

Πολιτική: “Πάντα ήθελα να γίνω ένας πολιτικός συγγραφέας, της αριστεράς, είναι ξεκάθαρο, αλλά οι πολιτικοί συγγραφείς της αριστεράς μου φαίνονταν αισχροί.”

Σεξ: “Ο κόσμος, όταν μιλάει για το σεξ, γίνεται ηλίθιος. Ίσως πάντα να ήταν, αλλά το σεξ τον κάνει ακόμα πιο ηλίθιο και περιορίζεται στο να ψελλίζει προκατασκευασμένες έννοιες, που στο βάθος δεν διαφέρουν σε τίποτα απ'το παλιό Πατρίς, Θεός, Βασιλιάς, το οποίο, όπως όλος ο κόσμος υποψιάζεται (αλλά σιωπά), σημαίνει Κλουβί, Φόβος, Αφέντης.”

Τύψεις: “Είναι πολλές και πάνε για ύπνο μαζί μου και ξυπνάνε μαζί μου και γράφουν μαζί μου γιατί οι τύψεις μου ξέρουν να γράφουν.”


El Cultural, España. 30.12.2004

Πηγή


Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Το μέλλον, του Χούλιο Κορτάσαρ

(Μετάφρ.: Nathalie)



Το γνωρίζω πολύ καλά πως δεν θα είσαι.
Δεν θα είσαι στο δρόμο,
στον ψίθυρο που αναβλύζει
από τους φανοστάτες τη νύχτα
ούτε στην κίνηση του να επιλέξεις το μενού,
ούτε στο χαμόγελο που ανακουφίζει
τον κόσμο στα γεμάτα μετρό,
ούτε στα δανεισμένα βιβλία
ούτε στο τα λέμε αύριο.

Δεν θα είσαι στα όνειρά μου,
στον αρχικό προορισμό
των λέξεών μου,
ούτε θα είσαι 
σε ένα τηλεφωνικό αριθμό
ή στο χρώμα ενός ζευγαριού γαντιών
ή μιας μπλούζας.
Θα
εξοργιστώ αγάπη μου,
χωρίς να είναι εξαιτίας σου,
και θα αγοράσω γλυκά
αλλά όχι για σένα,
θα σταματήσω στη γωνία
σε αυτήν που δεν θα έρθεις,
και θα πω τις λέξεις που λέγονται
και θα φάω τα πράγματα που τρώγονται
και θα ονειρευτώ τα πράγματα που ονειρεύονται
και το γνωρίζω πολύ καλά πως δεν θα είσαι,
ούτε εδώ μέσα, στη φυλακή
όπου ακόμη σε συγκρατώ
ούτε εκεί έξω, σε αυτό το ποτάμι από δρόμους
και γέφυρες.
Δεν θα είσαι καθόλου,
δεν θα είσαι ούτε ανάμνηση,
κι όταν θα σε σκέφτομαι
θα σκέφτομαι μια ιδέα
που θα προσπαθεί βαρύθυμα
να θυμηθεί εσένα.



Salvo el crepúsculo, 1984
Πηγή

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Λ όπως Λογοτεχνία, Ζιλ Ντελέζ[i]

(Μετάφρ.: Nathalie)



  Η Παρνέ ξεκινά με την παρατήρηση ότι η λογοτεχνία και η φιλοσοφία αποτελούν τη ζωή του Ντελέζ, ότι διαβάζει και ξαναδιαβάζει “μεγάλη λογοτεχνία” <la grande littérature> και πραγματεύεται τους μεγάλους λογοτεχνικούς συγγραφείς ως στοχαστές. Ανάμεσα στα βιβλία του για τον Καντ και τον Νίτσε, έγραψε το Ο Προυστ και τα σημεία[ii] και στη συνέχεια δημοσίευσε τρεις επαυξημένες εκδόσεις του βιβλίου. Έχει γράψει για τον Κάρολ και τον Ζολά στο Logique du sens, για τον Μαζόχ, τον Κάφκα, τη βρετανική και την αμερικανική λογοτεχνία. Έχει κανείς την αίσθηση, λέει εκείνη, ότι είναι περισσότερο μέσω της λογοτεχνίας παρά μέσω της ιστορίας της σκέψης που αυτός εγκαινίασε ένα νέο είδος στοχασμού. Οπότε, ρωτά, ο Ντελέζ υπήρξε πάντοτε αναγνώστης;
  Ο Ντελέζ λέει ναι, παρόλο που σε κάποια στιγμή, υπήρξε πολύ πιο ενεργός αναγνώστης φιλοσοφίας, δεδομένου ότι ήταν κομμάτι της εκπαίδευσής του και δεν είχε χρόνο για μυθυστορήματα. Αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής του, διάβασε όλο και περισσότερα. Κάνει χρήση αυτών στη φιλοσοφία; ρωτά. Ναι, φυσικά` για παράδειγμα, σημειώνει ότι χρωστάει πολλά στο Φιτζέραλντ, ακόμη και στο Φώκνερ, παρόλο που δεν θεωρείται συχνά πολύ φιλοσοφικός συγγραφέας. <Ο Ντελέζ εδώ σημειώνει ότι δεν μπορεί να θυμηθεί ποιοι συγγραφείς είναι σημαντικοί για εκείνον.>
  Ο Ντελέζ συνεχίζει, λέγοντας ότι τα λογοτεχνικά διαβάσματά του μπορεί να εξηγηθούν ως μια συνάρτηση αυτού που συζητούσαν νωρίτερα: η ιστορία των ιδεών δεν είναι ποτέ μόνη` την ίδια στιγμή που καταγίνεται με το έργο της, μας κάνει να βλέπουμε πράγματα, δηλαδή υφίσταται μια διασύνδεση επί των παραστατών[iii]. Όποτε κάποιος βρίσκει κάτι παραστατό σε ένα μυθιστόρημα, υπάρχει μια αέναη επικοινωνία μεταξύ των εννοιών και των παραστατών. Υπάρχουν επίσης στυλιστικά προβλήματα που είναι κοινά στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Ο Ντελέζ προτείνει να θέσουμε το ερώτημα με σχετικά απλούς όρους: οι μεγάλοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες είναι μεγάλοι στοχαστές. Ξαναδιαβάζει πολύ Μέλβιλ και θεωρεί τον καπετάνιο Άχαμπ ένα μεγάλο στοχαστή` τον Μπάρτλμπυ επίσης, με τον δικό του τρόπο[iv].  Μας προκαλούν να σκεφτούμε με έναν τέτοιο τρόπο ώστε ένα λογοτεχνικό έργο ιχνηλατεί μονοπάτια διαλειπουσών εννοιών <en pointillé> τόσο μεγάλα όσο και αυτά των παραστατών.  Πολύ απλά, ισχυρίζεται, δεν είναι έργο του λογοτεχνικού συγγραφέα που δεν μπορεί να κάνει τα πάντα μεμιάς, αυτός/ αυτή είναι παγιδευμένος στα προβλήματα των παραστατών και στο να σε κάνει να δεις <faire voir>, να σε κάνει να αντιληφθείς <faire percevoir> και να δημιουργεί χαρακτήρες` ένα τρομακτικό έργο. Κι ένας συγγραφέας δημιουργεί έννοιες, αλλά συμβαίνει να επικοινωνούν άψογα, δεδομένου ότι κατά κάποιον τρόπο, η έννοια είναι ένας χαρακτήρας και ο χαρακτήρας παίρνει διαστάσεις έννοιας.
  Αυτό που ο Ντελέζ βρίσκει κοινό ανάμεσα στη “μεγάλη λογοτεχνία” και τη “μεγάλη φιλοσοφία” είναι πως αμφότερες αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της ζωής <ils témoignent pour la vie>, αυτό που νωρίτερα αποκάλεσε “δύναμη” αποτελεί μάρτυρα της ζωής. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγάλοι συγγραφείς δε χαίρουν πάντα άκρας υγείας. Υπάρχουν, μερικές φορές, περιπτώσεις σαν τον Βίκτωρ Ουγκώ που το κάνουν, οπότε δεν πρέπει να λέει κανείς ότι κανένας συγγραφέας δεν χαίρει άκρας υγείας, αφού κάποιοι το κάνουν. Αλλά γιατί, αναρωτιέται ο Ντελέζ, υπάρχουν τόσοι πολλοί λογοτεχνικοί συγγραφείς που δεν χαίρουν άκρας υγείας; Είναι διότι βιώνουν μια πλημμύρα ζωής <flot de vie>, είτε πρόκειται για την αδύναμη υγεία του Σπινόζα είτε για του Λώρενς. Αντιστοιχεί σε αυτό που ο Ντελέζ είπε νωρίτερα για το παράπονο: αυτοί οι συγγραφείς έχουν δει κάτι πολύ μεγάλο για τους ίδιους, είναι προφήτες, οραματιστές, ανίκανοι να το διαχειριστούν και αυτό τους τσακίζει. Γιατί ο Τσέχωφ είναι τσακισμένος σε τέτοιο βαθμό; “Είδε” κάτι. Οι φιλόσοφοι και οι λογοτεχνικοί συγγραφείς βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, θεωρεί ο Ντελέζ. Υπάρχουν πράγματα που καταφέρνουμε να δούμε, και με κάποιο τρόπο, ποτέ δεν επανερχόμαστε, ποτέ δεν επιστρέφουμε. Αυτό συμβαίνει συχνά στους συγγραφείς, αλλά γενικά, πρόκειται περί αντιλήψεων στα όρια του αντιληπτού, στα όρια του εφικτού. Άρα, μεταξύ της δημιουργίας ενός μεγάλου χαρακτήρα και μιας μεγάλης έννοιας, υπάρχουν τόσες πολλές συνδέσεις, ώστε κανείς να μπορεί να τα δει ωσάν να αποτελούν το ίδιο, κατά κάποιο τρόπο, εγχείρημα.
  Η Παρνέ ρωτά αν ο Ντελέζ θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα της φιλοσοφίας ή συγγραφέα με  τη λογοτεχνική έννοια. Ο Ντελέζ απαντά πως δεν γνωρίζει αν είναι συγγραφέας τη φιλοσοφίας, αλλά πως γνωρίζει ότι κάθε μεγάλος φιλόσοφος είναι ένας μεγάλος συγγραφέας. Η Παρνέ παρατηρεί ότι όταν κανείς είναι μεγάλος φιλόσοφος φαίνεται να έχει μια νοσταλγία για τη δημιουργία μυθοπλασίας, αλλά ο Ντελέζ λέει όχι, αυτό ούτε καν προκύπτει, είναι σαν να ρωτάς ένα ζωγράφο, γιατί δε δημιουργεί μουσική. Ο Ντελέζ παραδέχεται ότι θα μπορούσε κανείς να συλλάβει ένα φιλόσοφο που γράφει μυθιστορήματα` βέβαια, γιατί όχι; Ο Ντελέζ λέει πως δεν πιστεύει πως ο Σαρτρ ήταν μυθιστοριογράφος, παρόλο που προσπάθησε να γίνει και γενικότερα, ο Ντελέζ δεν μπορεί να σκεφτεί κάποιους πραγματικά μεγάλους φιλοσόφους, οι οποίοι να ήταν ταυτόχρονα και σημαντικοί μυθιστοριογράφοι. Αλλά από την άλλη πλευρά, ο Ντελέζ νιώθει ότι οι φιλόσοφοι έχουν δημιουργήσει χαρακτήρες,  κυρίως και κατ'εξοχήν ο Πλάτωνας` και σίγουρα ο Νίτσε, με το Ζαρατούστρα.  Άρα αυτές είναι διασταυρώσεις που συζητιούνται διαρκώς και ο Ντελέζ θεωρεί τη δημιουργία του Ζαρατούστρα τεράστια επιτυχία, τόσο πολιτικά όσο και λογοτεχνικά, όπως και τους χαρακτήρες του Πλάτωνα. Αυτά είναι σημεία για τα οποία κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν είναι έννοιες ή χαρακτήρες, και ίσως πρόκειται για τις πιο όμορφες στιγμές.
  Η Παρνέ αναφέρεται στην αγάπη του Ντελέζ για δευτερεύοντες λογοτεχνικούς συγγραφείς, όπως ο Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ και ο Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν, ρωτώντας για το αν πάντα καλλιεργούσε αυτή του την αγάπη. Εδώ, ο Ντελέζ καλύπτει το πρόσωπό του με το ένα χέρι, ενώ απαντά πως βρίσκει αληθινά αλλόκοτο το να αναφέρονται στον Βιλιέ ως δευτερεύοντα συγγραφέα <ο Ντελέζ γελάει>. Αν σκεφτείς αυτό το ερώτημα... <διακόπτει, σηκώνοντας τους ώμους του> Λέει πως υπάρχει κάτι αληθινά αισχρό, τελείως αισχρό... Θυμάται πως όταν ήταν αρκετά νέος, του άρεσε η ιδέα της ανάγνωσης του συνόλου του έργου, των απάντων ενός συγγραφέα. Ως αποτέλεσμα, δεν είχε μεγάλη αγάπη για τους δευτερεύοντες συγγραφείς, αν και ενίοτε η αγάπη του συνέπεφτε με αυτούς, αλλά για συγγραφείς που είχαν γράψει λίγα. Κάποια έργα είναι υπερβολικά τεράστια, κατακλυσμιαία για αυτόν, όπως του Ουγκώ, σε βαθμό που ο Ντελέζ ήταν έτοιμος να πει ότι ο Ουγκώ δεν ήταν ένας πολύ καλός συγγραφέας. Από την άλλη πλευρά, ο Ντελέζ ήξερε τα έργα του Πωλ- Λουί Κουριέ σχεδόν απ'έξω, εις βάθος. Άρα ο Ντελέζ παραδέχεται την προτίμησή του για τους αποκαλούμενους δευτερεύοντες συγγραφείς, παρόλο που ο Βιλιέ δεν είναι δευτερεύοντας συγγραφέας. Ο Ζουμπέρ ήταν επίσης ένας συγγραφέας που ήξερε εις βάθος` και ένας λόγος για τον οποίο ήξερε αυτούς τους συγγραφείς, παραδέχεται ότι μάλλον ήταν αισχρός: είχε γι 'αυτόν ένα ορισμένο κύρος το να είναι εξοικειωμένος με συγγραφείς οριακά γνωστούς... Αλλά αυτό ήταν ένα είδος μανίας, καταλήγει ο Ντελέζ και του πήρε αρκετά για να μάθει πόσο μεγάλος ήταν ο Ουγκώ και πως το μέγεθος του έργου δεν ήταν μέτρο.
  O Ντελέζ συνεχίζει στο ίδιο πνεύμα, συμφωνώντας πως στις λεγόμενες δευτερεύουσες λογοτεχνίες... Επιμένει ότι η ρωσική λογοτεχνία, για παράδειγμα, δεν περιορίζεται στον Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι, πως δεν μπορεί κανείς να αποκαλέσει τον Λέσκοφ δευτερεύοντα, μιας και υπάρχουν τόσα πολλά εκπληκτικά στον Λέσκοφ. Άρα αυτοί είναι μεγάλες διάνοιες. Μετά ο Ντελέζ λέει πως αισθάνεται πως δεν έχει να πει πολλά σε αυτό το σημείο για τους δευτερεύοντες συγγραφείς, αλλά αυτό για το οποίο είναι ευτυχής είναι για το ότι έχει προσπαθήσει να βρει σε οποιοδήποτε άγνωστο συγγραφέα κάτι που θα μπορούσε να του επιδείξει μια έννοια ή έναν αξιοσημείωτο χαρακτήρα. Αλλά ναι, λέει ο Ντελέζ` δεν έχει εμπλακεί σε καμιά συστηματική έρευνα <σ'αυτόν τον τομέα>.
  Η Παρνέ καταπιάνεται με αυτό αναφερόμενη ξανά στη δουλειά του για τον Προυστ, ως της μοναδικής ενδελεχούς εργασίας που αφιέρωσε ποτέ σε έναν μόνο συγγραφέα, παρόλο που η λογοτεχνία αποτελεί τέτοια αναφορά στη φιλοσοφία του. Οπότε η ίδια αναρωτιέται για το πως εκείνος δεν έχει αφιερώσει ένα ολόκληρο βιβλίο στη λογοτεχνία, ένα βιβλίο με σκέψεις <livre de pensée> για τη λογοτεχνία. Ο Ντελέζ λέει πως απλά δεν είχε το χρόνο, αλλά πως σκοπεύει να το κάνει. Η Παρνέ λέει πως αυτό τον έχει στοιχειώσει κι αυτός απαντά πως σκοπεύει να το κάνει γιατί το επιθυμεί. Η Παρνέ ρωτά για το αν θα είναι ένα βιβλίο κριτικής και ο Ντελέζ λέει πως αντί αυτού, θα είναι για το πρόβλημα του τι σημαίνει το γράψιμο, για τον ίδιο, στη λογοτεχνία. Λέει πως η Παρνέ γνωρίζει το σύνολο του ερευνητικού του προγράμματος, συνεπώς θα δουν αν έχει το χρόνο.
  Η τελευταία ερώτηση για το γράμμα Λ αναφέρεται στο γεγονός του ότι παρόλο που ο Ντελέζ διαβάζει πολλούς μεγάλους (κανονικούς) συγγραφείς, δεν μένει κανείς με την εντύπωση ότι διαβάζει πολλούς σύγχρονους συγγραφείς. Ο Ντελέζ λέει πως αντιλαμβάνεται τι εννοεί και πως μπορεί να απαντήσει γρήγορα: δεν είναι πως δεν του αρέσει να τους διαβάζει, είναι πως η λογοτεχνία είναι μια αληθινά εξειδικευμένη δραστηριότητα για την οποία θα πρέπει να έχει κανείς κατάρτιση <formation>, κάτι δύσκολο στη σύχρονη παραγωγή. Είναι ζήτημα γούστου, ακριβώς όπως οι άνθρωποι βρίσκουν νέους ζωγράφους` θα πρέπει να μάθει κανείς πως <να ζωγραφίζει>. Ο Ντελέζ λέει πως θαυμάζει πολύ ανθρώπους που πάνε σε γκαλερί και νιώθουν πως υπάρχει κάποιος που πραγματικά είναι ζωγράφος, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί, και εξηγεί το γιατί: του πήρε πέντε χρόνια, λέει, να καταλάβει -όχι τον Μπέκετ, αυτό έγινε κατευθείαν- αλλά τι είδους καινοτομία αντιπροσώπευε η γραφή του Ρομπ- Γκριγιέ. Ο Ντελέζ ισχυρίζεται πως έχει υπάρξει ένας εκ των ηλιθιοτέρων όταν μιλούσε για τον Ρομπ- Γκριγιέ στην αρχή.   Ο Ντελέζ δεν θεωρεί τον εαυτό του έναν εξερευνητή αυτού του πεδίου, ενώ στη φιλοσοφία είναι πιο σίγουρος γιατί είναι πιο ευαίσθητος όσον αφορά μια νέα ποιότητα και σε τι, από την άλλη πλευρά, είναι εντελώς τιποτένιο και περιττό. Στον τομέα του μυθιστορήματος, ο Ντελέζ λέει πως είναι αρκετά ευαίσθητος για να ξέρει τι έχει ήδη ειπωθεί και δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Όντως είχε μία ανακάλυψη με τον δικό του τρόπο, κάποιον που έκρινε πως ήταν ένας μεγάλος νέος μυθιστοριογράφος, ο Αρμάν Φαράτσι. [Στην "Εισαγωγή: Ρίζωμα" στo Mil Plateaux οι Ντελέζ και Γκουαταρί αναφέρονται στο βιβλίο του Φαράτσι La Dislocation, σαν ένα παράδειγμα (ανάμεσα σε αρκετά άλλα) ενός υποδείγματος νομαδικής και ριζωματικής γραφής.]
  Άρα, το ερώτημα που θέτει η Παρνέ, λέει ο Ντελέζ, είναι αρκετά συνετό, αλλά υποστηρίζει ότι δεν πρέπει κανείς να πιστέψει ότι, χωρίς εμπειρία, μπορεί να κρίνει ό,τι δημιουργείται. Αυτό που ο Ντελέζ προτιμά και αυτό που του φέρνει μεγάλη χαρά είναι όταν κάτι που ο ίδιος δημιουργεί έχει αντίκτυπο στο έργο ενός νεαρού ζωγράφου ή ενός νεαρού συγγραφέα. Μ'αυτόν τον τρόπο, ο Ντελέζ νιώθει ότι μπορεί να έχει κάποιου είδους επαφή με ό,τι συμβαίνει επί του παρόντος, με έναν άλλον τρόπο δημιουργίας. Ο Ντελέζ λέει πως η ανεπάρκειά του να κρίνει, αντισταθμίζεται με αυτές του τις συναντήσεις με ανθρώπους που απηχούν αυτό που εκείνος κάνει και αντίστροφα.
  Η Παρνέ λέει πως, για παράδειγμα, η ζωγραφική και ο κινηματογράφος ευνοούν αυτές τις συναντήσεις δεδομένου ότι εκείνος πηγαίνει σε γκαλερί και σε σινεμά, αλλά πως η ίδια αδυνατεί να τον φανταστεί να κάνει βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο και να κοιτάει βιβλία που βγήκαν μόλις τους προηγούμενους μήνες. Ο Ντελέζ λέει πως έχει δίκιο, αλλά πως αυτό συνδέεται με την ιδέα πως η λογοτεχνία δεν είναι πολύ ακμαία αυτή τη στιγμή, μια ιδέα που είναι προκατασκευασμένη στο μυαλό του, πως η λογοτεχνία είναι τόσο διεφθαρμένη από το σύστημα διανομής, των λογοτεχνικών βραβείων, που δεν αξίζει καν τον κόπο.


Πηγή


[i] Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί απόσπασμα από τη συνέντευξη του Ντελέζ στο γαλλικό τηλεοπτικό πρόγραμμα L'Abécédaire de Gilles Deleuze (Το αλφαβητάρι του Ζιλ Ντελέζ) που γυρίστηκε τα έτη 1988- 1989 σε παραγωγή Pierre- André Boutang, όπου κάθε εκπομπή αντιστοιχεί σε ένα γράμμα του γαλλικού αλφαβήτου. Η εκπομπή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο κανάλι Arte μετά το θάνατο του Ντελέζ το 1996, γιατί έτσι είχε συμφωνήσει ο ίδιος. Κι ένα άρθρο του Ντελέζ και τη λογοτεχνία: “Λογοτεχνία και ζωή” (μετάφρ.: Θοδωρής Χιώτης), Ποίηση (26), 2006.
[ii] Ζιλ Ντελέζ: Ο Προυστ και τα σημεία (μετάφρ.: Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλιέττα Ράλλη), εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1977
[iii] Για τη μετάφραση της λέξης percept ως παραστατό, συμβουλεύτηκα το Θεόδωρο Χιώτη.
[iv] Βλέπε και το κείμενο του Ντελέζ: “Bartleby, ou la formule”, 1989. Στα ελληνικά συμπεριλαμβάνεται ως επίμετρο στην έκδοση Μπάρτλμπυ ο γραφέας του Χέρμαν Μέλβιλ (μετάφρ.: Αθηνά Δημητριάδου), εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 2011.