Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Αυτού που δεν παντρεύεται, του Ρομπέρτο Αρλτ

(μετάφρ.: nathalie)




Εγώ θα είχα παντρευτεί. Πριν ναι, αλλά τώρα όχι. Ποιος είναι ο τολμηρός που παντρεύεται με όπως είναι τα πράγματα σήμερα;
Εδώ και οκτώ χρόνια είμαι αρραβωνιασμένος. Δε μου φαίνεται κακό, γιατί πριν κανείς παντρευτεί "πρέπει να γνωρίζεται" ή να γνωρίζει τον άλλο, για να το πούμε καλύτερα, μιας που το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του δεν έχει σημασία και να γνωρίζει τον άλλο, για να τον πειράζει, αυτό ναι, μετράει.
Η πεθερά μου ή, μάλλον, η μέλλουσα πεθερά μου, με κοιτά και γρυλίζει κάθε φορά που με βλέπει. Κι αν δεν της χαμογελάσω μου δείχνει τα δόντια της σαν τσοπανόσκυλο. Όταν έχει καλή διάθεση, αυτό που κάνει είναι να αρνείται να με χαιρετίσει ή να μην ξεχωρίζει το χέρι που της τείνω για να την χαιρετίσω κι αυτό για να δω ότι δεν την ενδιαφέρει, έχει ένα βλέμμα πολύ απότομο.
Στα δυο χρόνια που είμαστε αρραβωνιασμένοι, τόσο "αυτή" όσο κι εγώ, θυμόμαστε πως για να παντρευτείς χρειάζεσαι εργασία κι αν όχι εργασία, τουλάχιστον να εργάζεσαι με δικά σου ή με ξένα κεφάλαια. Ξεκίνησα να ψάχνω εργασία. Μπορείτε να υπολογίσετε την αναζήτηση εργασίας κατά μέσο όρο σε δύο χρόνια. Αν έχετε τύχη, τοποθετήστε στον ενάμιση χρόνο κι αν αυτή πάει στο διάολο, ποτέ. Μέσα σε όλα, η αρραβωνιαστικιά μου και η μητέρα της ήταν στα μαχαίρια. Είναι παράξενο: η μία, εναντίον σας και η άλλη υπέρ σας, πάντα τείνουν στο ίδιο. H αρραβωνιαστικιά μου μού έλεγε:
- Έχεις δίκιο, αλλά πότε θα παντρευτούμε, αγαπημένε;
Η πεθερά μου, αντιθέτως:
- Εσείς δεν έχετε λόγο να διαμαρτύρεστε` επομένως, να μου κάνετε τη χάρη να μου πείτε πότε μπορείτε να παντρευτείτε.
Εγώ, κοιτούσα. Είναι απίστευτα περίεργο το βλέμμα του άντρα που βρίσκεται ανάμεσα σε μια μανία ευγενική και σε μια οργισμένη. Μπορώ να σκεφτώ πως ο Καρλίτος Τσάπλιν γεννήθηκε από τη διασταύρωση δύο τέτοιων βλεμμάτων. Θα ήταν καθισμένος σ' ένα παγκάκι, η πεθερά από τη μια πλευρά τον κοιτούσε με φοβία, αλλά από την άλλη η αρραβωνιαστικιά με πάθος, και γεννήθηκε ο Τσαρλς, με το οδυνηρό, στραβό του χαμόγελο.
Είπα στην πεθερά μου (για μένα μια μελλοντική πεθερά βρίσκεται στη χειρότερή της φάση κατά τη διάρκεια του αρραβώνα), χαμογελώντας με μελαγχολία και παραίτηση, πως όταν καταφέρω να βρω εργασία θα παντρευτώ και μια μέρα καταφέρνω μια θέση, τι θέση...! εκατόν πενήντα πέσος!
Το να παντρευτείς με εκατόν πενήντα πέσος δε σημαίνει τίποτα λιγότερο από το να βάζεις ένα σκοινί στο λαιμό σου. Όπως θα μου αναγνωρίσετε απολύτως λογικά, ανέβαλα το γάμο μέχρι να με προάγουν. Η αρραβωνιαστικιά μου κούνησε το κεφάλι δεχόμενη τους συλλογισμούς μου (όταν είναι αρραβωνιαστικές, οι γυναίκες περνούν ένα περίεργο φαινόμενο, δέχονται όλους τους συλλογισμούς` όταν παντρεύονται το φαινόμενο αντιστρέφεται, είμαστε οι άντρες αυτοί που πρέπει να δεχόμαστε τους συλλογισμούς τους). Αυτή δέχτηκε κι εγώ με υπερηφάνεια επιβεβαίωσα πως η αρραβωνιαστικιά μου ήταν έξυπνη.
Με προήγαγαν στα διακόσια πέσος. Το σίγουρο είναι πως διακόσια πέσος είναι περισσότερα από εκατόν πενήντα, αλλά τη μέρα που με προήγαγαν ανακάλυψα πως με λίγη υπομονή μπορούσες να περιμένεις άλλη μια προαγωγή και πέρασαν δυο χρόνια. Η αρραβωνιαστικιά μου πήρε το πρόσωπο της "αδιάφορης" και τότε με μια αξιοπρεπή κίνηση ήρωα έκανε τους λογαριασμούς. Λογαριασμούς. Καθαρούς και πιο μεγάλους και από τους ελληνικούς λογαριασμούς, που, απ' ότι μου έχουν πει, ήταν ατέλειωτοι. Της υπέδειξα με το μολύβι στο ένα χέρι, τον κατάλογο των επίπλων στο άλλο κι έναν προϋπολογισμό της Λομβαρδίας πάνω στο τραπέζι, πως ήταν αδύνατο ένα παντρολόγημα χωρίς ένα ελάχιστο μισθό τριακοσίων πέσος, τουλάχιστον διακοσίων πενήντα. Για να παντρεύεσαι με διακόσια πενήντα θα έπρεπε να καλέσεις τους φίλους με σφιγμένα δόντια.
Η μελλοντική πεθερά μου, έσταζε φαρμάκι. Οι ορμές της είχαν ένα πνευματικό ρυθμό εξαιρετικά περίεργο, διότι κυμαίνονταν ανάμεσα στη σύνθετη ανθρωποκτονία και στην απλή δολοφονία. Την ίδια ώρα που μου χαμογελούσε με το σαγόνι, μου έδινε λαβωματιές με τα μάτια. Εγώ την κοιτούσα με την τρυφερή ματιά ενός κοινού μεθυσμένου που περιμένει "να πεθάνει για το ιδανικό του". Η αρραβωνιαστικιά μου, η καημενούλα, έγερνε το κεφάλι της, διαλογιζόμενη τις εσωτερικές μάχες, τούτες τις αληθινές μάχες απαγορευμένων εννοιών που το σκάνε, όταν το θύμα απουσιάζει.
Στο τέλος κέρδισε το κριτήριο της αύξησης. Η πεθερά μου ήταν μια βδομάδα που πέθαινε και δεν πέθαινε` έπειτα αποφάσισε να μαρτυρήσει για άλλη μια φορά τους πλησίον της και δεν πέθανε. Αντιθέτως, έμοιαζε είκοσι χρόνια νεότερη απ' όταν τη γνώρισα. Εκδήλωσε την επιθυμία να κάνει ένα τριανταετές συμβόλαιο για το σπίτι που κατείχε, πρόταση που με φρίκαρε. Είπε κάτι μέσα από τα δόντια της που μου ακούστηκε κάπως έτσι: "Θα σας φέρω λουλούδια". Φαντάζομαι πως η ιδιοτροπία της να μου φέρει λουλούδια δεν έφτανε μέχρι την Τσακαρίτα. Εν τέλει, η μελλοντική πεθερά μου αποκάλυψε καταφανώς την πρόθεσή της να ζήσει μέχρι τη μέρα που θα μου έκαναν αύξηση στο μισθό χίλια πέσος.
Έφτασε η άλλη αύξηση. Δηλαδή, η αύξηση των εβδομήντα πέντε πέσος.
Η πεθερά μου, μου είπε μ' έναν τόνο που θα μπορούσε να εκλάβει κανείς ως ειρωνικό, αν δεν ήταν επιθετικός και απειλητικός:
- Υποθέτω πως δεν θα έχετε πρόθεση να περιμένετε άλλη αύξηση.
Κι όταν πήγα να της απαντήσω, ξέσπασε η επανάσταση.
Το να παντρευτείς υπό ένα επαναστατικό καθεστώς θα ήταν η απόδειξη πως είσαι τρελός. Ή τουλάχιστον πως σου έχουν λασκάρει οι βίδες.
Εγώ δεν παντρεύομαι. Σήμερα της το είπα:
- Όχι, κυρία μου, δεν παντρεύομαι. Ελπίζουμε πως η κυβέρνηση θα καλέσει σε εκλογές και πως θα καταλήξει στο αν θα γίνει αναθεώρηση του συντάγματος ή όχι. Μόλις συγκροτηθεί το Κογκρέσο και όλοι οι θεσμοί κινούνται ως οφείλουν, δε θα θέσω καμία δυσκολία στην τήρηση της δεσμεύσεώς μου. Αλλά μέχρις ότου η Προσωρινή Κυβέρνηση παραδώσει την εξουσία στον Κυρίαρχο Λαό, δεν θα παραδώσω και την ελευθερία μου. Εκτός αυτού, μπορεί να με απολύσουν.


Aguafuertes porteñas. Buenos Aires, Futuro, 1950

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου