Φοιτητές, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(Μετάφραση: nathalie)

*σημείωση: στα ιταλικά η λέξη studenti περιγράφει τόσο το φοιτητή, όσο και το μελετητή. Ομοίως και η λέξη estudiante για τα ισπανικά. Στα ελληνικά, λόγω της διάκρισης των δύο εννοιών, έχω επιλέξει, πότε θα αποδώσω τη λέξη με τη μία ή την άλλη έννοια.




Έχουν περάσει εκατό χρόνια από τότε που ο Μπένγιαμιν, σ’ ένα αξιομνημόνευτο δοκίμιό του, κατήγγειλε την πνευματική αθλιότητα της ζωής των Βερολινέζων φοιτητών κι ακριβώς μισός αιώνας από τότε που μια ανώνυμη μπροσούρα, που εκδόθηκε στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, διατύπωνε το θέμα της στον τίτλο «Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων. Θεωρημένη από οικονομική, πολιτική, ψυχολογική, σεξουαλική και κυρίως διανοητική άποψη». Έκτοτε, η ανελέητη διάγνωση, όχι μόνο δεν έχει χάσει την επιρροή της, μα μπορούμε να πούμε, χωρίς υπερβολή, πως η φτώχεια –οικονομική και πνευματική- της συνθήκης του φοιτητή, έχει αυξηθεί σ’ ένα ανεξέλεγκτο μέτρο. Κι αυτή η υποβάθμιση είναι, για έναν οξυδερκή παρατηρητή, ακόμη πιο προφανής, όσο κι αν προσπαθεί να κρυφτεί, μέσω της διαμόρφωσης ενός ad hoc λεξιλογίου, που βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτό της επιχείρησης και της ορολογίας της νομενκλατούρας του επιστημονικού εργαστηρίου.
Μια ένδειξη αυτής της ορολογικής απάτης είναι η αντικατάσταση, σε όλους τους τομείς, από τη λέξη «έρευνα» [ricerca], εκείνης που μοιάζει σαφώς λιγότερου κύρους, της «μελέτης». Και η αντικατάσταση είναι τόσο ολική που μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν η λέξη, πρακτικά εξαφανισμένη από τα ακαδημαϊκά έγγραφα, τελικά θα εξαλειφθεί από τη διατύπωση, που τώρα ακούγεται σαν ιστορικό κατάλοιπο, «Πανεπιστήμιο Μελετών». Θα προσπαθήσουμε, αντιθέτως, να δείξουμε πως η μελέτη όχι μόνο είναι, από κάθε άποψη, ένα υπόδειγμα γνώσης ανώτερο απ' αυτό της έρευνας, μα πως, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, το επιστημολογικό κύρος που της αξίζει είναι πολύ λιγότερο αντιφατικό από αυτό της διδασκαλίας και της έρευνας.
Και μόνο από τον όρο «έρευνα» γίνονται ιδιαίτερα εμφανή τα μειονεκτήματα που απορρέουν από την απερίσκεπτη μεταφορά μιας έννοιας από τη σφαίρα των φυσικών επιστημών στις ανθρωπιστικές. Ο όρος αναφέρεται, πράγματι, στα δύο πεδία με εντελώς διαφορετικές οπτικές γωνίες, δομές και μεθοδολογίες. Η έρευνα στις φυσικές επιστήμες συνεπάγεται, καταρχάς, τη χρήση τόσο περίπλοκου και δαπανηρού εξοπλισμού που δεν νοείται ένας μόνο ερευνητής να μπορεί να την πραγματοποιήσει μόνος του` συνεπάγεται επίσης κατευθύνσεις, οδηγίες, ερευνητικά προγράμματα που προκύπτουν από τη συμβολή αντικειμενικών αναγκών- για παράδειγμα, η συνεχής ανάπτυξη μιας νέας τεχνολογίας, η εξάπλωση του καρκίνου ή οι στρατιωτικές απαιτήσεις- και τα αντίστοιχα συμφέροντα της πληροφορικής, της χημικής ή πολεμικής βιομηχανίας. Τίποτα συγκρίσιμο δε συμβαίνει στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Εδώ, ο «ερευνητής» -που θα μπορούσαμε να κληθεί, ακριβέστερα, «μελετητής»- χρειάζεται μόνο βιβλιοθήκες και αρχεία, η πρόσβαση στα οποία είναι, γενικά, εύκολη κι ελεύθερη (όταν απαιτείται ένα τέλος εισόδου, αυτό είναι γελοίο). Με αυτή την έννοια, οι επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες για την ανεπάρκεια κονδυλίων για την έρευνα (όντως πενιχρά) είναι αβάσιμες. Τα ζητούμενα κονδύλια χρησιμοποιούνται, πράγματι, όχι για την έρευνα με την αυστηρή έννοια, αλλά για τη συμμετοχή σε συνέδρια και ομιλίες, που εκ φύσεως δεν έχουν τίποτα κοινό με τα ομόλογά τους στις φυσικές επιστήμες: ενώ σε αυτές γίνεται η προσπάθεια να κοινωνηθούν οι πιο επείγουσες καινοτομίες όχι μόνο στη θεωρία, μα επίσης, και πάνω απ’ όλα, στην πειραματική εξακρίβωση, τίποτα τέτοιο δεν μπορεί να λάβει χώρα στις ανθρωπιστικές, στις οποίες η ερμηνεία ενός αποσπάσματος του Πλωτίνου ή του Λεοπάρντι δε συνδέεται με καμία ιδιαίτερη έκτακτη ανάγκη. Από αυτές τις δομικές διαφορές προκύπτει, επίσης, πως ενώ στις φυσικές επιστήμες οι πιο προηγμένες έρευνες πραγματοποιούνται, κατά κανόνα, από επιστημονικές ομάδες που δουλεύουν από κοινού, στις ανθρωπιστικές επιστήμες τα πιο καινοτόμα αποτελέσματα λαμβάνονται από μοναχικούς μελετητές, που περνούν το χρόνο τους στις βιβλιοθήκες και που δεν τους αρέσει να συμμετέχουν σε συνέδρια.
Αν αυτή η ουσιώδης ετερογένεια των δύο κλάδων συνιστά τη διατήρηση του όρου έρευνα για τις φυσικές επιστήμες, άλλα επιχειρήματα προτείνουν την αποκατάστασή του, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, από τη μελέτη, που για αιώνες τις έχει χαρακτηρίσει. Σε αντίθεση με τον όρο «έρευνα», που αναφέρεται σε μια περιστροφή σε κύκλο, δίχως όμως να έχει βρεθεί το ζητούμενο αντικείμενό της (circare), η μελέτη, που ετυμολογικά σημαίνει τον ακραίο βαθμό μιας επιθυμίας (studium), πάντοτε έβρισκε το αντικείμενό της. Στις ανθρωπιστικές επιστήμες, η έρευνα είναι μόνο μια προσωρινή φάση της μελέτης, που παύει, άπαξ και προσδιοριστεί το θέμα της. Η μελέτη είναι, εν τούτοις, μια μόνιμη συνθήκη. Μπορεί, όντως, να ορίσει πως θα μελετήσει το σημείο στο οποίο μια επιθυμία για γνώση φθάνει στη μέγιστη έντασή του και μετατρέπεται σε μια μορφή ζωής: τη ζωή του φοιτητή –καλύτερα, του μελετητή. Για να -αντίθετα με αυτό που υπονοείται στην ακαδημαϊκή ορολογία, όπου ο μελετητής έχει χαμηλότερη κατάταξη από τον ερευνητή- είναι η μελέτη ένα παράδειγμα ιεραρχικά ανώτερης γνώσης από την έρευνα, με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να επιτύχει το στόχο της αν δεν παρακινείται από μια επιθυμία και, μια φορά εκεί, δεν μπορεί παρά να συμβιώσει επιμελώς μ’ αυτήν, μετατρέπεται σε μελέτη.
Μπορεί να αντιτείνει κανείς σε αυτές τις σκέψεις, πως, μολονότι η έρευνα πάντα επικεντρωνόταν σε μια συγκεκριμένη χρησιμότητα, δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για τη μελέτη, που, εφόσον είναι μια μόνιμη συνθήκη και σχεδόν μια μορφή ζωής, δύσκολα μπορεί να αξιώσει άμεση χρησιμότητα. Εδώ πρέπει να ανακαλεστεί ο κοινός τόπος, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες ορίζονται από τη χρησιμότητά τους. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα εμφανώς πιο περιττά,  σήμερα εγγράφονται σ’ ένα ωφελιμιστικό παράδειγμα, επανακωδικοποιώντας ως ανάγκες, ανθρώπινες δραστηριότητες που γίνονταν πάντα για αγνή διασκέδαση. Θα πρέπει, πράγματι, να καταστεί σαφές, πως σε μια κοινωνία κυριαρχούμενη από τη χρησιμότητα, τα άχρηστα πράγματα μετατρέπονται σ’ ένα αγαθό προς διαφύλαξη. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει η μελέτη. Η συνθήκη του φοιτητή είναι πράγματι, για πολλούς, η μόνη ευκαιρία να ζήσει κανείς την εμπειρία, όλο και σπανιότερη σήμερα, μιας ζωής απαλλαγμένης από ωφελιμιστικούς σκοπούς. Γι’ αυτό, η μετατροπή των ανθρωπιστικών ιδρυμάτων σε επαγγελματικές σχολές συνιστά, για τους φοιτητές, μια κοροϊδία και μια συμφορά: μια κοροϊδία, γιατί δεν υπάρχει, ούτε πρόκειται να υπάρξει ένα επάγγελμα που ν’ αντιστοιχεί στη μελέτη (και δεν είναι, σίγουρα, η κάθε φορά ισχνότερη και ανυπόληπτη διδασκαλία)` μια συμφορά, γιατί στερεί τους φοιτητές απ' αυτό που συνιστούσε μια αληθινή αίσθηση της κατάστασής τους, επιτρέποντας, πριν ακόμη αιχμαλωτιστούν από την αγορά εργασίας, ζωή και σκέψη, ενωμένες στη μελέτη, να διαχωριστούν μεταξύ τους αμετάκλητα.

Μάϊος 2017



Σχόλια