Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Αγκάμπεν, μια ωραία αδυνατότητα

Συνάντηση με τον Ιταλό στοχαστή. Φιλοσοφία και ποίηση. Η ανακάλυψη της Σιμόν Βέιλ και του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η φιλία του με τον Ίταλο Καλβίνο, την Έλσα Μοράντε και τον Πιερ Πάολο Παζολίνι.
του ANTONIO GNOLI (μεταφρ.: Nathalie ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ/ΤΗΣ R. García Azcárate)
Ο ξεχωριστός Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν, συγγραφέας του σύγχρονου κλασικού Homo Sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή φωτογραφημένος κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στους δρόμους της Βενετίας.
Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έχει γράψει ένα βιβλίο εξαίσιο. Τα βιβλία του είναι πάντα περιεκτικά, πρωτότυπα και απρόβλεπτα, όπως αυτό που πρόσφατα αφιέρωσε στο πρόσωπο του Πουλτσινέλα. Στρέφουν το βλέμμα στο μακρινό παρελθόν. Είναι ο μόνος τρόπος να εντείνει το παρόν.
Εξετάζουμε αυτό το τελευταίο έργο, Che cos’è la filosofia? (Τι είναι η φιλοσοφία;[i]που απομονώνει ένα ερώτημα προφανώς ολοφάνερο. «Έχω την πεποίθηση- λέει ο Αγκάμπεν- πως η φιλοσοφία δεν είναι ένας κλάδος του οποίου το αντικείμενο και τα όρια είναι δυνατό να οριστούν (όπως προσπάθησε να το κάνει ο Ντελέζ) ή, όπως συμβαίνει στα πανεπιστήμια, να αξιώνει κανείς ότι ιχνογραφεί μια γραμμική ή ακόμη και προοδευτική ιστορία. Η φιλοσοφία δεν είναι μια ουσία αλλά μια δύναμη που ξαφνικά μπορεί να αφυπνίσει κάθε πεδίο: την τέχνη, τη θρησκεία, την οικονομία, την ποίηση, την επιθυμία, την αγάπη, συμπεριλαμβανομένης της πλήξης. Μοιάζει περισσότερο με πράγματα όπως ο αέρας ή τα σύννεφα ή μία τρικυμία: όπως αυτά, δημιουργείται απροσδόκητα, αναταράζει, μεταβάλλει και επιπλέον καταστρέφει τον τόπο στον οποίο παράγεται, αλλά εξίσου απροσδόκητα περνά και χάνεται».

–Προτείνετε μια ευμετάβλητη εικόνα της φιλοσοφίας.
–Έχω τη συνήθεια να χωρίζω τον τομέα της εμπειρίας σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις ουσίες και τη δύναμη. Από μία ουσία μπορούν να καθοριστούν τα όρια, να οριστούν τα θέματα και το αντικείμενο, να σχεδιαστεί η χαρτογραφία` η δύναμη, αντίθετα, δεν έχει ένα δικό της χώρο.
–Αυτό μπορεί να επαληθευτεί σε όλα;
–Η φιλοσοφία, η σκέψη, με αυτή την έννοια, είναι μια δύναμη που μπορεί να έχει την τάση να αφυπνίσει και να διατρέξει οποιονδήποτε τομέα. Μοιράζεται με την πολιτική αυτή την ποιότητα της έντασης. Η πολιτική επίσης είναι μια δύναμη. Ούτε η πολιτική, αντίθετα με ότι θεωρούν οι πολιτικοί επιστήμονες, έχει ένα δικό της χώρο: όπως είναι προφανές όχι μόνο στην πρόσφατη ιστορία, απροσδόκητα η θρησκεία, η οικονομία, συμπεριλαμβανομένης της αισθητικής μπορούν να αποκτήσουν μια αποφασιστική πολιτική ένταση, να καταστούν σε καταστάσεις εχθρότητας και πολέμου.  Είναι αυτονόητο πως οι δυνάμεις είναι πιο ενδιαφέρουσες από τις ουσίες. Αν οι ουσίες και οι κλάδοι –όπως η ζωή, από την άλλη πλευρά- παραμένουν αδρανείς, αν δεν επιτευχθεί μια ορισμένη ένταση, υποβαθμίζονται σε γραφειοκρατικές πρακτικές.
–Ένα αντίδοτο ενάντια στην παρακμή της γραφειοκρατικής πρακτικής μπορεί να είναι η ποίηση. Έχετε επαναλάβει συχνά τη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης, που ο ίδιος ο Χάιντεγκερ τοποθετεί στο κέντρο της σκέψης του. Από τι αποτελείται αυτή η σχέση;
–Πάντα σκεφτόμουν πως φιλοσοφία και ποίηση δεν είναι δύο ουσίες διαχωρισμένες, αλλά δυο δυνάμεις που εντείνουν τη μοναδική γλώσσα σε δυο αντίθετες κατευθύνσεις: τον καθαρό λόγο και τον καθαρό ήχο. Δεν υπάρχει ποίηση χωρίς σκέψη, όπως δεν υπάρχει σκέψη χωρίς μια ποιητική στιγμή. Υπό αυτήν την έννοια, οι Χαίλντερλιν και Καπρόνι είναι φιλόσοφοι, όπως και ορισμένη πρόζα του Πλάτωνα ή του Μπένγιαμιν είναι ατόφια ποίηση. Αν χωρίζονταν δραματικά σε δύο τομείς, εγώ ο ίδιος δεν θα ήξερα σε ποια πλευρά να με τοποθετήσω.
–Στο ακαδημαϊκό βιογραφικό σας υπάρχει ένα πτυχίο στη νομολογία, αλλά με μια διατριβή αρκετά απίθανη, αφιερωμένη στη Σιμόν Βέιλ. Πώς γεννήθηκε αυτή η επιλογή;
–Ανακάλυψα τη Σιμόν Βέιλ στο Παρίσι το 1963 ή 64 αγοράζοντας τυχαία την πρώτη έκδοση από τα Cahiers (Ημερολόγια) στο βιβλιοπωλείο Tschann του Μονπαρνάς. Έμεινα τόσο έκθαμβος που μόλις επέστρεψα στη Ρώμη τα διάβασα στην Έλσα Μοράντε, που έμεινε εξίσου γοητευμένη. Αμέσως αποφάσισα πως θα αφιέρωνα τη διατριβή μου στο διδακτορικό μου πάνω στη φιλοσοφία του δικαίου, στην πολιτική σκέψη της Βέιλ.
Τι σας επηρέασε από αυτήν τη σκέψη;
–Με έναν συγκεκριμένο τρόπο η κριτική των εννοιών του προσώπου και του δικαίου που η Βέιλ αναπτύσσει στο La Personne et le sacre (Το πρόσωπο και το ιερό). Από αυτήν την κριτική ήταν που διάβασα το δοκίμιο του Μαρσέλ Μος πάνω στην έννοια του προσώπου[i] και μου εμφανίστηκε καθαρά η στενή σχέση που κατορθώνει το νομικό πρόσωπο με τη θεατρική και στη συνέχεια με τη θεολογική μάσκα του μοντέρνου ατόμου. Ίσως η κριτική του δικαίου από τον πρώτο τόμο του Homo sacer, που ποτέ δεν εγκατέλειψα, να έχει την πρώτη της ρίζα στο δοκίμιο της Βέιλ. 
–Άλλη ρίζα στην κατασκευή της σκέψης σας έχει υπάρξει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν.
–Στη ζωή υπάρχουν γεγονότα και συναντήσεις που είναι υπερβολικά μεγάλα για να μπορέσεις να τα αφομοιώσεις με την πρώτη. Για να το πω αλλιώς, δε σταματούν να σε συνοδεύουν. Οι συναντήσεις με τον Μπένγιαμιν –όπως και οι συναντήσεις με τον Χάιντεγκερ στη Λε Τορ– είναι αυτού του τύπου. Έτσι όπως οι θεολόγοι λένε πως ο Θεός συνεχίζει να δημιουργεί τον κόσμο κάθε λεπτό, αυτές οι συναντήσεις πάντα είναι σε εξέλιξη. Το χρέος που έχω στον Μπένγιαμιν είναι ανυπολόγιστο.
– Το “χρέος” είναι μια έντονη λέξη.
Αρκεί εδώ να επισημάνω ένα πρόβλημα της μεθόδου. Αυτός είναι εκείνος που μου δίδαξε να αποσπώ με τη βία, από ένα ιστορικό πλαίσιο προφανώς μακρινό, ένα ορισμένο φαινόμενο για να του επιστρέψω τη ζωή και να το κάνω να λειτουργεί στο παρόν. Δίχως αυτό, οι εισβολές μου σε πεδία τόσο διαφορετικά όπως η θεολογία και το δίκαιο, η πολιτική και η λογοτεχνία, δεν θα ήταν εφικτές. Όταν πλησιάζεις με τέτοια ένταση έναν συγγραφέα παράγονται φαινόμενα σχεδόν μαγικά, μα που είναι απλώς αποτέλεσμα αυτής της οικειότητας. Έτσι μου συνέβη με τα χειρόγραφα του Μπένγιαμιν, πρώτα στη Ρώμη στο σπίτι ενός φίλου από τη νιότη του και στη συνέχεια στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού.
–Τα τελευταία χρόνια έχει τονιστεί η αναφορά σας στη «βιοπολιτική». Πρόκειται για μια έννοια για την οποία οφείλετε πολλά στο Μισέλ Φουκώ;
–Σαφώς. Αλλά εξίσου σημαντικό για εμένα έχει υπάρξει το ζήτημα της μεθόδου στο Φουκώ, δηλαδή, η αρχαιολογία. Είμαι πεπεισμένος πως η μόνη οδός πρόσβασης στο σήμερα είναι η έρευνα του παρελθόντος, η αρχαιολογία. Υπό τον όρο να διευκρινήσουμε, όπως το κάνει ο Φουκώ, πως οι αρχαιολογικές έρευνες δεν είναι κάτι παραπάνω από τη σκιά που το ερώτημα του παρόντος προβάλει πάνω στο παρελθόν. Στην περίπτωσή μου αυτή η σκιά έχει συχνότητα μεγαλύτερη από αυτή που επεδίωκε ο Φουκώ και περιλαμβάνει πεδία, όπως η θεολογία και το δίκαιο, τα οποία ο Φουκώ πλησίασε ελάχιστα. Τα αποτελέσματα των ερευνών μου μπορούν φυσικά να αμφισβητηθούν, αλλά ελπίζω πως τουλάχιστον οι καθαρά αρχαιολογικές αναζητήσεις που έχω φέρει εις πέρας στα  Κατάσταση εξαίρεσης, Il regno e la gloria (Το βασίλειο και η δόξα) ή στο βιβλίο σχετικά με τον όρκο[iii] να βοηθήσουν να καταλάβουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.  
–Έτερος στοχαστής που συνεισέφερε στο να καταλάβουμε την εποχή στην οποία ζούμε είναι ο Γκυ Ντεμπόρ με την Κοινωνία του Θεάματος, που μέχρι σήμερα μας βοηθά να αντιληφθούμε το παρόν μας.
–Με τον Γκυ γίναμε φίλοι στα τέλη του ’80. Θυμάμαι, κατά τη διάρκεια των συζητήσεών μας, την ανακούφισή μου βλέποντας πως το μυαλό του ήταν απόλυτα απελευθερωμένο από ιδεολογικές προκαταλήψεις που είχαν εγγυηθεί την τύχη των κινημάτων. Το ’68 και κατά τα επόμενα έτη οι φίλοι του κινήματος με τους οποίους εγώ σύχναζα, δήλωναν χωρίς δισταγμό ή ντροπή και με μια πλήρη παραίτηση από την ικανότητα του να σκέφτονται, “μαοϊκοί”, “τροτσκιστές” και άλλα. Ο Γκυ και εγώ είχαμε επιτύχει μια παρόμοια διαύγεια, αυτός μέσω της παράδοσης των καλλιτεχνικών πρωτοποριών από την οποία προερχόταν, εγώ από την ποίηση και τη φιλοσοφία.
–Ο Ντεμπόρ έλεγε για τον εαυτό του: «Δεν είμαι φιλόσοφος, είμαι στρατηγός». Τι επιχειρούσε κατά τη γνώμη σας;
–Παρά τον ισχυρισμό που αναφέρεις, δεν πιστεύω να υπήρχε σε αυτόν κάποια σύγκρουση μεταξύ του φιλοσόφου και του στρατηγού. Η φιλοσοφία υπονοεί πάντα ένα πρόβλημα στρατηγικής, διότι, ακόμα κι αν αναζητά το αιώνιο, μπορεί να το κάνει μόνο μέσα από μία σύγκριση με τον καιρό της.
–Τα χρόνια που ζήσατε στο Παρίσι βλέπατε πολύ τον Ίταλο Καλβίνο. Πώς ήταν η σχέση μαζί του, με τις λαμπρές γεωμετρίες του;
–Δίπλα στο όνομα του Καλβίνο θα έπρεπε να βάλετε αυτό του Κλαούντιο Ρουγκαφιόρι, τον οποίο, με τον Ίταλο, έβλεπα πολύ εκείνα τα χρόνια, διότι δουλεύαμε μαζί το προσχέδιο για ένα περιοδικό που ποτέ δεν έφτασε στο λιμάνι. Η προσπάθεια ήταν να ορίσουμε αυτές που μετασύ μας αποκαλούσαμε «ιταλικές κατηγορίες», τα ζεύγη εννοιών μέσω των οποίων ψάχναμε να ορίσουμε τις φέρουσες δομές της ιταλικής κουλτούρας: “αρχιτεκτονική/αοριστία”, “τραγωδία/κωμωδία”, “ταχύτητα/ελαφρότητα”` αυτό το τελευταίο μπορείτε το ξανασυναντήσετε κατά λέξη στις Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία του Ίταλο. Με ενθουσίαζε ο τρόπος με τον οποίο δούλευε το μυαλό του Ίταλο με αυτό του Κλαούντιο. 
–Τι σας γοήτευε σε αυτούς;
–Το γεγονός πως υπήρξαν δύο μορφές ενός τρόπου σκέψης καθαρά αναλογικού, που αντιλαμβάνονταν ομοιότητες και αντιστοιχίες εκεί που κανείς άλλος δε θα ήξερε να τις βρει. Η αναλογία είναι μια μορφή γνώσης που ο πολιτισμός μας τη μετατοπίζει όλο και περισσότερο προς το περιθώριο. Όσον αφορά την ιδέα ενός γεωμετρικού και επιστημονικού Καλβίνο, πιστεύω πως είναι σωστή. Η δική του ήταν, αρχικά, μια εκπληκτική μορφή αναλογικής φαντασίας, ενός φυσιογνωμικού ενστίκτου που του επέτρεπε να ξανασχεδιάσει κάθε φορά τη γεωγραφία της λογοτεχνικής γνώσης.
–Επισημάνατε στην αρχή τη φιλία σας με την Έλσα Μοράντε. Πώς ήταν η σχέση με μια γυναίκα ενός τόσο σύνθετου χαρακτήρα;
–Η συνάντηση και η φιλία με την Έλσα έχουν υπάρξει αποφασιστικές για εμένα, με όλη τη σημασία της λέξης. Μια φορά ο Καλβίνο μου είπε πως ήταν εφικτό να πλησιάσει κανείς την Έλσα μέσω κάποιας λατρείας. Μπορεί να είναι προφανές, αλλά να διευκρινήσουμε πως το αντικείμενο της λατρείας δεν ήταν η Έλσα, αλλά εκείνοι –από το Ρεμπώ στη Σιμόν Βέιλ, από το Μότσαρτ στο Σπινόζα- τους οποίους αυτή αναγνώριζε και την ευχαριστούσε να μοιράζεται με φίλους. Σε αυτό η Έλσα ήταν σοβαρή, αγρίως σοβαρή, και πιστεύω πως μετέδωσε στον αδιάλλακτο νεαρό που ήμουν λίγο από το πάθος της για την ποίηση και την αλήθεια. Κι από τότε σκέφτομαι πως δεν μπορούν να ιχνογραφηθούν ξεκάθαρα όρια μεταξύ της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας.
–Ξέρω πως μέσω της Μοράντε γνωρίσατε τον Παζολίνι. Ανάμεσα σε άλλα πράγματα συμμετείχατε με ένα σύντομο αλλά όμορφο ρόλο στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιό του. Τι ανάμνηση έχετε από εκείνη την εμπειρία στο σετ;
–Από το Ευαγγέλιο... θυμάμαι την ταχύτητα: ο Παζολίνι σχεδόν ποτέ δεν επαναλάμβανε μία σκηνή και κάθε ένας πήγαινε όπου έκρινε. Πιστεύω πως αυτό έδινε στο σινεμά του εκείνη τη φυσικότητα που ποτέ δεν επεδίωκε να είναι ρεαλιστική. Η μοναδική μεγάλη παύση κατά τη διάρκεια του γυρίσματος ήταν δικό μου φταίξιμο: στον Τελευταίο Δείπνο βρέθηκα μπροστά στο τραπέζι με τεράστια καρβέλια φουσκωμένα από τη μαγιά κι έπρεπε να θυμίσω στον Πιερ Πάολο πως για το εβραϊκό Πάσχα το ψωμί έπρεπε να’ναι άζυμο.
–Επίσης αναφέρετε τη σχέση σας με τον Χάιντεγκερ και τα σεμινάρια που πραγματοποιήσατε μαζί του στην περιοχή της Λε Τορ το 1966 και στη συνέχεια το 1968. Τι σας έχει μείνει από εκείνες τις συναντήσεις;
–Οι συναντήσεις με τον Χάιντεγκερ, όπως και οι συναντήσεις με τον Μπένγιαμιν, δεν τέλειωσαν ποτέ. Στη μνήμη μου είναι αδιαχώριστες από το τοπίο της Προβηγκίας, τότε ανεπηρέαστης από τον τουρισμό. Το σεμινάριο λάμβανε χώρα το πρωί, στον κήπο του μικρού ξενώνα όπου μέναμε, αλλά ενίοτε, κατά τη διάρκεια κάποιας από τις πολυάριθμες εκδρομές μας στη γύρω περιοχή, σε κάποια καλύβα επίσης. Τον πρώτο χρόνο ήμασταν σύνολο πέντε` μετά το σεμινάριο υπήρχαν γεύματα σε ομάδες κι εγώ επωφελούμουν για να κάνω στο Χάιντεγκερ τις ερωτήσεις που με ενδιέφεραν περισσότερο, αν είχε διαβάσει Κάφκα ή αν γνώριζε τον Μπένγιαμιν.
–Μια απ’τις κύριες πτυχές της έρευνάς σας είναι η φιλολογία. Με τι τρόπο την έχετε χρησιμοποιήσει;
–Η φιλολογία πάντα υπήρξε ουσιώδες κομμάτι της έρευνάς μου. Κι όχι μόνο γιατί μου έχει τύχει να κάνω φιλολογικές εργασίες με την τεχνική έννοια- σκέφτομαι την ανακατασκευή του βιβλίου του Μπένγιαμιν για τον Μπωντλέρ και την έκδοση των μεταθανάτιων ποιημάτων του Καπρόνι– αλλά γιατί η φιλολογία και η φιλοσοφία, η αγάπη για τη λέξη και η αγάπη για την αλήθεια, δεν μπορούν να διαχωριστούν με κανένα τρόπο. Η αλήθεια κατοικεί στη γλώσσα και ένας φιλόσοφος  που δεν θα του ήταν σαφής αυτή η κατοικία θα ήταν ένας κακός φιλόσοφος. Οι φιλόσοφοι, όπως οι ποιητές, είναι πιο πολύ από τον καθένα οι φύλακες της γλώσσας κι αυτή είναι μια αυθεντικά πολιτική αποστολή, πάνω απ’όλα σε μια εποχή όπως η δική μας, που προσπαθεί με όλα τα μέσα να παραποιήσει και να διαστρεβλώσει το νόημα των λέξεων.





[i] Έχω επιλέξει να αφήσω τα κείμενα που αναφέρονται και δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά στον πρωτότυπο τίτλο τους και να βάζω μια δική μου μετάφραση σε παρένθεση, απλά και μόν για να διευκολύνω τον αναγνώστη. Ως εκ τούτου, τα βιβλία που αναφέρω απευθείας με ελληνικό τίτλο, έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Σε παραπομπές προσθέτω αποκλειστικά κείμενα που υπονοούνται και δεν ονομάζονται ξεκάθαρα.

[ii] Mauss, Marcel: “Η Έννοια του προσώπου”, Κοινωνιολογία και ανθρωπολογία, Θεόδωρος Παραδέλλης, επιμ. και μετάφρ. - Αθήνα : Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004

[iii]  Πρόκειται για το Il sacramento del linguaggio. Archeologia del giuramento (Το μυστήριο της γλώσσας. Αρχαιολογία του όρκου). 

La Repubblica

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Ανέκδοτη συνέντευξη με τον Μπόρχες: «Είμαι ένας συντηρητικός αναρχικός.»

Ένα αγόρι 15 χρονών ζήτησε το 1982 ένα ραντεβού από τον συγγραφέα για μια σχολική εργασία και προς έκπληξή του, εκείνος του την παραχώρησε. Τώρα, 30 χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του Άλεφ, η συνέντευξη εκείνη βγαίνει στο φως.


Ο Claudio Pérez Míguez και ο Jorge Luis Borges το 1982 στο Μπουένος Άιρες.
Όταν διένυα τον τρίτο χρόνο στο γυμνάσιο, στο Δον Μπόσκο, στο δήμο του Κίλμες, στην κομητεία του Μπουένος Άιρες, στα δεκαπέντε μου, η καθηγήτρια της λογοτεχνίας, η Χοσέφα Ιγκλέσιας δε Φανέλι, μία Ισπανίδα φερμένη από μικρή στην Αργεντινή και πολύ μεγάλη θαυμάστρια του έργου του Λόρκα, ζήτησε σαν πρακτική εργασία να επιλέξουμε κάποιον για να του πάρουμε συνέντευξη.
Η λογοτεχνία και η φιγούρα του Μπόρχες, τόσο αμφιλεγόμενες στην Αργεντινή εκείνα τα χρόνια, ήδη είχαν προκαλέσει την προσοχή μου, οπότε και είχα την ιδέα να κάνω τούτο το ρεπορτάζ σε αυτόν. Ούτε εγώ ούτε ο άμεσος περίγυρός μου είχαμε λογοτεχνικές επαφές, εξού και σκέφτηκα να δω αν θα έβρισκα τον αριθμό του στον τηλεφωνικό κατάλογο. Ψάχνοντας για τον Μπόρχες, βρήκα ότι ο αριθμός του ήταν ακόμη στο όνομα της μητέρας του, Λεονόρ Ασεβέδο δε Μπόρχες, που είχε πια πεθάνει. Ακόμη θυμάμαι τον αριθμό: 42-2801. Αμέσως κάλεσα,  με εξυπηρέτησε η Φάνι Ούμπεδα, η κυρία που  ήταν υπεύθυνη για το σπίτι, και μου είπε ότι ο Μπόρχες ήταν σε ταξίδι.
Μιας και η προθεσμία για την παράδοση της εργασίας περνούσε, αναζητήσαμε άλλα άτομα για να πραγματοποιήσουμε την εργασία, άλλα όταν απέμεναν δυο μέρες, μου ήρθε να το προσπαθήσω εκ νέου. Με ξαναεξυπηρέτησε η Φάνι και ενώ περίμενα να μιλήσω με κάποιον για να του εξηγήσω την ιδέα μου και αυτός να τη μετέφερε στο Μπόρχες, εκείνη πέρασε το τηλέφωνο απευθείας σε εκείνον, που έχοντας ακούσει την πρότασή μου, μού είπε: «Έλα αύριο ή μεθαύριο, 10 ή 10 και μισή». Την ίδια νύχτα προετοίμασα τις ερωτήσεις. Τις έδειξα στον πατέρα μου για να μου πει τη γνώμη του πάνω στο ερωτηματολόγιο και μου είπε γιατί αντί να προσπαθώ να κάνω μια συνέντευξη μιμούμενος αυτή που θα έκαναν οι δημοσιογράφοι, ψάχνοντας γενικά κάποια εκρηκτική δήλωση που θα έδινε έναν τίτλο, δεν προσπαθούσα να την αντιμετωπίσω από τη δική μου οπτική γωνία, βλέποντας τι θα μπορούσε να με ενδιαφέρει στην ηλικία μου. Μου φάνηκε μία καλή συμβουλή και προσπάθησα να το επαναδιατυπώσω με αυτόν τον τρόπο.
Μιας και θα έπρεπε να παρουσιάσω την εργασία σε ομάδα, προσκάλεσα τους συμμαθητές μου, διάφοροι με συνόδευσαν και φυσικά βρεθήκαμε στο σπίτι του την επόμενη στις 10.
Αυτή η συνάντηση μου επέτρεψε να συνεχίσω να συχνάζω στο σπίτι του, να τον φέρω για συζήτηση στο σχολείο μου, στο σπίτι μου και ένα μεγάλο αριθμό επαφών που σίγουρα όρισαν το γούστο μου για τα βιβλία και το λογοτεχνικό εν γένει. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα` όσον αφορά εμάς, η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του Μπόρχες, στην οδό Μαϊπού 994 του Μπουένος Άιρες, στις 29 Ιουλίου του 1982, πάνω από ένα χρόνο πριν την επιστροφή της δημοκρατίας στην Αργεντινή. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που μεταγράψαμε στη συνέχεια και που παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι σήμερα. «Μου φαίνεται σαν παραμύθι»[i] που πλέον έχουν περάσει πάνω από τρεις δεκαετίες από εκείνη τη μέρα και που κλείνουν 30 χρόνια από το θάνατό του. «Ο χρόνος που σκουριάζει τα καράβια στα λιμάνια[ii]», αλλάζει πολλά πράγματα και άλλα όχι, ο λόγος του συνεχίζει να με φωτίζει.

Θα μπορούσατε να μας διηγηθείτε πώς δημιουργήθηκε η οικογένειά σας;
Ναι. Η μητέρα μου ήταν κρεολή, ήταν καθολική, αλλά καθολική με τον αργεντίνικο τρόπο, δηλαδή ήταν περισσότερο ζήτημα κοινωνικό παρά θεολογικό. Η Αγγλίδα γιαγιά μου, ήταν της προτεσταντικής παράδοσης των μεθοδιστών ιεροκηρύκων. Εκείνη ήξερε από μνήμης τη Βίβλο. Της απαγγέλατε έναν οποιονδήποτε στίχο κι εκείνη έλεγε, ναι, Βιβλίο του Ιώβ, κεφάλαιο τάδε, στίχος τάδε και συνέχιζε παρακάτω. Ανάμεσα στους προτεστάντες υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ξέρουν από μνήμης τη Βίβλο. Στα ξενοδοχεία, για παράδειγμα της Αγγλίας, στη Σκωτία και στη Νέα Υόρκη επίσης, πάντα στο συρταράκι του κομοδίνου υπάρχει μία Βίβλος. Κι επίσης οι βιβλικές αναφορές που θα ήταν επιδεικτικότατες στα ισπανικά, είναι συνηθισμένες στα αγγλικά. Ο κόσμος συνεχώς αναφέρει στίχους από τη Βίβλο ή βιβλικές φράσεις κι αυτό δεν καταλήγει επιδεικτικό. Αντίθετα, στις καθολικές χώρες θα ήταν τραβηγμένο από τα μαλλιά. Με τον τρόπο που η γιαγιά μου ήταν πολύ θρήσκα, μεθοδίστρια.
Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν καθολική, όπως είπα, με τον τρόπο των λατινοαμερικανικών χωρών, με έναν επιφανειακό τρόπο. Ο πατέρας μου ήταν αγνωστικιστής, δηλαδή ελευθερόφρων, και τα πηγαίναμε όλοι πολύ καλά, αυτό ποτέ δεν προκάλεσε κάποια έριδα.
Τι παραπάνω μπορώ να πω για την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής Ψυχολογίας, στο Κολλέγιο δε Λένγκουας Βίβας κι εγώ θυμάμαι ακριβώς τι έβγαζε, ήταν επίσης δικηγόρος, ήταν δημόσιος υπάλληλος. Έπρεπε να δίνει δύο μαθήματα Ψυχολογίας τη βδομάδα στο Λένγκουας Βίβας και τον πλήρωναν 100 πέσος το μήνα. Εκατό πέσος το μήνα ήταν λεφτά τότε, και τώρα αντιστοιχούν μάλλον στη λογοτεχνία του φανταστικού. 100 πέσος δε σημαίνουν τίποτα. Θυμάμαι πως το δολάριο ήταν στα 2 πέσος και πενήντα σεντ. Νομίζω ότι τώρα έχει ανεβεί η τιμή, όχι; Το νόμισμά μας είναι το πιο χαμηλό στον κόσμο, νομίζω.
Από την πλευρά του πατέρα και της μητέρας μου, ήταν μια στρατιωτική οικογένεια, ο παππούς μου ο Συνταγματάρχης Φρανσίσκο Μπόρχες σκοτώθηκε, στην πραγματικότητα, στη μάχη του Λα Βέρντε, που έλαβε χώρα κοντά στο χωριού της 25 δε Μάγιο, κομητείας του Μπουένος Άιρες. Οι παππούδες μου έκαναν τη καμπάνια της ανεξαρτησίας, μετά τους εμφύλιους πολέμους, τον πόλεμο με τη Βραζιλία, όλα αυτά.
Τώρα, από την πλευρά της Αγγλίδας γιαγιάς μου, όχι. Ήταν ιεροκήρυκες και καθηγητές.

Τι σπουδές πραγματοποιήσατε;
Λίγες. Σπούδασα στο Κολλέγιο της Γενεύης, σπούδασα κι έχω το απολυτήριο λυκείου μου. Εκεί υπήρχαν δύο κύρια μαθήματα, που ήταν τα γαλλικά και τα λατινικά. Αντιλήφθηκα ότι αν μελετούσα καλά τα γαλλικά και τα λατινικά θα μπορούσα να απέχω από τα υπόλοιπα μαθήματα, το οποίο με έκανε να είμαι εξαιρετικά αδαής, μιας και σπούδασα φυσική, βοτανολογία, ορυκτολογία, ζωολογία, μουσική, γυμναστική, χημεία και δεν γνωρίζω απολύτως τίποτα από αυτά. Η ιστορία, ναι, μου άρεσε. Αλλά η ιστορία στην Ελβετία δεν είναι υποχρεωτικό μάθημα, είναι επιλογής. Αν θέλετε μπορείτε να σπουδάσετε ελβετική ιστορία, αν όχι, όχι. Εγώ ενδιαφερόμουν πολύ να μάθω την ιστορία της Ελβετίας μιας και ήμουν εκεί, οπότε τη σπούδασα. Ναι, η αρχαία ιστορία, η σύγχρονη ιστορία, κλπ, είναι υποχρεωτικές, αλλά όχι εκείνη της Ελβετίας. 
Αυτός είναι ο μόνος τίτλος που έχω, οι υπόλοιποι είναι επίτιμοι τίτλοι, που δεν είναι κάτι παραπάνω από γενναιοδωρίες` είμαι Επίτιμος Διδάκτωρ του Τουκουμάν, της Νέας Υόρκης, ιταλικών, κολομβιανών, μεξικανικών πανεπιστημίων, ύστερα του Χάρβαρντ, της Οξφόρδης, της Σορβόνης, αλλά πιστεύω πως δεν μπορώ να με αποκαλώ Δόκτωρα μιας και αυτά τα Honoris Causa διδακτορικά είναι μια χάρη που χορηγούν σε κάποιον και βεβαίως το εκτιμώ, μιας και είναι μια τιμή, παρόλο που δεν ξέρω αν το αξίζω.
Προσωπικά μπορώ να πω μόνο πως είμαι απόφοιτος λυκείου του Κολλεγίου του Καλβίνου στη Γενεύη.

Σε ποια ηλικία αντιληφθήκατε την κλίση σας στη λογοτεχνία;
Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι κάποια εποχή χωρίς να διαβάζω ή να γράφω. Πάντα διάβαζα και έγραφα. Τώρα ο πατέρας μου μού είπε πως θα διάβαζα μόνο ό,τι με ενδιέφερε, πως δεν θα διάβαζα ένα βιβλίο από αίσθημα υποχρέωσης, διότι ήταν φημισμένο. Πως θα διάβαζα μόνο όταν είχα ανάγκη να το κάνω. Πως θα έγραφα πολύ, πως θα ξεσπούσα πολύ και πως δεν θα πιεζόμουν να δημοσιεύσω, αφού το να δημοσιεύσει κανείς δεν είναι υποχρεωτικό κομμάτι του προορισμού ενός συγγραφέα.

Πώς φτάνετε να εκδώσετε το πρώτο σας βιβλίο;
Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα καθυστερημένα, ήμουν 24 χρονών. Ονομαζόταν Πυρετός του Μπουένος Άιρες και εκδόθηκε εδώ, στο Μπουένος Άιρες. Ο πατέρας μου, μου έδωσε 300 πέσος που μου επέτρεψαν την εκτύπωση 300 αντιτύπων. Δεν βγήκε προς πώληση, το μοίρασα στους φίλους μου. Σε εμένα άρεσε πολύ. Αλλά, στην πραγματικότητα, ήταν το τέταρτο βιβλίο που έγραφα. Είχα γράψει προηγουμένως τρία, που περιέργως, κατέστρεψα. Ίσως θα έπρεπε να έχω καταστρέψει αυτό επίσης.

Πώς προκύπτουν τα έργα σας; Κάθεστε συστηματικά για να γράψετε ή το κάνετε όταν αισθάνεστε την ανάγκη;
Αυτό είναι πολύ περίπλοκο. Αισθάνομαι πως υπάρχει κάτι που θέλει εγώ να το γράψω κι εγώ προσπαθώ να το αποθαρρύνω. Αλλά ναι, υπάρχει ένα θέμα που επιστρέφει, μία πλοκή ενός διηγήματος ή μιας ιστορίας που επιστρέφει, οπότε τη γράφω. Μου φαίνεται λάθος να ψάχνει κανείς θέματα, πρέπει να αφήνει τα θέματα να τον αναζητήσουν και να τον βρουν. Αν όχι, βγαίνουν κατασκευασμένα βιβλία.
Πιστεύω πως όλος ο κόσμος γράφει έτσι, αν και όχι οι δημοσιογράφοι, εκείνοι αναζητούν θέματα. Και, για παράδειγμα, ένας συγγραφέας που θαυμάζω πολύ, o Καπντεβίλα, έγραψε ένα βιβλίο για τις δεκατέσσερις αργεντίνικες κομητείες, είναι πολύ περίεργο το να τον ενδιέφεραν όλες, και ακόμη λιγότερο το να τον ενδιέφεραν θετικά. Αυτό θα πει να κάθεσαι και να κατασκευάζεις ένα βιβλίο. Εγώ για παράδειγμα, έχω γράψει ένα ποίημα στο νερό και δεν μου ήρθε να γράψω στη φωτιά, στη γη και τον αέρα. Θα ήταν ένα μηχανικό πράγμα. Έγραψα ένα ποίημα στο νερό διότι με ενδιέφερε. Οπότε, το να ψάχνεις για θέματα είναι λάθος. Υπάρχουν συγγραφείς που θέλουν να γράψουν για τη ζωή των χωρικών στο τάδε μέρος, κι έτσι βγαίνουν τα βιβλία. 

Ποιο από τα βιβλία σας προτιμάτε και γιατί;
Λοιπόν, η πλειοψηφία μου αρέσει. Με απαρνούμαι σε αυτά. Εκμεταλλεύτηκα τα αποκαλούμενα άπαντα έργα για να παραλείψω δύο βιβλία. Για μένα, το καλύτερό μου βιβλίο είναι αυτό με τίτλο Το βιβλίο της άμμου. Διαβάζεται εύκολα, είναι ένα σύντομο βιβλίο, δε χρησιμοποιώ καμία λέξη που να απαιτεί τη χρήση λεξικού. Είναι ένα βιβλίο με διηγήματα κι ένα άλλο βιβλίο με διηγήματα που μου αρέσει είναι Η αναφορά του Μπρόουντι. Το βιβλίο της άμμου είναι το μοναδικό με το οποίο είμαι ικανοποιημένος. Ίσως ο χρόνος να κρίνει έτσι ,επίσης, και να σβήσει τα υπόλοιπα, που είναι πραγματικά προσχέδια για σβήσιμο.

Αλλά υπάρχει πολύς κόσμος που θαυμάζει όλα σας τα έργα...
Ναι, αλλά εγώ δεν είμαι ανάμεσά τους. Αυτό είναι λάθος και δεν ξέρω αν πρέπει να το εκτιμήσω, γιατί δεν ξέρω αν πρέπει να εκτιμούμε τα λάθη.

Πώς θα ορίζατε τον εαυτό σας;
Αν θα έπρεπε να ορίσω τον εαυτό μου θα έλεγα ένας συγγραφέας, παρόλο που ίσως θα ήταν καλύτερο να πω ένας αναγνώστης, αφού πιστεύω πως είμαι καλύτερος αναγνώστης από ότι συγγραφέας.

Πώς περνά μια μέρα στη ζωή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες;
Λοιπόν, από το πρωί, αν έχω τύχη, έρχονται να με δουν δημοσιογράφοι από το Κίλμες. Αλλά γενικά οι μέρες μου δεν είναι τόσο ευνοϊκές, έπειτα κοιμάμαι τη σιέστα μου και γράφω κάτι. 

Τι είναι για εσάς η φιλία;
Όταν ο Εδουάρδο Μαγέα δημοσίευσε το βιβλίο Ιστορία ενός αργεντίνικου πάθους [Historia de una pasión argentina], σκέφτηκα: θα είναι πάνω στη φιλία, αφού η φιλία είναι το αργεντίνικο πάθος, ίσως το μόνο. Έχω αυτή την εντύπωση του ότι η φιλία είναι πολύ σημαντική για εμάς, το οποίο είναι καλό, έτσι;

Πώς θα ορίζατε το Μπουένος Άιρες;
Έχω ένα ποίημα, στο τελευταίο μου βιβλίο, που ονομάζεται Ο Αριθμός. Θα παραθέσω τον πρώτο στίχο, που είναι ένας ορισμός:  "Έχω γεννηθεί σε άλλη πόλη που ονομαζόταν επίσης Μπουένος Άιρες", δηλαδή, έχει αλλάξει τόσο που είναι άλλη. Είναι πoυ δε φτάνει κανείς ατιμώρητα στα 83 χρόνια. Στα 83 χρόνια σχεδόν όλοι μου οι φίλοι βρίσκονται στη Ρεκολέτα[iii]. Η πόλη έχει αλλάξει εντελώς. Εγώ γεννήθηκα στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, στην οδό Τουκουμάν, ανάμεσα στην Εσμεράλδα και τη Σουϊπάτσα. Όλο το οικοδομικό τετράγωνο, εκτός από το μαγαζί που ήταν στη γωνία, ήταν χαμηλά σπίτια με στέγες, βεράντες, με στέρνες, υπήρχαν μερικά ψηλά σπίτια που φτιάχτηκαν μετά, στην οδό 25 δε Μάγιο ή στη Ρεκονκίστα.

Τι θα μπορούσατε να πείτε στους νέους που αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της χώρας;
Δεν ξέρω, υπάρχουν τόσα προβλήματα. Στην καλύτερη αυτή η χώρα καταφέρνει να σωθεί, αν και δεν βλέπω πώς. Η κατάσταση είναι κακή, κι όχι μόνο εδώ αλλά στον κόσμο όλο. Ίσως όλες οι στιγμές να είναι φρικτές και να το νιώθουμε περισσότερο αυτό γιατί είμαστε πιο κοντά. Εγώ δε βλέπω πιθανή σωτηρία και ίσως να πάμε μέχρι τον τρίτο πόλεμο που μπορεί να είναι ο τελευταίος. Αυτό που συμβαίνει, στο Λίβανο, αυτό που συνέβη εδώ, αυτό που συμβαίνει στο Ιράκ ή στο Ιράν. Ας ελπίσουμε πως όχι, γιατί θα ήταν μια αυτοκτονία της ανθρωπότητας.

Πιστεύετε πως οι νέοι πρέπει να ενδιαφέρονται για την πολιτική;
Δεν ξέρω. Εμένα ποτέ δεν με ενδιέφερε η πολιτική. Με ενδιαφέρει περισσότερο η ηθική. Πιστεύω πως αν ο κάθε ένας δρούσε ηθικά αυτό θα μπορούσε να έχει ένα πολύ μεγάλο πολιτικό αντίκτυπο.

Tι τύπου κυβέρνηση προτιμάτε;
Θα ήθελα ένα μίνιμουμ κυβέρνησης, αλλά δυστυχώς οι κυβερνήσεις, ακόμα και οι κακές κυβερνήσεις είναι ακόμη απαραίτητες. Όπως η αστυνομία, που είναι προφανώς απαραίτητη. Αν ήμασταν ηθικά άψογοι δεν θα ήταν απαραίτητες οι κυβερνήσεις, που αποτελούν, χωρίς αμφιβολία, έναν κίνδυνο. Αλλά δεν μπορώ να σχολιάσω τα πολιτικά θέματα, είμαι ένας συντηρητικός αναρχικός. Ο πατέρας μου ήταν αναρχικός. Μια φορά πήγαμε στο Μοντεβιδέο και ο πατέρας μου μού είπε να επικεντρωθώ στις σημαίες, στα τελωνεία, τις στολές, τις εκκλησίες, τα αστυνομικά τμήματα, γιατί όλα θα εξαφανίζονταν. Εμείς, όταν πήγαμε στην Ευρώπη, το έτος 14, ταξιδέψαμε χωρίς διαβατήριο. Δεν υπήρχαν διαβατήρια, περνούσε κανείς από μία χώρα σε άλλη σαν από ένα δωμάτιο σε άλλο. Μετά ήρθε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η δυσπιστία, η κατασκοπία και τώρα όλα έχουν αλλάξει, δεν μπορείς να κάνεις ούτε ένα βήμα χωρίς να ταυτοποιηθείς, είναι πολύ λυπηρό αυτό. Ελπίζω στο Κίλμες [1] τα πράγματα να είναι καλύτερα απ’ότι στο Μπουένος Άιρες...

Πώς φαντάζεστε το μέλλον της Αργεντινής;
Θέλω να πιστεύω πως θα έχω πεθάνει, αλλά πιστεύω πως κατηφορίζουμε. Εγώ πια δεν έχω ελπίδα, εσείς είστε νέοι, ίσως να έχετε ελπίδες, εγώ πια δεν έχω καμία.

Πολλές δηλώσεις σας δημιουργούν αντιπαραθέσεις και υπάρχει κόσμος που πιστεύει ότι εσείς το επιδιώκετε αυτό...
Βεβαίως και όχι! Αυτός που το πιστεύει αυτό δεν με ξέρει καθόλου.

Για να ολοκληρώσουμε, θα θέλατε να μας αφήσετε κάποια συμβουλή ή κάποιο μήνυμα;
Δεν έχω καταφέρει να χειριστώ τη ζωή μου, δεν μπορώ να κατευθύνω τη ζωή των υπολοίπων. Η ζωή μου έχει υπάρξει μία αλληλουχία σφαλμάτων. Δεν μπορώ να δώσω συμβουλές, παραπαίω, όταν σκέφτομαι το παρελθόν μου νιώθω ντροπή. Δεν δίνω μηνύματα, οι πολιτικοί δίνουν μηνύματα. 

*Ο Κλαούντιο Πέρες Μίγες είναι πρόεδρος του Κέντρου Μοντέρνας Τέχνης της Μαδρίτης και διευθυντής του Κέντρου Editores (Εκδότες).

[1] Το Κίλμες είναι ένας δήμος της Κομητείας του Μπουένος Άιρες, προσαρτημένος στην πρωτεύουσα και μόλις στα 20 χμ. από αυτή. Αυτό που λέει ο Μπόρχες είναι ένα αστείο. (Σ.τ.Σ.)


i Στίχος από το ποίημα «Η μυθική ίδρυση του Μπουένος Άιρες» του Μπόρχες. (Σ.τ.Μ.)
ii  Στίχος από το ποίημα «Αναφορά σ'έναν ίσκιο του 189..» του Μπόρχες σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη. (Σ.τ.Μ.)
iii  Cementerio de la Recoleta ονομάζεται το νεκροταφείο της πόλης του Μπουένος Άιρες. (Σ.τ.Μ.)

El Ρaís, Madrid 16-6-2016 

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

“Μία σκηνή βαρκελωνική”, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)

Δεν έχω κάνει κακό σε κανένα, είπε
ρωτώντας με όλο του το πρόσωπο
γιατί τον έπαιρναν.
Όχι για που, αλλά για τί.
Δεν έχω κάνει κακό σε κανένα

Είμαι στη διάρκεια του χειμώνα. Ακούω
τα κοράκια να παίζουν στο χιόνι.
Από το άδειο δάσος έρχονται τα φορτηγά.

La universidad desconocida, 2007

Πηγή

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

«Όταν εξαφανίστηκαν οι αποικιακές διοικήσεις, οι ιεραρχίες της εξουσίας παρέμειναν ανέγγιχτες.»

MARGA MOSTEIRO (μεταφρ.: Nathalie)



X. A. SOLER Ο Grosfoguel λέει πως η Βενεζουέλα υποφέρει από έναν αποσιωπημένο αποκλεισμό.
Ο πορτορικανός κοινωνιολόγος Ραμόν Γκροσφόγελ από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ συμμετείχε σε μία συζήτηση στο Σαντιάγο δε Κομποστέλα στην οποία προσπάθησε να εξηγήσει το ρεύμα του απο-αποικιακού[i] και διατύπωσε την οπτική του για το τι συμβαίνει στη Βενεζουέλα.
-Μπορείτε να εξηγήσετε την έννοια του απο-αποικιακού;
-Ο κλασικός ορισμός της αποικιοκρατίας αναφέρεται στη σύνδεση με τις αποικιακές διοικήσεις και υπό τον ορισμό αυτό, υποτίθεται πως η ανεξαρτησία συνεπάγεται ρήξη με τη μητρόπολη. Εμείς προτείνουμε πως ο κόσμος που δημιουργείται  από την αποικιακή επέκταση του 1498, περίοδος που διήρκησε 400 έτη, δεν κλείνει με την ανεξαρτησία, γιατί όλες οι ιεραρχίες της εξουσίας είναι κατασκευασμένες από δομές κυριαρχίας που γεννιούνται με την αποικιοκρατία και που παραμένουν μετά την υποτιθέμενη απελευθέρωση από τη μητρόπολη. Είναι μία συνέχεια, διότι, όταν εξαφανίστηκαν οι αποικιακές διοικήσεις, οι ιεραρχίες της εξουσίας παρέμειναν ανέγγιχτες.
-Θεωρείτε ότι δεν έχει παραχθεί μια ολική ρήξη;
-Βεβαιώθηκαν ότι θα παρέμεναν εκεί ελίτ, στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές δομές για να δώσουν συνέχεια στην κυριαρχία παρά το τέλος της αποικιακής διοίκησης. Ήταν ικανοί να δημιουργήσουν ένα σύστημα για να διατηρήσουν την ίδια δομή ακόμα και χωρίς να έχουν τον άμεσο έλεγχο της διοίκησης. Τα ίδια τα αποικιοποιημένα υποκείμενα εσωτερικεύουν τις θεσμικές δομές της εξουσίας και της σκέψης και αναπαράγουν αυτό εναντίον του οποίου αγωνίστηκαν. Μην υποθέσετε ότι υπάρχουν διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, πολλές γλώσσες και διαλέγουν μια ομάδα, αυτήν που μοιάζει περισσότερο στη δύση, για να κυβερνήσει και να συνεχίσει να ελέγχει την οικονομία.
-Πώς εξηγείτε την κατάσταση στη Βενεζουέλα;
-Έχει να κάνει με την έλλειψη της ρήξης με το παρελθόν. Υπάρχουν κάποιες ελίτ που πρέπει να υπερασπίσουν τα οικονομικά συμφέροντα των επιχειρήσεων της παλιάς αυτοκρατορίας, της δύσης. Με την αμφισβήτηση αυτού του ελέγχου, έρχονται οι στρατιωτικές ενέργειες, τα πραξικοπήματα, οι εμπορικοί αποκλεισμοί για να επαναφέρουν την οικονομική εξουσία. Η Βενεζουέλα υποφέρει τώρα από έναν εμπορικό αποκλεισμό, όπως η Κούβα στο παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά αποσιωπημένο. Έμαθαν από το σφάλμα, σου κάνουν αποκλεισμό και σαμποτάρουν την οικονομία σου χωρίς να στο πουν. Έτσι, ο λαός της Βενεζουέλας διοχετεύει τη δυσαρέσκειά του προς την εξουσία, ενώ πρόκειται για μια πολιτική σαμποτάζ προκειμένου να συνεχίσουν να τους εξουσιάζουν.
Santiago /La Voz, 21 de mayo de 2016





[i] Ως descolonización ορίζεται στα ελληνικά η αποαποικιοποίηση, ενώ εδώ ο συγγραφέας κάνει χρήση του όρου decolonización, τον οποίο και μετέφρασα ως απο-αποικιότητα.